«Μια εβδομάδα… ελάτε, ελάτε.» είπε τραβολογώντας τον Φρέντερικ προς την κατεύθυνση του αρχηγείου.
«Δε θα τη γλιτώσεις τόσο εύκολα.» επέμεινε το αγόρι αναφερόμενος στο σκασιαρχείο του μικρού.
Μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, ο Τόμι τους αφηγήθηκε τα δρώμενα των τελευταίων ημερών.
Τα τείχη δεν είχαν σηκωθεί ξανά γιατί δεν υπήρχε αρκετή δύναμη για να γίνει κάτι τέτοιο. Έτσι, οι υπήκοοι του Φαίδου ως αυτοί που ηττήθηκαν, έχασαν αρκετή γη και στρατιώτες. Εκείνοι δεν είχαν απώλεια σε ζωές, μόνο πολλούς τραυματίες. Οι δύο πλευρές ωστόσο, κατόπιν πρότασης του Νίκολα, είχαν φτάσει σε μία συμφωνία. Η ειρήνη θα επικρατούσε στην Ελσάντα όσο καμία πλευρά δεν έπληττε την άλλη. Ένας όρος που συμπεριλάμβανε την καταπάτηση συνόρων, την απώλεια ζωών και την εκμετάλλευση πηγών τροφής, νερού και ενέργειας. Επίσης, το αρχηγείο είχε παραχωρήσει τα κεκτημένα τους για την δημιουργία ουδέτερης ζώνης, οι κάτοικοι της οποίας έπρεπε να τηρούν τη συμφωνία εκτός από την ρήτρα που τους απαγόρευε να περάσουν τα σύνορα. Έπρεπε όμως να δίνουν φόρο υποτέλειας στο αρχηγείο και να σέβονται τις αποφάσεις του πάση θυσία.
Η Ναταλί καλυτέρευε αλλά ήταν ακόμα αδύναμη από το χτύπημα που παραλίγο να της στερήσει τη ζωή. Ενώ ο Νίκολα είχε αποφασίσει να ζήσει στην ουδέτερη ζώνη με όλη την άνεση που του παρείχαν τα πλούτη του πατέρα του τα οποία και διεκδίκησε προτού οι υπήκοοι του εκλέξουν το νέο διάδοχο τους. Φήμες μάλιστα έλεγαν πως ο λαός της ουδέτερης ζώνης είχε αποφασίσει πως ήθελε να τους διοικούν τρεις και όχι ένας ηγέτες και πως ο Νίκολα είχε ήδη ανέβει στην ιεραρχία και είχε διεκδικήσει τον τίτλο του ενός από τους τρεις.
Τα νέα αυτά χαροποίησαν την Νεφέλη που όμως έκρυψε αυτό της το συναίσθημα από τον Φρέντερικ ο οποίος κρατούσε ακόμα την κόντρα του μαζί του. Όταν έφτασαν στο αρχηγείο πήγαν κατευθείαν στην κουζίνα όπου βρήκαν μαζεμένα όλα τα μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Ναταλί.
Έπεσε νεκρική σιωπή, κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια τους (ή ότι και αν ήταν αυτό που έκανε τον Τόμας να συμμεριστεί την παρουσία τους).
«Ωραία υποδοχή.» γκρίνιαξε ο Φρέντερικ ενώ τράβηξε μία καρέκλα και κάθισε δίπλα στην Ναταλί. «Πώς είσαι;» τη ρώτησε τρυφερά. Η στάση του έκανε την Νεφέλη να ζηλέψει, εκείνη έπρεπε να τον φέρει στα όρια του για να τον κάνει να της μιλήσει τόσο γλυκά.
«Είμαι καλά.» είπε κοιτώντας την Νεφέλη διστακτικά.
«Διοργανώνουμε ένα πανηγύρι, μπορούμε να το αφιερώσουμε στην επιστροφή σου αν αυτό ικανοποιεί τον εγωισμό σου.» τον πείραξε ο Τόμας αναφερόμενος στα παράπονα του αγοριού για την υποδοχή τους.
«Μην ανησυχείτε, τους τα εξήγησα όοολα εγώ.» μπήκε στη συζήτηση ο Τόμι παίρνοντας το ύφος μεγάλου.
