Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Πρόταση

«Μια εβδομάδα… ελάτε, ελάτε.» είπε τραβολογώντας τον Φρέντερικ προς την κατεύθυνση του αρχηγείου.
«Δε θα τη γλιτώσεις τόσο εύκολα.» επέμεινε το αγόρι αναφερόμενος στο σκασιαρχείο του μικρού.
Μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, ο Τόμι τους αφηγήθηκε τα δρώμενα των τελευταίων ημερών.
Τα τείχη δεν είχαν σηκωθεί ξανά γιατί δεν υπήρχε αρκετή δύναμη για να γίνει κάτι τέτοιο. Έτσι, οι υπήκοοι του Φαίδου ως αυτοί που ηττήθηκαν, έχασαν αρκετή γη και στρατιώτες. Εκείνοι δεν είχαν απώλεια σε ζωές, μόνο πολλούς τραυματίες. Οι δύο πλευρές ωστόσο, κατόπιν πρότασης του Νίκολα, είχαν φτάσει σε μία συμφωνία. Η ειρήνη θα επικρατούσε στην Ελσάντα όσο καμία πλευρά δεν έπληττε την άλλη. Ένας όρος που συμπεριλάμβανε την καταπάτηση συνόρων, την απώλεια ζωών και την εκμετάλλευση πηγών τροφής, νερού και ενέργειας. Επίσης, το αρχηγείο είχε παραχωρήσει τα κεκτημένα τους για την δημιουργία ουδέτερης ζώνης, οι κάτοικοι της οποίας έπρεπε να τηρούν τη συμφωνία εκτός από την ρήτρα που τους απαγόρευε να περάσουν τα σύνορα. Έπρεπε όμως να δίνουν φόρο υποτέλειας στο αρχηγείο και να σέβονται τις αποφάσεις του πάση θυσία.
Η Ναταλί καλυτέρευε αλλά ήταν ακόμα αδύναμη από το χτύπημα που παραλίγο να της στερήσει τη ζωή. Ενώ ο Νίκολα είχε αποφασίσει να ζήσει στην ουδέτερη ζώνη με όλη την άνεση που του παρείχαν τα πλούτη του πατέρα του τα οποία και διεκδίκησε προτού οι υπήκοοι του εκλέξουν το νέο διάδοχο τους. Φήμες μάλιστα έλεγαν πως ο λαός της ουδέτερης ζώνης είχε αποφασίσει πως ήθελε να τους διοικούν τρεις και όχι ένας ηγέτες και πως ο Νίκολα είχε ήδη ανέβει στην ιεραρχία και είχε διεκδικήσει τον τίτλο του ενός από τους τρεις.
Τα νέα αυτά χαροποίησαν την Νεφέλη που όμως έκρυψε αυτό της το συναίσθημα από τον Φρέντερικ ο οποίος κρατούσε ακόμα την κόντρα του μαζί του. Όταν έφτασαν στο αρχηγείο πήγαν κατευθείαν στην κουζίνα όπου βρήκαν μαζεμένα όλα τα μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Ναταλί.
Έπεσε νεκρική σιωπή, κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια τους (ή ότι και αν ήταν αυτό που έκανε τον Τόμας να συμμεριστεί την παρουσία τους).
«Ωραία υποδοχή.» γκρίνιαξε ο Φρέντερικ ενώ τράβηξε μία καρέκλα και κάθισε δίπλα στην Ναταλί. «Πώς είσαι;» τη ρώτησε τρυφερά. Η στάση του έκανε την Νεφέλη να ζηλέψει, εκείνη έπρεπε να τον φέρει στα όρια του για να τον κάνει να της μιλήσει τόσο γλυκά.
«Είμαι καλά.» είπε κοιτώντας την Νεφέλη διστακτικά.
«Διοργανώνουμε ένα πανηγύρι, μπορούμε να το αφιερώσουμε στην επιστροφή σου αν αυτό ικανοποιεί τον εγωισμό σου.» τον πείραξε ο Τόμας αναφερόμενος στα παράπονα του αγοριού για την υποδοχή τους.
«Μην ανησυχείτε, τους τα εξήγησα όοολα εγώ.» μπήκε στη συζήτηση ο Τόμι παίρνοντας το ύφος μεγάλου.
«Χαιρόμαστε… χαιρόμαστε πολύ που γυρίσατε.» τους καλωσόρισε η Ρόζα αγχωμένα. «Θέλετε να σας φτιάξω κάτι να φάτε; Σήμερα μαγείρεψε η Σοφία βέβαια…»
«Έι! Τί σημαίνει αυτό;» τη διέκοψε θιγμένη η γυναίκα κάνοντας του πάντες να γελάσουν.
«Δεν ήθελα να σε προσβάλω… αλλά, μα τα γένια μου, ακόμα και εγώ μαγειρεύω καλύτερα!» την πείραξε ο Αντρέας.
«Α ναι; Γιατί δεν τους φτιάχνεις λοιπόν κάτι να φάνε;» αντέτεινε η γυναίκα. Εκείνος γούρλωσε τα μάτι στην προοπτική της ιδέας της και τους κοίταξε αμήχανα.
«Εε… φυσικά και θα τους φτιάξω.»
«Μην ανησυχείς Αντρέα, θα φάμε ότι έχει κάνει η Σοφία. Το πεινασμένο γιότλυ τρώει ακόμα και κάρβουνο.» είπε ο Φρέντερικ πειράζοντας με τη σειρά του τη γυναίκα.
«Σα δε ντρέπεσαι!» απάντησε πετώντας του ένα πατσαβούρι.
«Δε μας είπες όμως Νεφέλη, τι έγινε στα άλλα, εκείνα τα μέρη;» αναρωτήθηκε ο Λούνι όταν την είδε να κάθεται σιωπηλά δίπλα στην Ναταλί. Όμως δε στάθηκε στην ερώτηση του.
Ήταν κάτι που δεν είχε πολυσκεφτεί και που η συνάντηση με τον πατέρα της την έκανε να προσέξει. Κανείς δεν την είχε ρωτήσει ποιο ήταν το πραγματικό της όνομα. Όλοι εξακολουθούσαν να τη φωνάζουν Νεφέλη. Ακόμα και η ίδια δεν ήξερε ποιο όνομα προτιμούσε. Τότε όμως θυμήθηκε κάτι που της είχε πει ο πατέρας της όταν ήταν έξι χρονών.
Είχε αρχίσει να κάνει ερωτήσεις για τη μητέρα της και εκείνος της είχε πει πως αυτή είχε επιλέξει το όνομα, πως το λάτρευε και είχε έρθει σε σύγκρουση με τα πεθερικά και τους γονείς της προκειμένου να το κρατήσει. Και έτσι το λάτρευε και ο ίδιος…
«Δε με λένε Νεφέλη.» είπε διακόπτοντας τον Φρέντερικ που έδινε την απάντηση που της είχε ζητηθεί. «…το όνομα μου είναι Θάλεια.» μουρμούρισε ακόμα αβέβαιη για την επιλογή της. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα σε ένα σημείο στο τραπέζι, θα ένιωθε αμήχανα αν έπρεπε να κοιτάξει το πρόσωπο κάποιου. «…Αλλά μπορείτε να με φωνάζετε όπως θέλετε.» συμπλήρωσε βιαστικά όταν έπεσε σιωπή.
«Μα είμαστε τόσο αγενής.» είπε η Μαργαρίτα θυμωμένα. «Φυσικά και έχεις δικό σου όνομα… έπρεπε να σε είχαμε ρωτήσει.»
«Όχι… μου αρέσουν και τα δύο.»
«Εμένα μου αρέσει το πραγματικό σου όνομα περισσότερο.» της είπε ο Τόμας γλυκά.
«Ναι, και εμένα.» συμφώνησε η Ναταλί. Η Θάλεια όμως αναζήτησε το πρόσωπο του Φρέντερικ, αυτού η άποψη ήταν που την ενδιέφερε περισσότερο. Το αγόρι όμως την κοιτούσε με ένα απροσδιόριστο βλέμμα και δεν ήξερε τι να υποθέσει. Μετά έστρεψε τα μάτια του αλλού, χωρίς να σχολιάσει.
«Εγώ προτιμώ το παλιό… άουτς!» η άποψη του Αντρέα προφανώς δεν ήταν αποδεκτή από την Μαργαρίτα που εξέφρασε την αντίρρηση της κλοτσώντας τον.
«Ναι, είναι πολύ ωραίο.» τη διαβεβαίωσε η Ρόζα ενώ η Σοφία κουνούσε το κεφάλι της καταφατικά καθώς έβαζε κάποιου είδους σούπα σε ένα πιάτο που ετοιμαζόταν να σερβίρει.
«Εγώ δεν πεινάω.» της είπε βιαστικά ενώ σηκωνόταν από την καρέκλα της. «Λέω να πλυθώ πρώτα.» είπε την πρώτη δικαιολογία που ήρθε στο μυαλό της. Ύστερα όμως σκέφτηκε πως ένα καυτό μπάνιο ήταν μια πολύ καλή ιδέα.
Ένα κομμάτι της περίμενε τον Φρέντερικ να την ακολουθήσει, αλλά σταμάτησε να ελπίζει όταν έκλεισε την πόρτα του μπάνιου πίσω της και μπήκε στην πέτρινη πισίνα που είχε γεμίσει με αφρόλουτρα. Δεν είχε καταλάβει πόσο στρεσαρισμένη ήταν πριν από αυτό και έκλεισε για λίγο τα μάτια της για να χαλαρώσει.
Δεν είχε ακούσει κανέναν να μπαίνει, έτσι τρόμαξε όταν ένιωσε να της πιτσιλάνε το πρόσωπο. Είδε τον Φρέντερικ να κάθεται οκλαδόν στο χείλος της πισίνας με ένα ζαβολιάρικο χαμόγελο.
«Τί κάνεις εδώ;» του είπε προσπαθώντας να καλύψει με τον αφρό και τα χέρια της τα εκτεθειμένα σημεία του σώματος της.
«Σε λίγο θα βγούμε με την Ναταλί και τα παιδιά, σκέφτηκα ότι ήθελες να έρθεις.» της είπε διαλύοντας τον αφρό μπροστά της. Η Θάλεια του χτύπησε το χέρι για να το απομακρύνει αλλά εκείνος το έβαλε ακόμα πιο βαθιά μέσα στο νερό τσιμπώντας την.
«Έι!» του είπε σοκαρισμένη από τη συμπεριφορά του. Εκείνος όμως μπήκε μέσα και την κόλλησε στον τοίχο πιέζοντας το σώμα του πάνω στο δικό της. Η Θάλεια κοκκίνισε από το θάρρος του αλλά δεν τον σταμάτησε, δεν είχε συνηθίσει να τον βλέπει τόσο τολμηρό. Με το ένα του χέρι χάιδεψε το πρόσωπο της ενώ το άλλο ακολούθησε την καμπύλη του σώματος της κάτω από το νερό, ζουλώντας ταυτόχρονα το μηρό της όταν κατέληξε εκεί...

Το ίδιο βράδυ έκαναν μια βόλτα στην πόλη αλλά η Ναταλί ήταν πολύ αδύναμη και αποφάσισαν να καθίσουν σε μία ταβέρνα εφόσον κανείς δεν είχε χορτάσει από τη σούπα της Σοφίας και όλοι πεινούσαν. Η Θάλεια ένιωθε άσχημα αφού για μια ακόμα φορά κάποιος έπρεπε να την κεράσει αλλά η Ναταλί ήταν κατενθουσιασμένη, όλοι έδειχναν να τη συμπαθούν… όλοι πλέον έδειχναν να τη βλέπουν, γελούσαν με τα αστεία της.
«Νομίζω πως οφείλουμε να κάνουμε μία πρόποση στην Θάλεια.» άκουσε τον Τόμας να λέει. Εκείνη τους κοίταξε παραξενευμένη καθώς σήκωναν τα ποτήρια τους και τα τσούγκριζαν.
«Για ποιό λόγο;» τους ρώτησε όταν είδε πως κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να της δώσει εξηγήσεις.
«Που έκανες όσα έκανες για εμάς.» ξεκίνησε η Ναταλί.
«Που έδωσες τέλος σε αυτόν τον γελοίο πόλεμο.» συμπλήρωσε ο Τόμας.
«Για τη νέα σου θέση στο αρχηγείο.» συνέχισε ο Λούνι.
«Τί;!!» τον ρώτησε μπερδεμένη. «Θα φύγεις;» στράφηκε στην Ναταλί θλιμμένα.
«Όχι βέβαια, δεν τρελάθηκα. Απλά σκεφτήκαμε πως τώρα που το αρχηγείο κέρδισε περισσότερη γη, χρειάζεται και περισσότερα μάτια. Ή μήπως νόμιζες ότι θα αφήναμε τον δικό σου να κάνει κουμάντο σε τόσα στρέμματα;» ο Φρέντερικ μόρφασε στο προσωνύμιο που η κοπέλα παραχώρησε για τον Νίκολα αλλά εκείνη δεν του έδωσε καμία απολύτως σημασία.
«Αλλά θέλεις δουλειά ακόμα.» της είπε ο Τόμας αυστηρά, όμως αυτή του η προειδοποίηση δεν έσβησε το χαμόγελο από τα χείλη της Θάλειας. «Αύριο θα έρθεις μαζί μου στην ουδέτερη ζώνη.»
«Όμως έχω μία απορία, από πότε γίνατε φίλες εσείς οι δύο;» τη ρώτησε ο Λούνι προβληματισμένος.
«Δεν έχει σημασία.» την πρόλαβε η Ναταλί με ένα μεγάλο χαμόγελο.
«Φαίνετε πως δε θα είσαι πια το τρόπαιο για αυτές τις δύο κυρίες.» ο Τόμας πείραξε τον Φρέντερικ.
«Πίστεψε με, δε με πειράζει καθόλου.» του είπε χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια για να κρύψει την ανακούφιση του. «Πάμε;» ρώτησε την Θάλεια όταν είδε πως προσπαθούσε να τρίψει διακριτικά τα μάτια της από τη νύστα.
«Όχι είμαι…» προσπάθησε να αρνηθεί από ευγένεια όμως όλα έδειχναν πως η ερώτηση του αγοριού ήταν ρητορική εφόσον σηκώθηκε ανοίγοντας της το δρόμο.
Καληνύχτισαν την παρέα τους και κατευθύνθηκαν ξανά προς τον πύργο, κανείς από τους δύο δε μιλούσε στη διαδρομή… για αρχή.
«Που μου έδωσες ακόμα μία ευκαιρία.» μουρμούρισε το αγόρι μετά από λίγο.
«Τί εννοείς;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Σε ευχαριστώ που μου έδωσες ακόμα μία ευκαιρία. Πάντα πίστευα πως οι γονείς μου είχαν φύγει πολύ γρήγορα, πως χρειαζόμουν ακόμα χρόνο, μια ευκαιρία.» της εξήγησε αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια.
«Εγώ δε σου έδωσα καμία ευκαιρία, μόνο σου την πήρες. Δε σου ζήτησα να έρθεις μαζί μου.» τον πείραξε. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να χαμογελάει ενώ στράφηκε προς το μέρος της περιμένοντας να τον κοιτάξει. Όταν αρνήθηκε, την έπιασε από το χέρι και την ακούμπησε ευγενικά στον πλησιέστερο τοίχο. Ακούμπησε το χέρι της στην καρδιά του και την κοίταξε μέσα στα μάτια.
«Μπορεί να είσαι ζηλιάρα, εκνευριστική, υπερόπτης, επίμονη… παιδί… αλλά σε αγαπάω.» πάνω που είχε αρχίσει να θυμώνει από την περιγραφή του, τα ξέχασε όλα. Περίμενε τόσο καιρό για να ακούσει αυτές τις λέξεις από το στόμα του που τώρα δεν ήξερε πως να αντιδράσει.
«Αα… ωραία… ναι, το υποψιαζόμουν.» του είπε αμήχανα.
«Και τώρα το ξέρεις.» είπε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της και μετέπειτα το πρόσωπο της.
«Ξέρεις… μπορείς να το αποδείξεις και πέρα από τα λόγια.» τον προκάλεσε.
«Ξέρεις… τώρα θα μοιράζεσαι το δωμάτιο σου με την Ναταλί και εγώ θα πάρω πίσω το δικό μου.»