«Χαιρόμαστε… χαιρόμαστε πολύ που γυρίσατε.» τους καλωσόρισε η Ρόζα αγχωμένα. «Θέλετε να σας φτιάξω κάτι να φάτε; Σήμερα μαγείρεψε η Σοφία βέβαια…»
«Έι! Τί σημαίνει αυτό;» τη διέκοψε θιγμένη η γυναίκα κάνοντας του πάντες να γελάσουν.
«Δεν ήθελα να σε προσβάλω… αλλά, μα τα γένια μου, ακόμα και εγώ μαγειρεύω καλύτερα!» την πείραξε ο Αντρέας.
«Α ναι; Γιατί δεν τους φτιάχνεις λοιπόν κάτι να φάνε;» αντέτεινε η γυναίκα. Εκείνος γούρλωσε τα μάτι στην προοπτική της ιδέας της και τους κοίταξε αμήχανα.
«Εε… φυσικά και θα τους φτιάξω.»
«Μην ανησυχείς Αντρέα, θα φάμε ότι έχει κάνει η Σοφία. Το πεινασμένο γιότλυ τρώει ακόμα και κάρβουνο.» είπε ο Φρέντερικ πειράζοντας με τη σειρά του τη γυναίκα.
«Σα δε ντρέπεσαι!» απάντησε πετώντας του ένα πατσαβούρι.
«Δε μας είπες όμως Νεφέλη, τι έγινε στα άλλα, εκείνα τα μέρη;» αναρωτήθηκε ο Λούνι όταν την είδε να κάθεται σιωπηλά δίπλα στην Ναταλί. Όμως δε στάθηκε στην ερώτηση του.
Ήταν κάτι που δεν είχε πολυσκεφτεί και που η συνάντηση με τον πατέρα της την έκανε να προσέξει. Κανείς δεν την είχε ρωτήσει ποιο ήταν το πραγματικό της όνομα. Όλοι εξακολουθούσαν να τη φωνάζουν Νεφέλη. Ακόμα και η ίδια δεν ήξερε ποιο όνομα προτιμούσε. Τότε όμως θυμήθηκε κάτι που της είχε πει ο πατέρας της όταν ήταν έξι χρονών.
Είχε αρχίσει να κάνει ερωτήσεις για τη μητέρα της και εκείνος της είχε πει πως αυτή είχε επιλέξει το όνομα, πως το λάτρευε και είχε έρθει σε σύγκρουση με τα πεθερικά και τους γονείς της προκειμένου να το κρατήσει. Και έτσι το λάτρευε και ο ίδιος…
«Δε με λένε Νεφέλη.» είπε διακόπτοντας τον Φρέντερικ που έδινε την απάντηση που της είχε ζητηθεί. «…το όνομα μου είναι Θάλεια.» μουρμούρισε ακόμα αβέβαιη για την επιλογή της. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα σε ένα σημείο στο τραπέζι, θα ένιωθε αμήχανα αν έπρεπε να κοιτάξει το πρόσωπο κάποιου. «…Αλλά μπορείτε να με φωνάζετε όπως θέλετε.» συμπλήρωσε βιαστικά όταν έπεσε σιωπή.
«Μα είμαστε τόσο αγενής.» είπε η Μαργαρίτα θυμωμένα. «Φυσικά και έχεις δικό σου όνομα… έπρεπε να σε είχαμε ρωτήσει.»
«Όχι… μου αρέσουν και τα δύο.»
«Εμένα μου αρέσει το πραγματικό σου όνομα περισσότερο.» της είπε ο Τόμας γλυκά.
«Ναι, και εμένα.» συμφώνησε η Ναταλί. Η Θάλεια όμως αναζήτησε το πρόσωπο του Φρέντερικ, αυτού η άποψη ήταν που την ενδιέφερε περισσότερο. Το αγόρι όμως την κοιτούσε με ένα απροσδιόριστο βλέμμα και δεν ήξερε τι να υποθέσει. Μετά έστρεψε τα μάτια του αλλού, χωρίς να σχολιάσει.