«Αυτό δεν είναι απόδειξη αγάπης.» του είπε μπερδεμένη από την αλλαγή του θέματος.
«Για την ακρίβεια διεκδικώ την ελευθερία μου και τον ύπνο μου.» είπε συνεχίζοντας τον δρόμο του.
«Και…  η εξομολόγηση ήταν ο τρόπος σου για να πάρεις συγχωροχάρτι;»
«Όχι, αν και δεν έχω ιδέα τι σημαίνει το συγχωροχάρτι. Μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις, απλά θέλω πίσω το δωμάτιο μου.» συνέχισε όταν είδε την γκριμάτσα στο πρόσωπο της. Εκείνη τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της και προπορεύτηκε μαζί του. «Σκεφτόμουν… πως θα μου άρεσε να σε φωνάξω Νεφέλη.» της είπε δειλά μετά από λίγο.
«Δε σου αρέσει το όνομα μου;» τον ρώτησε περιπαικτικά.
«Δεν είναι αυτό, απλά για εμένα θα είσαι πάντα η Νεφέλη… ένα μυθικό πλάσμα, βγαλμένο από μύθους και παραμύθια.»
«Και τι πλάσμα είναι αυτό;» τον ρώτησε καχύποπτα.
«Μια όμορφη Θεά που βοηθούσε πάντα τους πιστούς της με τους πιο παράξενους τρόπους.» η Θάλεια δάγκωσε τα χείλη της για να σταματήσει ένα χαμόγελο και τον κοίταξε με μάτια γεμάτα ικανοποίηση.
«Ώστε αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες όταν με είδες;»
«Όχι, σκέφτηκα ότι είσαι ντυμένη πολύ παράξενα.» την πείραξε. Η Θάλεια τον τσίμπησε θυμωμένα και απομακρύνθηκε για να τον προκαλέσει σε μία παιδιάστικη μάχη. Εκείνος όμως την αγνόησε και συνέχισε να περπατάει με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το σβέρκο, έτσι τον ακολούθησε πτοημένη.
«Όποιος αγαπάει πειράζει.» μουρμούρισε πληγωμένη από την αδιαφορία του.
«Μην κάνεις στον άλλο αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν.» αντέτεινε. «Άλλωστε είμαστε από πολύ διαφορετικούς κόσμους, δεν είμαι όπως οι άντρες που ξέρεις. Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά.» είχαν πλέον φτάσει στο διάδρομο έξω από τα δωμάτια τους και η Νεφέλη κοντοστάθηκε για λίγο νιώθοντας αμήχανα. Το αγόρι βρήκε αυτό της το συναίσθημα διασκεδαστικό και της έκανε νόημα να έρθει στο δικό του δωμάτιο.
«Καλό βράδυ.» του είπε δήθεν αδιάφορα, αφήνοντας την περηφάνια της να θριαμβεύσει. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να χαμογελάει και αυτό τη θύμωσε.
Όταν άνοιξε την πόρτα του δωματίου της δεν περίμενε να το δει εις διπλού. Ήταν σαν κάποιος να είχε τοποθετήσει έναν τεράστιο καθρέφτη στον οποίο και αντικατοπτρίζονταν τώρα το κατά πολύ μικρότερο δωμάτιο της. Αναρωτήθηκε πότε είχαν συμβεί όλα αυτά, αλλά ήταν πολύ κουρασμένη για να δώσει περαιτέρω σημασία. Ξάπλωσε στο κρεβάτι που βρισκόταν κοντύτερα στο παράθυρο και προσπάθησε να κοιμηθεί.
Όταν όμως τελείωσε με τη νοητή της ανασκόπηση πάνω στα δρώμενα που είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες καθώς και την κατάληξη της μικρής της ιστορίας, τσάκωσε τον εαυτό της να θέλει απεγνωσμένα να βρει και άλλη τροφή για σκέψη. Δεν ήταν πως δεν ήθελε να κοιμηθεί, ήταν κουρασμένη, το ένιωθε. Αλλά αισθανόταν πως κάτι έλλειπε. Η Ναταλί δεν είχε γυρίσει ακόμα από τη βόλτα τους και δεν ήξερε αν έπρεπε να ανησυχήσει για αυτό. Τότε όμως άκουσε ομιλίες να έρχονται από το διάδρομο και κατάλαβε πως είχαν επιστρέψει.
Σηκώθηκε δυσαρεστημένη από την απόφαση της καθώς αυτή βασιζόταν κυρίως στην αδυναμία της και έγραψε σε ένα χαρτάκι που άφησε μετά στο κρεβάτι της:

Δικό μου!!

Πάτησε στις μύτες των ποδιών της για να μην κάνει φασαρία και τρύπωσε στο δωμάτιο του Φρέντερικ προτού οι φωνές των φίλων τους στο διάδρομο δυναμώσουν. Σε αντίθεση με εκείνη, αυτός κοιμόταν σαν αγγελούδι. Δεν ήξερε αν ήθελε να θυμώσει για το επίτευγμα του, ή να τον χαζεύει με τις ώρες. Αλλά μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα του και κούρνιασε δίπλα του ακουμπώντας το πρόσωπο της πάνω στο στήθος του. Εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω της και χάιδεψε για λίγο τα μαλλιά της προτού ενδώσει και πάλι στη ζάλη των ονείρων του.
Το επόμενο πρωί ακολούθησε τον Τόμας στην ουδέτερη ζώνη. Οι κάτοικοι είχαν ήδη σχηματίσει την πόλη τους και όλα έδειχναν να λειτουργούν ομαλά, πράγμα αισιόδοξο δεδομένου ότι όλη αυτή η δουλειά είχε γίνει στο χρονικό διάστημα μίας μόνο εβδομάδας. Εκεί διαπίστωσε πως η φήμη για τους τρεις ηγέτες ίσχυε, με τον πλούτο του Νίκολα να κάνει τη διαφορά ανάμεσα τους χωρίς να τον ξεχωρίζει όμως στα μάτια κανενός.
Η Θάλεια ένιωθε παράξενα. Μετά από όλα όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους, θα έβλεπε τον Νίκολα. Δεν είχε καταφέρει να μάθει το λόγο που αρνούταν να φύγει από το πλευρό του πατέρα του νωρίτερα, αλλά είχε αφαιρέσει τη ζωή του για χάρη της. Έπειτα όλοι είχαν πλέον μάθει το ποιόν του, κάτι που συνέβη στην προσπάθεια του να τη βοηθήσει. Τέλος, τώρα ήταν ένα εν γέννηση μέλος του αρχηγείου και εκείνος κατώτερος στην ιεραρχία από εκείνη. Όλα αυτά ήτα απλά πολύ περίεργα.
«Είσαι πολύ αφηρημένη σήμερα.» άκουσε τον Τόμας να της λέει.
«Συγγνώμη… είναι παράξενο. Θυμάμαι αυτά τα μέρη διαφορετικά και τώρα… δεν ξέρω.»
«Καταλαβαίνω, αλλά πρέπει να συγκεντρωθείς. Είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνουμε.»
«Φυσικά, δε θα ξαναεπαναληφθεί.» του είπε με αυστηρότητα προς τον εαυτό της.
«Δεν ήθελα να σε επιπλήξω.» διευκρίνισε φοβούμενος ότι τον είχε παρεξηγήσει.
«Θα έπρεπε.» ο άντρας χαμογέλασε βρίσκοντας την πειθαρχία της αστεία, αλλά η Θάλεια ανοίχτηκε για να καλύψει περισσότερο έδαφος.
Μερικά πράγματα δεν άλλαζαν ποτέ. Στο διάβα της κάτοικοι μιλούσαν ακόμα πίσω από την πλάτη της ενώ αρκετά βλέμματα καρφώνονταν επάνω της. Προσπάθησε να αγνοήσει τους κατοίκους, να αφοσιωθεί στη δουλειά της, αλλά…
«Και εγώ που νόμιζα ότι με χρησιμοποίησες για να ξεφορτωθείς τον πατέρα μου και με εγκατέλειψες.» άκουσε τον Νίκολα να της λέει. Όταν τον είδε της βγήκε αυθόρμητα να του χαμογελάσει, όμως συμμορφώθηκε και κατέβηκε από το άλογο της.
«Ώστε ηγέτης, ε; Δε χάνεις τον χρόνο σου.»
«Ούτε και εσύ, δουλεύεις για το αρχηγείο τώρα;» τη ρώτησε σα να το θεωρούσε μειονέκτημα.
«Έι, είμαι ανώτερη σου, πρέπει να προσέχεις πως μου μιλάς.» τον πείραξε.
«Αλλιώς;»
«Έχω δουλειά, με θέλεις κάτι;» του είπε σταυρώνοντας τα χέρια κάτω από το στήθος της θυμωμένα. Δεν της άρεσε που έπρεπε να την προκαλεί συνέχεια.
«Είσαι πιο όμορφη όταν θυμώνεις.» της είπε νοσταλγικά.
«Έχει… έχεις τρελαθεί;» είχε γίνει κατακόκκινη από ντροπή. «Δεν μπορείς να μου μιλάς έτσι, έχω αγόρι.» ο άντρας έδειχνε μπερδεμένος από τη διάλεκτο της αλλά δε στάθηκε πολύ σε αυτό.
«Εγώ πάντως θα είμαι εδώ όταν αλλάξεις γνώμη, για να σου μιλάω έτσι και να σου κάνω πολλά περισσότερα.» ήθελε να θυμώσει μαζί του, αλλά ήξερε πως κατά βάθος ήθελε μόνο να της πει πόσο πολύ την ήθελε. Και αυτό δεν ήταν κακό, δεν έφταιγε εκείνος που ένιωθε έτσι. Όμως η Νεφέλη ήταν σίγουρη για τον εαυτό της και ήταν σίγουρη για αυτά που ένιωθε γα τον Φρέντερικ.
«Νίκολα… δεν…» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και εκείνος την άρπαξε για να τη φιλήσει. Η Θάλεια πρόβαλε αντίσταση και κατάφερε να δραπετεύσει, αλλά δε θύμωσε μαζί του. Μόνο έφυγε. Και τότε έπεσε πάνω στον Τόμας. Ήταν μια ανόητη ιδέα, δεδομένου ότι ο άντρας δεν μπορούσε να δει, αλλά ένιωθε σα να την είχαν μόλις πιάσει στα πράσα.
«Θα σου πρότεινα να μείνεις μακριά της.» είπε στον Νίκολα με ευγενή και ταυτόχρονα απειλητικό τόνο. Η Θάλεια δεν ήξερε πως έπρεπε να εκλάβει τη συμπεριφορά του, έτσι δεν είπε τίποτα. Καβάλησε και πάλι τον Φεγγαροτό και έφυγε κοιτώντας διστακτικά τον Νίκολα ο οποίος δεν φαινόταν να λογαριάζει την απειλή και είχε άφηνε ακόμα τα μάτια του καρφωμένα επάνω της χαμογελώντας κουρασμένα. Ο Τόμας την ακολούθησε αλλά παρέμεινε σιωπηλός κάνοντας τη να λυγήσει.
«Δεν πρέπει να έχεις και πολύ καλή γνώμη για εμένα.» μουρμούρισε ένοχα.
«Δεν έκανες τίποτα.»
«Το ξέρω… αλλά δε μου άρεσε που τον άφησα έτσι.» του εκμυστηρεύτηκε.
«Αμφιβάλεις για αυτά που αισθάνεσαι;»
«Όχι.» δεν αρπάχτηκε, ήταν σίγουρη και αυτό το συναίσθημα δεν άφησε το απρόσμενο της ερώτησης του να τη θυμώσει.
«Τότε;»
«Δεν ξέρω… θα έπρεπε να μου αρέσει;»
«Όχι, όχι δε θα έπρεπε. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό.»
«Δεν τον συμπαθείς και πολύ, έτσι δεν είναι;»
«Όχι όταν είναι τριγύρω σου. Μην ξεχνάς ότι ο Φρέντερικ είναι σαν αδερφός μου.»
«Ναι αλλά δεν κάναμε τίποτα… εννοώ, δε θα έκανα ποτέ μου τίποτα.»
«Ούτε ο Φρέντερικ θα έκανε ποτέ του τίποτα με την Ναταλί, αν θυμάμαι καλά όμως, δε σου άρεσε να τους βλέπεις μαζί.» και είχε δίκιο, αλλά…
«Πρέπει να γυρίσω πίσω, θα σε βρω σε λίγο εντάξει;» χωρίς να περιμένει για την απάντηση του, έκανε μεταβολή και έψαξε για τον Νίκολα. Τον βρήκε στο ίδιο σημείο, σαν να ήξερε πως θα γυρνούσε πίσω και την περίμενε. «Μου είπες πως ήξερες ότι δε θα διάλεγα εσένα, μου είπες ότι το κατάλαβες. Τί θες λοιπόν από εμένα;» τον ρώτησε θυμωμένα.
«Μια βραδιά μαζί σου.» της είπε ήρεμος.
«Αυτό δε θα γίνει ποτέ.» του είπε βέβαιη.
«Το ξέρω.»
«Τότε γιατί με κάνεις να νιώθω άσχημα;»
«Μην το ξεχνάς μικρή, εγώ είμαι ο κακός. Στο είπα και πριν, θα είμαι πάντα εδώ για να σε βάζω σε πειρασμό. Γιατί αν δεν μπορώ να σε έχω, αυτό είναι το μόνο πράγμα που μου δίνει απόλαυση. Πήγαινε λοιπόν στον πρίγκιπα σου γιατί εγώ δεν πάω πουθενά.»
«Και δε σε πειράζει αυτό;» τον ρώτησε αγανακτισμένη.
«Μην προσπαθείς να με ψυχολογήσεις, δεν έχω λόγους για αυτά που κάνω και ούτε θέλω να έχω. Δεν είμαι αυτό που νομίζεις.»
Έκανε λοιπόν μεταβολή και έφυγε για τελευταία φορά. Δεν σκόπευε να συνεχίσει άλλο αυτή τη συζήτηση, ένιωθε πως πρόδιδε το αγόρι της με αυτήν της την περιέργεια.

Εκείνο το βράδυ περίμενε τον Φρέντερικ στο δωμάτιο του μέχρι να γυρίσει, δεν είχε όρεξη να δει ή να μιλήσει σε κανέναν άλλο. Όταν το αγόρι επέστρεψε την κοίταξε παραξενευμένο από κάτι που βρήκε στην έκφραση του προσώπου της, αλλά δεν μίλησε. Έβγαλε τη θήκη με το σπαθί του και την μπλούζα του για να τα κρεμάσει σε μία καρέκλα. Έριξε λίγο από το νερό μίας κανάτας μέσα σε μία λεκάνη και έβρεξε το πρόσωπο του. Μετά κάθισε στο κρεβάτι δίπλα της ακουμπώντας ένα μικρό αντικείμενο μπροστά της.
Ήταν ένα δαχτυλίδι από ρουμπίνια και ήταν πανέμορφο.
«Θα με παντρευτείς;» τη ρώτησε μετά από ένα λεπτό σιωπής ατενίζοντας το πρόσωπο της. Δεν ήξερε γιατί αυτή του η πρόταση έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της, ήξερε μόνο ότι την έκανε πολύ χαρούμενη.
«Εξαρτάται, με ρωτάς επειδή μίλησες με τον Τόμας;»
«Μίλησα με τον Τόμας, αλλά δε σε ρωτάω για αυτό. Θέλεις εμένα.» της είπε με ακράδαντη σιγουριά.
«Τότε πρέπει να μου υποσχεθείς ότι οι γάμοι στον κόσμο σας διαφέρουν από αυτούς στο δικό μου.»
«Είμαι σίγουρος ότι διαφέρουν. Αν όχι, θα τον κάνω εγώ να διαφέρει.» δεν είχε καμία αμφιβολία για τα λεγόμενα του, ούτε για την απάντηση της.
«Ναι… αν σε θέλω τόσο πολύ, μάλλον πρέπει να σε παντρευτώ.» τον πείραξε χρησιμοποιώντας τα ίδια του τα λόγια.
«Αυτό σημαίνει ναι;» τη ρώτησε αβέβαιος. Σαν απάντηση, η Νεφέλη έγνεψε καταφατικά και όρμησε στην αγκαλιά του καθώς περνούσε τα πόδια της γύρω από τη μέση του και τον φιλούσε.