«Εγώ προτιμώ το παλιό… άουτς!» η άποψη του Αντρέα προφανώς δεν ήταν αποδεκτή από την Μαργαρίτα που εξέφρασε την αντίρρηση της κλοτσώντας τον.
«Ναι, είναι πολύ ωραίο.» τη διαβεβαίωσε η Ρόζα ενώ η Σοφία κουνούσε το κεφάλι της καταφατικά καθώς έβαζε κάποιου είδους σούπα σε ένα πιάτο που ετοιμαζόταν να σερβίρει.
«Εγώ δεν πεινάω.» της είπε βιαστικά ενώ σηκωνόταν από την καρέκλα της. «Λέω να πλυθώ πρώτα.» είπε την πρώτη δικαιολογία που ήρθε στο μυαλό της. Ύστερα όμως σκέφτηκε πως ένα καυτό μπάνιο ήταν μια πολύ καλή ιδέα.
Ένα κομμάτι της περίμενε τον Φρέντερικ να την ακολουθήσει, αλλά σταμάτησε να ελπίζει όταν έκλεισε την πόρτα του μπάνιου πίσω της και μπήκε στην πέτρινη πισίνα που είχε γεμίσει με αφρόλουτρα. Δεν είχε καταλάβει πόσο στρεσαρισμένη ήταν πριν από αυτό και έκλεισε για λίγο τα μάτια της για να χαλαρώσει.
Δεν είχε ακούσει κανέναν να μπαίνει, έτσι τρόμαξε όταν ένιωσε να της πιτσιλάνε το πρόσωπο. Είδε τον Φρέντερικ να κάθεται οκλαδόν στο χείλος της πισίνας με ένα ζαβολιάρικο χαμόγελο.
«Τί κάνεις εδώ;» του είπε προσπαθώντας να καλύψει με τον αφρό και τα χέρια της τα εκτεθειμένα σημεία του σώματος της.
«Σε λίγο θα βγούμε με την Ναταλί και τα παιδιά, σκέφτηκα ότι ήθελες να έρθεις.» της είπε διαλύοντας τον αφρό μπροστά της. Η Θάλεια του χτύπησε το χέρι για να το απομακρύνει αλλά εκείνος το έβαλε ακόμα πιο βαθιά μέσα στο νερό τσιμπώντας την.
«Έι!» του είπε σοκαρισμένη από τη συμπεριφορά του. Εκείνος όμως μπήκε μέσα και την κόλλησε στον τοίχο πιέζοντας το σώμα του πάνω στο δικό της. Η Θάλεια κοκκίνισε από το θάρρος του αλλά δεν τον σταμάτησε, δεν είχε συνηθίσει να τον βλέπει τόσο τολμηρό. Με το ένα του χέρι χάιδεψε το πρόσωπο της ενώ το άλλο ακολούθησε την καμπύλη του σώματος της κάτω από το νερό, ζουλώντας ταυτόχρονα το μηρό της όταν κατέληξε εκεί...
Το ίδιο βράδυ έκαναν μια βόλτα στην πόλη αλλά η Ναταλί ήταν πολύ αδύναμη και αποφάσισαν να καθίσουν σε μία ταβέρνα εφόσον κανείς δεν είχε χορτάσει από τη σούπα της Σοφίας και όλοι πεινούσαν. Η Θάλεια ένιωθε άσχημα αφού για μια ακόμα φορά κάποιος έπρεπε να την κεράσει αλλά η Ναταλί ήταν κατενθουσιασμένη, όλοι έδειχναν να τη συμπαθούν… όλοι πλέον έδειχναν να τη βλέπουν, γελούσαν με τα αστεία της.
«Νομίζω πως οφείλουμε να κάνουμε μία πρόποση στην Θάλεια.» άκουσε τον Τόμας να λέει. Εκείνη τους κοίταξε παραξενευμένη καθώς σήκωναν τα ποτήρια τους και τα τσούγκριζαν.
«Για ποιό λόγο;» τους ρώτησε όταν είδε πως κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να της δώσει εξηγήσεις.
«Που έκανες όσα έκανες για εμάς.» ξεκίνησε η Ναταλί.
«Που έδωσες τέλος σε αυτόν τον γελοίο πόλεμο.» συμπλήρωσε ο Τόμας.