Κρησφύγετο

Ο Φρέντερικ είχε πάρει το μήνυμα του Νίκολα και πορεύονταν ήδη για το δάσος. Δεν του άρεσε που είχε μπει μέσα στο κεφάλι του αλλά ανησυχούσε για την Νεφέλη, ανησυχούσε πολύ. Δεν είχε καταφέρει να μάθει τι είχε συμβεί αλλά είχε ακούσει πως το τείχος του Φαίδου είχε πέσει και μπορούσε μόνο να υποθέσει πως το δεύτερο σκέλος του σχεδίου τους δεν είχε πάει και τόσο καλά.
Το δρόμο του τώρα έκλεινε μια στρατιά. Κατέβηκε από το άλογο του και τράβηξε το σπαθί του, παρόλο που ήξερε πως δεν μπορούσε να τους αντιμετωπίσει όλους. Άκουσε τις οπλές αλόγων να ζυγώνουν αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει την πλάτη του στους υπόλοιπους αντιπάλους του, έτσι χύθηκε στη μάχη.
«Πόσο καιρό έχουμε να το κάνουμε αυτό;» αναρωτήθηκε ο Λούνι. Εκείνος και ο Τόμας στάθηκαν πλάτη με πλάτη βοηθώντας το φίλο τους.
«Αν εννοείς να παλέψουμε πλάτη με πλάτη… πρέπει να ήμασταν παιδιά ακόμη, ψάχναμε το όγδοο κλειδί.» του απάντησε ο Τόμας.
«Τί κάνετε εσείς εδώ;» τους μάλωσε ο Φρέντερικ. «Πρέπει να ετοιμάσετε το στρατό.»
«Ο Αντρέας και η Μαργαρίτα θα τα καταφέρουν μια χαρά και χωρίς εμάς. Δεν μπορώ να πως τα ίδιο και για εσένα.» ήρθε η απάντηση από τον Τόμας.
«Ξέρεις, τώρα που το σκέφτομαι…» ξεκίνησε να λέει ο Λούνι. «εμείς πήραμε τη θέση στο αρχηγείο επειδή βρήκαμε το κλειδί, δε θα έπρεπε να δώσουμε στην Νεφέλη την τελευταία θέση; Εκείνη βρήκε το ένατο κλειδί.»
«Τη θέση την πήρε η Ναταλί, ξεπέρασε το.» αντέτεινε ο Φρέντερικ.
«Εγώ; Θέλω να δω πως θα το ξεπεράσεις εσύ όταν το μάθει εκείνη… αν δεν το ξέρει ήδη.» τον πείραξε.
«Εγώ πάλι νομίζω ότι θα τη γλιτώσει πολύ φτηνά. Έχουν αρχίσει να γίνονται φίλες.» επενέβη ο Τόμας που εκείνη την ώρα έριχνε και τον τελευταίο τους αντίπαλο αναίσθητο.
«Σου έδωσαν να πιεις τίποτα χαλασμένο;» τον ρώτησε ο Λούνι που καβαλούσε και πάλι το άλογο του. «Που πάμε;» ρώτησε τον Φρέντερικ ξαφνικά σοβαρός.
«Στη λίμνη.» τους είπε χαράζοντας το δρόμο ορμώμενος.
***

«Είσαι καλά;»
«Ο πατέρας σου…»
«Έχεις παραισθήσεις.»
«Όχι…» του είπε και με όση δύναμη της είχε απομείνει τον έσπρωξε μακριά από εκείνη την ανθρωπόμορφη σκιά που είχε δει να ξεπροβάλει από το δάσος.
Είδε το μανιασμένο πρόσωπο του Φαίδου να συσπάται από οργή ενώ άλλαξε την πορεία του στρέφοντας τη λεπίδα του σπαθιού του προς εκείνη αντί για το γιο του. Η Νεφέλη έκλεισε τα μάτια της φοβισμένα και όταν δεν ένιωσε τίποτα, τα άνοιξε και πάλι. Ο Νίκολα είχε καρφώσει τον πατέρα του πισώπλατα εμποδίζοντας τον έτσι από το να πειράξει την Νεφέλη. Το νεκρό του σώμα έπεσε κενό δίπλα της κοιτώντας τη με ορθάνοιχτα μάτια.
«Έχουμε σχεδόν φτάσει.» της είπε παράδοξα ήρεμα για κάποιον που είχε μόλις αναγκαστεί να σκοτώσει τον πατέρα του.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω, θα μείνω για να το καθυστερήσω. Πήγαινε εσύ, φέρε την πύλη εδώ.» του είπε προσπαθώντας να κρύψει τον φόβο της.
«Δε θα σε αφήσω εδώ!» της δήλωσε αυστηρά. Όμως το κορίτσι δεν είχε το κουράγιο να του απαντήσει. Συγκρατούσε τις δυνάμεις της για να διώξει εκείνο το συναίσθημα. Όμως χανόταν… το μυαλό της ξέφευγε.
«Νεφέλη!!» η οικεία φωνή του Φρέντερικ έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της, παρόλο που ακουγόταν ανήσυχος, τρομαγμένος.
Είδε τη θολή του φιγούρα να τρεμοπαίζει μπροστά στα μάτια της και ταράχτηκε όταν συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο του.
«Σήκωσε την.»
«Ανοίξτε την πύλη.»
«Δεν μπορεί να πάει μόνη της…»

Ένιωθε μπερδεμένη, στεκόταν ακόμα στο δάσος αλλά τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Κοίταξε γύρω της ξανά και διαπίστωσε ότι όλα ήταν σάπια, έρημα.
«Κατάρα… γύρευε πόσο καιρό θα με αφήσουν εδώ.» γκρίνιαξε. Τους είχε σταματήσει, το ένιωθε. Αλλά δεν μπορούσε να ζήσει σε εκείνο το μέρος μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, ο χρόνος στην Ελσάντα κυλούσε πολύ πιο αργά από ότι πίσω από την ένατη πύλη.
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι αυτό το μέρος είναι ασφαλές.» ο Φρέντερικ στεκόταν ακριβώς από πίσω τη και κοιτούσε τώρα τριγύρω του με αηδία.
«Τί κάνεις εσύ εδώ;» δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Χαιρόταν που το αγόρι ήταν μαζί της, αλλά υποτίθεται πως δεν μπορούσε να περάσει σε αυτόν τον κόσμο αν δεν είχε περάσει πρώτα από την όγδοη πύλη.
«Θα προτιμούσες να έρθει ο Νίκολα;» τη ρώτησε δήθεν αδιάφορα. Την άρεσε τόσο πολύ να τον βλέπει να ζηλεύει που η πρώτη της αντίδραση ήταν να χαμογελάσει και να πηδήσει στην αγκαλιά του. Όμως το αγόρι άφησε ένα επιφώνημα πόνου και η Νεφέλη κατέβηκε από επάνω του για να τον περιεργαστεί. Μια μεγάλη και βαθιά γρατζουνιά απλώνονταν κατά μήκος των πλευρών του.
«Έχεις χτυπήσει.» του είπε με παράπονο.
«Δεν είναι τίποτα.» είπε κρύβοντας την πληγή του με το χέρι του. Όμως η Νεφέλη δεν του έδωσε σημασία.
«Πρέπει να βρούμε κάτι για να στο καθαρίσω.» την επόμενη κιόλας στιγμή η Ορόρα εμφανίστηκε από το πουθενά μπροστά από την Νεφέλη. Το κορίτσι αναπήδησε τρομαγμένο και πισωπάτησε μερικά βήματα. «Μακάρι να σταματούσες να μου το κάνεις αυτό.» είπε πιάνοντας την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά από την τρομάρα της. Τότε όμως συνειδητοποίησε πως ο Φρέντερικ μπορούσε να τη δει και πως το πρόσωπο της γυναίκας δεν είχε πλέον πληγές. Ήταν καθαρό, πανέμορφο. Τώρα μπορούσε να δει επάνω της τα όμορφα χαρακτηριστικά που είχε κληροδοτήσει στο γιο της.
Ένιωθε αμήχανα, δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί. Η Ορόρα και ο Φρέντερικ κοιτάζονταν στα μάτια και ήταν σα να είχαν μια βουβή, προσωπική συζήτηση. Ξάφνου η γυναίκα έκανε το πρώτο βήμα, αλλά ο Φρέντερικ πισωπάτησε αμυντικά. Η μητέρα του όμως επέμεινε, έκανε άλλο ένα βήμα… και ακόμα ένα. Μέχρι που τον πλησίασε αρκετά για να αγγίξει το πρόσωπο του.