«Για τη νέα σου θέση στο αρχηγείο.» συνέχισε ο Λούνι.
«Τί;!!» τον ρώτησε μπερδεμένη. «Θα φύγεις;» στράφηκε στην Ναταλί θλιμμένα.
«Όχι βέβαια, δεν τρελάθηκα. Απλά σκεφτήκαμε πως τώρα που το αρχηγείο κέρδισε περισσότερη γη, χρειάζεται και περισσότερα μάτια. Ή μήπως νόμιζες ότι θα αφήναμε τον δικό σου να κάνει κουμάντο σε τόσα στρέμματα;» ο Φρέντερικ μόρφασε στο προσωνύμιο που η κοπέλα παραχώρησε για τον Νίκολα αλλά εκείνη δεν του έδωσε καμία απολύτως σημασία.
«Αλλά θέλεις δουλειά ακόμα.» της είπε ο Τόμας αυστηρά, όμως αυτή του η προειδοποίηση δεν έσβησε το χαμόγελο από τα χείλη της Θάλειας. «Αύριο θα έρθεις μαζί μου στην ουδέτερη ζώνη.»
«Όμως έχω μία απορία, από πότε γίνατε φίλες εσείς οι δύο;» τη ρώτησε ο Λούνι προβληματισμένος.
«Δεν έχει σημασία.» την πρόλαβε η Ναταλί με ένα μεγάλο χαμόγελο.
«Φαίνετε πως δε θα είσαι πια το τρόπαιο για αυτές τις δύο κυρίες.» ο Τόμας πείραξε τον Φρέντερικ.
«Πίστεψε με, δε με πειράζει καθόλου.» του είπε χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια για να κρύψει την ανακούφιση του. «Πάμε;» ρώτησε την Θάλεια όταν είδε πως προσπαθούσε να τρίψει διακριτικά τα μάτια της από τη νύστα.
«Όχι είμαι…» προσπάθησε να αρνηθεί από ευγένεια όμως όλα έδειχναν πως η ερώτηση του αγοριού ήταν ρητορική εφόσον σηκώθηκε ανοίγοντας της το δρόμο.
Καληνύχτισαν την παρέα τους και κατευθύνθηκαν ξανά προς τον πύργο, κανείς από τους δύο δε μιλούσε στη διαδρομή… για αρχή.
«Που μου έδωσες ακόμα μία ευκαιρία.» μουρμούρισε το αγόρι μετά από λίγο.
«Τί εννοείς;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Σε ευχαριστώ που μου έδωσες ακόμα μία ευκαιρία. Πάντα πίστευα πως οι γονείς μου είχαν φύγει πολύ γρήγορα, πως χρειαζόμουν ακόμα χρόνο, μια ευκαιρία.» της εξήγησε αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια.
«Εγώ δε σου έδωσα καμία ευκαιρία, μόνο σου την πήρες. Δε σου ζήτησα να έρθεις μαζί μου.» τον πείραξε. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να χαμογελάει ενώ στράφηκε προς το μέρος της περιμένοντας να τον κοιτάξει. Όταν αρνήθηκε, την έπιασε από το χέρι και την ακούμπησε ευγενικά στον πλησιέστερο τοίχο. Ακούμπησε το χέρι της στην καρδιά του και την κοίταξε μέσα στα μάτια.
«Μπορεί να είσαι ζηλιάρα, εκνευριστική, υπερόπτης, επίμονη… παιδί… αλλά σε αγαπάω.» πάνω που είχε αρχίσει να θυμώνει από την περιγραφή του, τα ξέχασε όλα. Περίμενε τόσο καιρό για να ακούσει αυτές τις λέξεις από το στόμα του που τώρα δεν ήξερε πως να αντιδράσει.
«Αα… ωραία… ναι, το υποψιαζόμουν.» του είπε αμήχανα.
«Και τώρα το ξέρεις.» είπε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της και μετέπειτα το πρόσωπο της.
«Ξέρεις… μπορείς να το αποδείξεις και πέρα από τα λόγια.» τον προκάλεσε.
«Ξέρεις… τώρα θα μοιράζεσαι το δωμάτιο σου με την Ναταλί και εγώ θα πάρω πίσω το δικό μου.»