Δάκρυα χαράς κύλησαν στα μάτια της και χαμογέλασε στοργικά στον Φρέντερικ. Το δικό του πρόσωπο όμως ήταν δύσκολο να το διαβάσεις. Υπήρχε παράπονο στα μάτια του και πόνος.
«Τί νομίζεις ότι κάνεις;» άκουσαν την εκνευρισμένη φωνή της Αντζέλικα να ηχεί μέσα στο δάσος. Η Νεφέλη έφερε μερικούς κύκλους γύρω από τον εαυτό της ανήσυχη και ύστερα τη βρήκε να στέκεται σε απόσταση αναπνοής από εκείνη. «Δεν μπορείς να την αφήσεις να τον αγγίξει!» της φώναξε. Παραξενεύτηκε όταν η κοπέλα δεν πέρασε σε κάποιου είδους επίθεση, μπορούσε να δει στα μάτια της πόσο ήθελε να της χιμήξει, να ξεσκίσει τη σάρκα της… αλλά ήταν ανίκανη για κάτι τέτοιο.
Και τότε το κατάλαβε.
Η Αντζέλικα δεν μπορούσε πλέον να την πειράξει, κανείς τους δεν μπορούσε. Ήταν η καρδιά αυτού του κόσμου. Μπορεί να δυσκολευόταν να τους ελέγξει, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν εσκεμμένα σε επίθεση εναντίον της.
«Και γιατί αυτό;» τη ρώτησε παγερά.
«Γιατί… έτσι. Είναι νεκρή, έχασε αυτό το δικαίωμα.» και αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Νεφέλη είδε στο πρόσωπο της Αντζέλικα κάτι που θύμιζε το κορίτσι που είχε πρωτογνωρίσει σε εκείνο το χαρέμι. Ζήλευε. Σκέφτηκε.
«Βάζω στοίχημα ότι θα ήθελες και εσύ να τον αγγίξεις.» η Αντζέλικα γινόταν ολοένα και πιο νευρική, πιο κινητική. Ήταν λες και αυτή της η αντίδραση προσέλκυσε τον όχλο από φθαρμένες ανθρώπινες μορφές που τους περικύκλωσε. Ο Φρέντερικ πήρε αμυντική θέση ενώ η Ορόρα πρόταξε το στήθος της για να τον προστατεύσει.
«Φύγετε!» η Νεφέλη δεν αναγνώριζε την ίδια της την φωνή. Όμως εκείνη ήταν αυτή που οργισμένη διέταξε το πλήθος να διαλυθεί. «Τώρα!» άντλησε μια παράδοξη ικανοποίηση όταν τους είδε να εκτελούν τις εντολές της. Δεν μπορούσαν να την παρακούσουν, όσο και αν η Αντζέλικα προσπάθησε.
Όλος αυτός ο θυμός, όλο αυτό το μίσος που τώρα πήγαζε από μέσα της, ξαφνικά την τρόμαξε. Θυμήθηκε τον πατέρα της, την είχε παρομοιάσει σαν το φως στα σκοτεινά του μονοπάτια. Και όμως εκείνη ένιωθε περισσότερο σαν το σκοτάδι την προκειμένη στιγμή. Η θύμηση του Τόμας να στέκεται μπροστά από τον καθρέφτη του πύργου ήρθε στο μυαλό της.
Ο μεγαλύτερος του φόβος ήταν το σκοτάδι. Και όμως, ζούσε με αυτό κάθε του μέρα, κάθε του στιγμή έδινε μάχη και έβγαινε πάντα νικητής. Παρ’ όλα αυτά, δε θα μπορούσε ποτέ του να απαλλαγεί από αυτόν του το φόβο. Ήταν καταδικασμένος να τον κουβαλάει μέσα του. Για πάντα. Και αυτό την ταρακούνησε, γιατί εκείνη καλούταν να αντιμετωπίσει τους φόβους της πολύ λιγότερες φορές. Και δεν μπορούσε να τα βγάλει εις πέρα; Αρνήθηκε, αρνήθηκε να αφήσει τον άλλο της εαυτό να τη φοβίσει. Αρνήθηκε να υποχωρήσει.
Και τότε ένιωσε το θυμό και το μίσος της να υποχωρούν. Ένιωσε και πάλι σα να ήταν κάτι φωτεινό. Και αυτή τη φορά ήταν σίγουρη για τον εαυτό της, αυτή τη φορά ένιωθε δυνατή.
Γύρισε προς το μέρος του φίλου της και της μητέρας του και χαμογέλασε δειλά.
«Μήπως υπάρχει κάποιο μέρος που να μπορέσουμε να περιποιηθούμε την πληγή αυτού του μπουμπουνοκέφαλου;» είπε γέρνοντας το κεφάλι της προς το μέρος του Φρέντερικ. Η Ορόρα χαμογέλασε βρίσκοντας την ονομασία που απέδωσε στο γιο της διασκεδαστική, αλλά ο ίδιος δεν το βρήκε τόσο αστείο. «Μη με κοιτάς έτσι, μου χρωστάς ακόμα εξηγήσεις.» του είπε αμυντικά. Η Ορόρα όμως δεν έδειχνε διατεθειμένη να τους οδηγήσει. Αντί αυτού, ακούμπησε την πληγή του γιου της και την αμέσως επόμενη στιγμή, αυτή είχε εξαφανιστεί. «Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί δεν χρειάζεστε μηχανήματα για μεταμόσχευση.» μουρμούρισε εντυπωσιασμένη.
«Είσαι πολύ παράξενη.» της είπε η γυναίκα με ένα γλυκό χαμόγελο. Αυτό ήταν κάτι που ο Φρέντερικ βρήκε αστείο. Η κοπέλα τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια της αλλά αυτό δεν έδειχνε να τον πτοεί ούτε στο ελάχιστο. «Μου αρέσει.» συνέχισε στρεφόμενη προς τον γιο της. Τουλάχιστον αυτό του έκοψε το γέλιο. Σκέφτηκε το κορίτσι όταν τον είδε να σοβαρεύει ξαφνικά. «Σ’ αγαπάω… πρέπει να φύγω.»
«Τί; Όχι, μείνε.» την παρακάλεσε τρομαγμένος από αυτήν την επιλογή.
«Έχουν δίκιο, δεν μπορώ να είμαι κοντά σου… να σε αγγίζω. Είσαι ζωντανός. Δεν αποδυναμώνει μόνο εμένα, αλλά ταράσσει τους κόσμους. Και πρέπει να προσέχεις τις ισορροπίες.» πρόσθεσε μιλώντας τώρα στην Νεφέλη.
«Με εμένα δεν είχατε πρόβλημα.» σχολίασε με πικρία.
«Εσύ ήσουν εδώ για τη δοκιμασία, μια τέτοια επαφή ήταν επιτρεπτή. Τώρα η καρδιά έχει δοθεί. Ήρθες εδώ με τον Φρέντερικ επειδή ψάχνατε καταφύγιο, αλλά αυτό αλλάζει τα πράγματα. Πρέπει να φύγετε σύντομα, πρέπει να κρατάς τις ισορροπίες.»
«Δεν ξέρω καν τι σημαίνει αυτό… και έπειτα, δεν μπορούμε να φύγουμε αν δεν τελειώσει ο πόλεμος.»
«Θα τελειώσει, σε λίγο. Θα το καταλάβεις.»
«Τί εννοείς;» όμως δεν επρόκειτο να πάρει απάντηση. Η γυναίκα κοίταξε το γιο της για μία τελευταία φορά και εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα με νοσταλγία αναμεμιγμένη με χαρά. Αυτή του η αντίδραση επιβεβαίωνε ένα μόνο πράγμα για την Νεφέλη.
Δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
«Αντίο μικρέ μου.»
«Αντίο.» της είπε με φωνή φορτισμένη. Και ύστερα η γυναίκα χάθηκε μέσα στις σκιές του δάσους.
Για μία ακόμη φορά, η κοπέλα δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Ένιωθε την ανάγκη του Φρέντερικ να σταματήσει τη μητέρα του, παρ’ όλα αυτά ήταν τόσο στυφνός, τόσο ακίνητος. Δεν ήξερε αν ήταν από τα άτομα που ήθελαν κάποιον δίπλα του όταν κάτι τους έκανε ευάλωτους, ήξερε μόνο ότι προσπαθούσε πολύ για να μη δείχνει τις αδυναμίες του. Έτσι αποφάσισε να είναι ο εαυτός της. Πήγε κοντά του και κράτησε το χέρι του ενώ ταυτόχρονα το τύλιγε γύρω από εκείνη. Στην αρχή δεν αντέδρασε, ύστερα όμως την κράτησε κοντά στο στήθος του και την τράβηξε παροτρύνοντας τη να καθίσουν στη βάση μιας ελιάς.
«Εξακολουθώ να μην ξέρω για πιο λόγο είμαστε εδώ.» της είπε μετά από λίγο.
«Δεν σου είπε ο Νίκολα;» τον ρώτησε παραξενευμένη.
«Δεν είχαμε χρόνο για εξηγήσεις.» εκείνη αφέθηκε για λίγο στα μάτια του και ύστερα βολεύτηκε ξαπλώνοντας επάνω του.
«Τους τραβούσε ο πόλεμος… και όλα εκείνα τα συναισθήματα που απορρέουν από αυτό. Έχανα τον έλεγχο.»
«Εννοείς ότι… ό, τι και αν ζει εδώ, μπορεί να…»
«…Με κάνουν ότι θέλουν; Είμαι η γέφυρα ανάμεσα σε εκείνους και στην Ελσάντα. Θα μπορούσαν να με χρησιμοποιήσουν… ήθελαν να με χρησιμοποιήσουν. Και ο Φαίδος ήξερε ότι θα συνέβαινε αυτό. Πίστευε ότι θα έχανα τον έλεγχο και πως εκείνοι θα μπορούσαν να μείνουν προστατευμένοι κάτω από τα τείχη τους. Ο Κόναρ όμως δεν ήθελε να ρισκάρει άλλο, εκείνος ήταν αυτός που ήθελε να με σκοτώσει και σκόπευε να το κάνει πίσω από την πλάτη του Φαίδου. Αλλά υπολόγιζαν χωρίς τον ξενοδόχο.»
«Ξέρεις ότι δεν καταλαβαίνω τις παροιμίες σου, έτσι;» τη ρώτησε αβέβαιος.
«Σωστά…» είπε αραδιάζοντας ένα χαμόγελο. «…ξέχνα το λοιπόν. Η ουσία είναι πως, δεν μπορούσα να το ελέγξω και ο Νίκολα είπε πως ο μόνος τρόπος να το σταματήσω θα ήταν αν έμενα… εδώ, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος ή να με σκοτώσετε. Αλλά δεν είχα την πύλη.»
«Και ο Φαίδος…»
«Μας τέλειωσε… ο Νίκολα… και η Ναταλί, βοήθησαν σε αυτό.»
«Η Ναταλί… δεν την είδα μαζί σας.» είπε ξαφνικά ανήσυχος.
«Είναι καλά… ελπίζω.» του είπε νιώθοντας ένοχη που καθόταν αμέριμνη ενώ εκείνη υπέφερε. «Ο Νίκολα της έκανε… κάτι σαν ξόρκι. Είπε ότι θα την κρατούσε ζωντανή… αλλά θα υπέφερε.»
«Ξόρκι… μου λες ότι χτυπήθηκε;» σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βηματίζει ανήσυχα. Η αντίδραση του την έκανε να ζηλέψει, αλλά δεν ήθελε να υποκύψει σε αυτό το συναίσθημα.
«Ναι… προσπάθησε να… την χτύπησε ο Φαίδος.» είπε αποφεύγοντας να μην αναφέρει το όνομα του Νίκολα για ακόμη μία φορά. «Αλλά θα γίνει καλά.» όμως αυτό δεν έδειχνε να τον καθησυχάζει ιδιαίτερα, έτσι η Νεφέλη αποπειράθηκε να αλλάξει το θέμα. «Δε μου είπες όμως, πώς κατάφερες να έρθεις εσύ εδώ; Δεν υποτίθεται πως έπρεπε να έχεις περάσει πρώτα από την όγδοη πύλη;» η ερώτηση της τον ημέρεψε, αλλά αυτό δεν την καθησύχασε όπως περίμενε. Αντιθέτως, την παραξένεψε.
«Εγώ βρήκα το κλειδί Νεφέλη… ήμουν παιδί, φυσικά και πέρασα την πύλη. Προσπάθησα να σου το πω… για αυτό δεν άντεχα να είμαι κοντά σου. Αλλά ήμουν εγωιστής, δεν μπόρεσα να μείνω μακριά σου.» ήταν σίγουρη πως  ο συνειρμός του είχε μία λογική και πως προσπαθούσε να της εξηγήσει κάτι, αλλά δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
«Και το καλό που σου θέλω να μην το κάνεις, αλλά δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς.»
«Έπρεπε να είμαι εγώ αυτός που θα κάνει τη δοκιμασία. Αλλά τους άφησα να με πείσουν να πας εσύ… γιατί ο μύθος μιλούσε για εσένα.» είπε σκυθρωπά.
«Χαίρομαι που σε έπεισαν.» είπε στην ανάμνηση της δοκιμασίας.
«Πώς μπορείς να το λες αυτό;» αναρωτήθηκε και με δύο δρασκελιές την πλησίασε και γονάτισε μπροστά της για να κρατήσει το πρόσωπο της.
«Στο είπα, σε αγαπάω. Νομίζεις ότι θα το προτιμούσα αν… τα τραβούσες εσύ όλα αυτά; Άλλωστε ο Τόμας έχει δίκιο, ο μύθος γράφτηκε για εμένα, δεν προσπαθείς να μου κλέψεις την δόξα μου, έτσι;» τον πείραξε.
«Εγώ δε σου είπα ότι ο Τόμας ήταν αυτός που με έπεισε.» της είπε μπερδεμένος.
«Δεν χρειάστηκε, ακούγεται σαν τα λόγια που θα έλεγε ο Τόμας. Για την ακρίβεια μου ακούγονται δικαιολογίες, που σημαίνει ότι κάποιος ήξερε πως θα πέθαινες αν πήγαινες εκεί και ο μόνος που θα μπορούσε να το ξέρει, είναι ο Τόμας.» του ξήγησε το σκεπτικό της.
«Σκέφτεσαι πάντα έτσι;» τη ρώτησε σαστισμένος.
«Ναι.» ένα δροσερό αεράκι φύσηξε κάνοντας μια κλαίουσα ιτιά να πέσει στην αντίληψη της. Ήταν πανέμορφη, όχι όπως τα υπόλοιπα σάπια δέντρα, αλλά γέρικη και τα κλαδιά της… σχημάτιζαν μια πύλη.
«Τώρα…» άκουσε τη φωνή της Ορόρας κάπου μέσα στο σφύριγμα του ανέμου και σηκώθηκε μεμιάς αρπάζοντας τον Φρέντερικ από το χέρι. Έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και πέρασαν μέσα από τη νοητή πύλη.
«Τί συμβαίνει;» τη ρώτησε το αγόρι σαστισμένο όταν δεν μπόρεσε να προσέξει καμία διαφορά.
«Δεν το βλέπεις; Γυρίσαμε.» είπε δείχνοντας του κλαδιά των δέντρων που δεν ήταν πλέον σάπια.
«Δεν υποτίθεται ότι έπρεπε να μείνουμε εκεί… παραπάνω;» η ρώτησε προβληματισμένος.
«Πάμε στο αρχηγείο καλύτερα.» όμως το αγόρι δεν την άφησε να προχωρήσει. Της ζήτησε να κάνει ησυχία ενώ εκείνος προχωρούσε προς μια κατεύθυνση στα δεξιά του.
Άκουσαν μία αστεία παιδική κραυγή και ύστερα ο Τόμι ξεπρόβαλε μέσα από έναν θάμνο με σκοπό να επιτεθεί στον Φρέντερικ.
«Τόμι, τι κάνεις εδώ;» του είπε αυστηρά. Το παιδί σταμάτησε σαστισμένο και κοιτούσε μία εκείνον και μία την Νεφέλη.