«Αυτό δεν είναι απόδειξη αγάπης.» του είπε μπερδεμένη από την αλλαγή του θέματος.
«Για την ακρίβεια διεκδικώ την ελευθερία μου και τον ύπνο μου.» είπε συνεχίζοντας τον δρόμο του.
«Και… η εξομολόγηση ήταν ο τρόπος σου για να πάρεις συγχωροχάρτι;»
«Όχι, αν και δεν έχω ιδέα τι σημαίνει το συγχωροχάρτι. Μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις, απλά θέλω πίσω το δωμάτιο μου.» συνέχισε όταν είδε την γκριμάτσα στο πρόσωπο της. Εκείνη τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της και προπορεύτηκε μαζί του. «Σκεφτόμουν… πως θα μου άρεσε να σε φωνάξω Νεφέλη.» της είπε δειλά μετά από λίγο.
«Δε σου αρέσει το όνομα μου;» τον ρώτησε περιπαικτικά.
«Δεν είναι αυτό, απλά για εμένα θα είσαι πάντα η Νεφέλη… ένα μυθικό πλάσμα, βγαλμένο από μύθους και παραμύθια.»
«Και τι πλάσμα είναι αυτό;» τον ρώτησε καχύποπτα.
«Μια όμορφη Θεά που βοηθούσε πάντα τους πιστούς της με τους πιο παράξενους τρόπους.» η Θάλεια δάγκωσε τα χείλη της για να σταματήσει ένα χαμόγελο και τον κοίταξε με μάτια γεμάτα ικανοποίηση.
«Ώστε αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες όταν με είδες;»
«Όχι, σκέφτηκα ότι είσαι ντυμένη πολύ παράξενα.» την πείραξε. Η Θάλεια τον τσίμπησε θυμωμένα και απομακρύνθηκε για να τον προκαλέσει σε μία παιδιάστικη μάχη. Εκείνος όμως την αγνόησε και συνέχισε να περπατάει με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το σβέρκο, έτσι τον ακολούθησε πτοημένη.
«Όποιος αγαπάει πειράζει.» μουρμούρισε πληγωμένη από την αδιαφορία του.
«Μην κάνεις στον άλλο αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν.» αντέτεινε. «Άλλωστε είμαστε από πολύ διαφορετικούς κόσμους, δεν είμαι όπως οι άντρες που ξέρεις. Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά.» είχαν πλέον φτάσει στο διάδρομο έξω από τα δωμάτια τους και η Νεφέλη κοντοστάθηκε για λίγο νιώθοντας αμήχανα. Το αγόρι βρήκε αυτό της το συναίσθημα διασκεδαστικό και της έκανε νόημα να έρθει στο δικό του δωμάτιο.
«Καλό βράδυ.» του είπε δήθεν αδιάφορα, αφήνοντας την περηφάνια της να θριαμβεύσει. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να χαμογελάει και αυτό τη θύμωσε.
Όταν άνοιξε την πόρτα του δωματίου της δεν περίμενε να το δει εις διπλού. Ήταν σαν κάποιος να είχε τοποθετήσει έναν τεράστιο καθρέφτη στον οποίο και αντικατοπτρίζονταν τώρα το κατά πολύ μικρότερο δωμάτιο της. Αναρωτήθηκε πότε είχαν συμβεί όλα αυτά, αλλά ήταν πολύ κουρασμένη για να δώσει περαιτέρω σημασία. Ξάπλωσε στο κρεβάτι που βρισκόταν κοντύτερα στο παράθυρο και προσπάθησε να κοιμηθεί.
Όταν όμως τελείωσε με τη νοητή της ανασκόπηση πάνω στα δρώμενα που είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες καθώς και την κατάληξη της μικρής της ιστορίας, τσάκωσε τον εαυτό της να θέλει απεγνωσμένα να βρει και άλλη τροφή για σκέψη. Δεν ήταν πως δεν ήθελε να κοιμηθεί, ήταν κουρασμένη, το ένιωθε. Αλλά αισθανόταν πως κάτι έλλειπε. Η Ναταλί δεν είχε γυρίσει ακόμα από τη βόλτα τους και δεν ήξερε αν έπρεπε να ανησυχήσει για αυτό. Τότε όμως άκουσε ομιλίες να έρχονται από το διάδρομο και κατάλαβε πως είχαν επιστρέψει.
Σηκώθηκε δυσαρεστημένη από την απόφαση της καθώς αυτή βασιζόταν κυρίως στην αδυναμία της και έγραψε σε ένα χαρτάκι που άφησε μετά στο κρεβάτι της:
Δικό μου!!
Πάτησε στις μύτες των ποδιών της για να μην κάνει φασαρία και τρύπωσε στο δωμάτιο του Φρέντερικ προτού οι φωνές των φίλων τους στο διάδρομο δυναμώσουν. Σε αντίθεση με εκείνη, αυτός κοιμόταν σαν αγγελούδι. Δεν ήξερε αν ήθελε να θυμώσει για το επίτευγμα του, ή να τον χαζεύει με τις ώρες. Αλλά μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα του και κούρνιασε δίπλα του ακουμπώντας το πρόσωπο της πάνω στο στήθος του. Εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω της και χάιδεψε για λίγο τα μαλλιά της προτού ενδώσει και πάλι στη ζάλη των ονείρων του.
Το επόμενο πρωί ακολούθησε τον Τόμας στην ουδέτερη ζώνη. Οι κάτοικοι είχαν ήδη σχηματίσει την πόλη τους και όλα έδειχναν να λειτουργούν ομαλά, πράγμα αισιόδοξο δεδομένου ότι όλη αυτή η δουλειά είχε γίνει στο χρονικό διάστημα μίας μόνο εβδομάδας. Εκεί διαπίστωσε πως η φήμη για τους τρεις ηγέτες ίσχυε, με τον πλούτο του Νίκολα να κάνει τη διαφορά ανάμεσα τους χωρίς να τον ξεχωρίζει όμως στα μάτια κανενός.
Η Θάλεια ένιωθε παράξενα. Μετά από όλα όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους, θα έβλεπε τον Νίκολα. Δεν είχε καταφέρει να μάθει το λόγο που αρνούταν να φύγει από το πλευρό του πατέρα του νωρίτερα, αλλά είχε αφαιρέσει τη ζωή του για χάρη της. Έπειτα όλοι είχαν πλέον μάθει το ποιόν του, κάτι που συνέβη στην προσπάθεια του να τη βοηθήσει. Τέλος, τώρα ήταν ένα εν γέννηση μέλος του αρχηγείου και εκείνος κατώτερος στην ιεραρχία από εκείνη. Όλα αυτά ήτα απλά πολύ περίεργα.
«Είσαι πολύ αφηρημένη σήμερα.» άκουσε τον Τόμας να της λέει.
«Συγγνώμη… είναι παράξενο. Θυμάμαι αυτά τα μέρη διαφορετικά και τώρα… δεν ξέρω.»
«Καταλαβαίνω, αλλά πρέπει να συγκεντρωθείς. Είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνουμε.»
«Φυσικά, δε θα ξαναεπαναληφθεί.» του είπε με αυστηρότητα προς τον εαυτό της.
«Δεν ήθελα να σε επιπλήξω.» διευκρίνισε φοβούμενος ότι τον είχε παρεξηγήσει.
«Θα έπρεπε.» ο άντρας χαμογέλασε βρίσκοντας την πειθαρχία της αστεία, αλλά η Θάλεια ανοίχτηκε για να καλύψει περισσότερο έδαφος.
Μερικά πράγματα δεν άλλαζαν ποτέ. Στο διάβα της κάτοικοι μιλούσαν ακόμα πίσω από την πλάτη της ενώ αρκετά βλέμματα καρφώνονταν επάνω της. Προσπάθησε να αγνοήσει τους κατοίκους, να αφοσιωθεί στη δουλειά της, αλλά…
«Και εγώ που νόμιζα ότι με χρησιμοποίησες για να ξεφορτωθείς τον πατέρα μου και με εγκατέλειψες.» άκουσε τον Νίκολα να της λέει. Όταν τον είδε της βγήκε αυθόρμητα να του χαμογελάσει, όμως συμμορφώθηκε και κατέβηκε από το άλογο της.
«Ώστε ηγέτης, ε; Δε χάνεις τον χρόνο σου.»
«Ούτε και εσύ, δουλεύεις για το αρχηγείο τώρα;» τη ρώτησε σα να το θεωρούσε μειονέκτημα.
«Έι, είμαι ανώτερη σου, πρέπει να προσέχεις πως μου μιλάς.» τον πείραξε.
«Αλλιώς;»
«Έχω δουλειά, με θέλεις κάτι;» του είπε σταυρώνοντας τα χέρια κάτω από το στήθος της θυμωμένα. Δεν της άρεσε που έπρεπε να την προκαλεί συνέχεια.
«Είσαι πιο όμορφη όταν θυμώνεις.» της είπε νοσταλγικά.
«Έχει… έχεις τρελαθεί;» είχε γίνει κατακόκκινη από ντροπή. «Δεν μπορείς να μου μιλάς έτσι, έχω αγόρι.» ο άντρας έδειχνε μπερδεμένος από τη διάλεκτο της αλλά δε στάθηκε πολύ σε αυτό.
«Εγώ πάντως θα είμαι εδώ όταν αλλάξεις γνώμη, για να σου μιλάω έτσι και να σου κάνω πολλά περισσότερα.» ήθελε να θυμώσει μαζί του, αλλά ήξερε πως κατά βάθος ήθελε μόνο να της πει πόσο πολύ την ήθελε. Και αυτό δεν ήταν κακό, δεν έφταιγε εκείνος που ένιωθε έτσι. Όμως η Νεφέλη ήταν σίγουρη για τον εαυτό της και ήταν σίγουρη για αυτά που ένιωθε γα τον Φρέντερικ.
«Νίκολα… δεν…» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και εκείνος την άρπαξε για να τη φιλήσει. Η Θάλεια πρόβαλε αντίσταση και κατάφερε να δραπετεύσει, αλλά δε θύμωσε μαζί του. Μόνο έφυγε. Και τότε έπεσε πάνω στον Τόμας. Ήταν μια ανόητη ιδέα, δεδομένου ότι ο άντρας δεν μπορούσε να δει, αλλά ένιωθε σα να την είχαν μόλις πιάσει στα πράσα.
«Θα σου πρότεινα να μείνεις μακριά της.» είπε στον Νίκολα με ευγενή και ταυτόχρονα απειλητικό τόνο. Η Θάλεια δεν ήξερε πως έπρεπε να εκλάβει τη συμπεριφορά του, έτσι δεν είπε τίποτα. Καβάλησε και πάλι τον Φεγγαροτό και έφυγε κοιτώντας διστακτικά τον Νίκολα ο οποίος δεν φαινόταν να λογαριάζει την απειλή και είχε άφηνε ακόμα τα μάτια του καρφωμένα επάνω της χαμογελώντας κουρασμένα. Ο Τόμας την ακολούθησε αλλά παρέμεινε σιωπηλός κάνοντας τη να λυγήσει.
«Δεν πρέπει να έχεις και πολύ καλή γνώμη για εμένα.» μουρμούρισε ένοχα.
«Δεν έκανες τίποτα.»
«Το ξέρω… αλλά δε μου άρεσε που τον άφησα έτσι.» του εκμυστηρεύτηκε.
«Αμφιβάλεις για αυτά που αισθάνεσαι;»
«Όχι.» δεν αρπάχτηκε, ήταν σίγουρη και αυτό το συναίσθημα δεν άφησε το απρόσμενο της ερώτησης του να τη θυμώσει.
«Τότε;»
«Δεν ξέρω… θα έπρεπε να μου αρέσει;»
«Όχι, όχι δε θα έπρεπε. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό.»
«Δεν τον συμπαθείς και πολύ, έτσι δεν είναι;»
«Όχι όταν είναι τριγύρω σου. Μην ξεχνάς ότι ο Φρέντερικ είναι σαν αδερφός μου.»
«Ναι αλλά δεν κάναμε τίποτα… εννοώ, δε θα έκανα ποτέ μου τίποτα.»
«Ούτε ο Φρέντερικ θα έκανε ποτέ του τίποτα με την Ναταλί, αν θυμάμαι καλά όμως, δε σου άρεσε να τους βλέπεις μαζί.» και είχε δίκιο, αλλά…
«Πρέπει να γυρίσω πίσω, θα σε βρω σε λίγο εντάξει;» χωρίς να περιμένει για την απάντηση του, έκανε μεταβολή και έψαξε για τον Νίκολα. Τον βρήκε στο ίδιο σημείο, σαν να ήξερε πως θα γυρνούσε πίσω και την περίμενε. «Μου είπες πως ήξερες ότι δε θα διάλεγα εσένα, μου είπες ότι το κατάλαβες. Τί θες λοιπόν από εμένα;» τον ρώτησε θυμωμένα.
«Μια βραδιά μαζί σου.» της είπε ήρεμος.
«Αυτό δε θα γίνει ποτέ.» του είπε βέβαιη.
«Το ξέρω.»
«Τότε γιατί με κάνεις να νιώθω άσχημα;»
«Μην το ξεχνάς μικρή, εγώ είμαι ο κακός. Στο είπα και πριν, θα είμαι πάντα εδώ για να σε βάζω σε πειρασμό. Γιατί αν δεν μπορώ να σε έχω, αυτό είναι το μόνο πράγμα που μου δίνει απόλαυση. Πήγαινε λοιπόν στον πρίγκιπα σου γιατί εγώ δεν πάω πουθενά.»
«Και δε σε πειράζει αυτό;» τον ρώτησε αγανακτισμένη.
«Μην προσπαθείς να με ψυχολογήσεις, δεν έχω λόγους για αυτά που κάνω και ούτε θέλω να έχω. Δεν είμαι αυτό που νομίζεις.»
Έκανε λοιπόν μεταβολή και έφυγε για τελευταία φορά. Δεν σκόπευε να συνεχίσει άλλο αυτή τη συζήτηση, ένιωθε πως πρόδιδε το αγόρι της με αυτήν της την περιέργεια.
Εκείνο το βράδυ περίμενε τον Φρέντερικ στο δωμάτιο του μέχρι να γυρίσει, δεν είχε όρεξη να δει ή να μιλήσει σε κανέναν άλλο. Όταν το αγόρι επέστρεψε την κοίταξε παραξενευμένο από κάτι που βρήκε στην έκφραση του προσώπου της, αλλά δεν μίλησε. Έβγαλε τη θήκη με το σπαθί του και την μπλούζα του για να τα κρεμάσει σε μία καρέκλα. Έριξε λίγο από το νερό μίας κανάτας μέσα σε μία λεκάνη και έβρεξε το πρόσωπο του. Μετά κάθισε στο κρεβάτι δίπλα της ακουμπώντας ένα μικρό αντικείμενο μπροστά της.
Ήταν ένα δαχτυλίδι από ρουμπίνια και ήταν πανέμορφο.
«Θα με παντρευτείς;» τη ρώτησε μετά από ένα λεπτό σιωπής ατενίζοντας το πρόσωπο της. Δεν ήξερε γιατί αυτή του η πρόταση έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της, ήξερε μόνο ότι την έκανε πολύ χαρούμενη.
«Εξαρτάται, με ρωτάς επειδή μίλησες με τον Τόμας;»
«Μίλησα με τον Τόμας, αλλά δε σε ρωτάω για αυτό. Θέλεις εμένα.» της είπε με ακράδαντη σιγουριά.
«Τότε πρέπει να μου υποσχεθείς ότι οι γάμοι στον κόσμο σας διαφέρουν από αυτούς στο δικό μου.»
«Είμαι σίγουρος ότι διαφέρουν. Αν όχι, θα τον κάνω εγώ να διαφέρει.» δεν είχε καμία αμφιβολία για τα λεγόμενα του, ούτε για την απάντηση της.
«Ναι… αν σε θέλω τόσο πολύ, μάλλον πρέπει να σε παντρευτώ.» τον πείραξε χρησιμοποιώντας τα ίδια του τα λόγια.
«Αυτό σημαίνει ναι;» τη ρώτησε αβέβαιος. Σαν απάντηση, η Νεφέλη έγνεψε καταφατικά και όρμησε στην αγκαλιά του καθώς περνούσε τα πόδια της γύρω από τη μέση του και τον φιλούσε.