«Γυρίσατε!» αναφώνησε χαρούμενος ενώ έτρεξε να αγκαλιάσει τον Φρέντερικ. Εκείνος ανακάτεψε τα μαλλιά του και έσκυψε για να τον κοιτάξει ως ίσο.
«Πόσες φορές θα σου πως ότι δεν μπορείς να έρχεσαι στο δάσος; Ειδικά το βράδυ και ειδικά τώρα που έχουμε πόλεμο.
«Μα δεν έχουμε πόλεμο.» του είπε χαρούμενα. «Νικήσαμε. Ο Νίκολα και η Ναταλί νικήσαν τον Φαίδο και όλα πήγαν όπως το σχέδιο σας.» είπε κοιτώντας την Νεφέλη.
«Πόσο καιρό λείπουμε;» τον ρώτησε εκείνη.



Κάλεσμα

Δεν περίμενε να τα καταφέρει με την πρώτη προσπάθεια και δεν περίμενε να βρεθεί στο αστυνομικό τμήμα.
Η Ριάννα βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα παγκάκι της αίθουσας αναμονής ενώ ένας αστυνομικός την είχε σκεπάσει με το σακάκι του.
«Τί θέλεις εσύ πάλι εδώ;» γκρίνιαξε η κοπέλα ενοχλημένη.
«Ούτε εγώ ήθελα να είμαι εδώ…» της είπε ειρωνικά. «Τέλος πάνων, πώς τα πας;»
«Το έχαψαν, θα με πάνε σε ένα ορφανοτροφείο σε λίγο. Δήλωσαν ότι βρέθηκα και αν δεν έρθει κάποιος να με ζητήσει… θα με κρατήσουν.»
«Το ξέρεις πως δεν μπορείς να τους πεις ποτέ ότι βρήκες τη μνήμη σου, έτσι;»
«Για χαζή με περνάς; Τώρα άσε με να κοιμηθώ.» η Νεφέλη έκανε να φύγει, ύστερα όμως σκέφτηκε πως ίσως η Ριάννα ήθελε να ξέρει.
«Έχουμε πόλεμο ξέρεις, έσπασαν τα ξόρκια που σχημάτιζαν τα τείχη που μας χώριζαν.»
«Δε θα σταματήσει ποτέ.» μουρμούρισε θλιμμένα. «Πάντα θα έχουν τον πόλεμο τους… πάντα θα καταστρέφονται ζωές. Δεν το μετανιώνω που έφυγα και δε γυρίσω πίσω.»
«Δε σου το είπα για αυτό… απλά σκέφτηκα ότι μπορείς αν θες να πεις κάτι στην Μαργαρίτα, θα μπορούσα να της το μεταβιβάσω.» η Ριάννα έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα έκλεισε και πάλι τα μάτια της.
«Πες της ότι η φυγή μου δεν είχε καμία σχέση με εκείνη. Πες της ότι την αγαπάω πολύ.» η Νεφέλη χάρηκε που της δόθηκε η ευκαιρία να μεταβιβάσει τόσο χαρμόσυνα νέα και ανακουφισμένη, αφέθηκε για να γυρίσει πίσω.
Ένιωθε μουδιασμένη και το κεφάλι της πονούσε. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως είχε συνέλθει, ο Νίκολα και η Ναταλί έδειχναν απορροφημένοι από τη συζήτηση τους ενώ φιλούσαν τσίλιες.
«Έσπασε;» τους ρώτησε τρομάζοντας την Ναταλί η οποία αναπήδησε και συγκράτησε μετά δυσκολίας ένα επιφώνημα.
«Τρελάθηκες; Θέλεις να πεθάνω από καρδιά;» την κατηγόρησε η κοπέλα.
«Συγγνώμη.» απολογήθηκε κάνοντας μία γκριμάτσα.
«Έχει αποδυναμωθεί πάρα πολύ, αλλά δεν έχει πέσει ακόμα.» ήρθε η απάντηση από τον Νίκολα.
«Πώς το ξέρουμε αυτό;»
«Το νιώθουμε… αν είχε διαλέξει πλευρά θα το καταλάβαινες.» της είπε ο άντρας.
«Είμαι τόσο καιρό εδώ και όλα μου φαίνονται ακόμα τόσο περίεργα.» μουρμούρισε παρατηρώντας έναν άντρα που έτρεχε ανάστατος.
«Πρέπει να έχουν καταλάβει πως είσαι εδώ.» της είπε ο Νίκολα κοιτώντας προς την ίδια κατεύθυνση. «Πρέπει να φύγεις.»
«Ναι… σχετικά με αυτό, υπάρχει κάτι που δεν πρόλαβα να σου αναφέρω για το σχέδιο μας.» ξεκίνησε να λέει η Νεφέλη.
«Θέλεις να σκοτώσεις τον πατέρα μου, το ξέρω. Ωραίο σχέδιο, μου είπε τα πάντα η Ναταλί.»
«Και… δε σε πειράζει;» τον ρώτησε διστακτικά.
«Όχι.» της είπε με θυμό. Ένα συναίσθημα που είχε να κάνει με την αντιμετώπιση του πατέρα του προς τον ίδιο. Υπέθεσε η Νεφέλη.
«Ωραία, μπορείς να μας πας σε εκείνον;»
«Μπορώ, αλλά δε θα το κάνω. Πρέπει να φύγεις, θα αναλάβω εγώ τον πατέρα μου.»
«Ξέχασε το!» επενέβη η Ναταλί σηκώνοντας τον τόνο της φωνής της κατά λάθος. Όμως η Νεφέλη είχε άλλη στρατηγική…
«Το δάσος είναι γεμάτος από άντρες του πατέρα σου. Εσύ όμως μπορείς να μας πας πίσω με ασφάλεια. Θα βγάλουμε τον πατέρα σου από τη μέση και μετά θα γυρίσουμε πίσω μαζί.»
«Προσπαθείς να με πατρονάρεις, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε σχεδόν βέβαιος.
«Ω ναι.» του είπε αντλώντας ικανοποίηση. Ήξερε πως δεν σκόπευε να την αφήσει να κυκλοφορεί στο δάσος απροστάτευτη.
«Για δες τι έχουμε εδώ. Ξέρεις, εσύ θα έπρεπε να είσαι νεκρή τώρα. Μπορεί ο Φαιδός να είχε άλλα σχέδια για εσένα, αλλά για εμένα είσαι εντελώς άχρηστη.» ο Κόναρ στεκόταν τώρα ακριβώς από πίσω τους.
«Το ήξερα ότι ο πατέρας μου δε θα έκανε μια τόσο ανόητη κίνηση. Πρέπει να έχεις χτυπήσει το κεφάλι σου πολύ δυνατά για να πιστεύεις πως μπορείς να τα βάλεις μαζί μου.» του είπε ο Νίκολα σε απειλητικό τόνο. Ώστε ο Κόναρ ήταν αυτός που είχε δώσει την εντολή για το θάνατο της; Αναρωτήθηκε. Για ποιο λόγο να κάνει μία τόσο ανόητη κίνηση πίσω από την πλάτη του άρχοντα του;
Το πρόσωπο του άντρα συσπάστηκε από θυμό ενώ στάθηκε έτοιμος για επίθεση. Την επόμενη όμως στιγμή έπεσε αναίσθητος. Ο Νίκολα τράβηξε το μαχαίρι του από το στήθος του και το σκούπισε στα ρούχα του προτού το βάλει στο θηκάρι του.
«Ελάτε… καλύτερα να κρύψεις το πρόσωπο σου Σεσίλ.» την παρότρυνε και αφού φόρεσαν τις κουκούλες τους, ηγήθηκε του δρόμου.
«Ποιά είναι η Σεσίλ;» αναρωτήθηκε η Ναταλί σαστισμένη.
«Μην του δίνεις σημασία.» μουρμούρισε η Νεφέλη.
Η πτώση του τείχους είχε κάνει τους πάντες νευρικούς και είχε φέρει πολύ κίνηση στους δρόμους. Δυσκολεύτηκαν να φτάσουν μέχρι το κάστρο εξ αιτίας των φρουρών που είχαν στήσει καρτέρι σε κάθε γωνία, αδημονώντας να πιάσουν εκείνη ή τον Νίκολα. Αλλά ο άντρας ήξερε να κινείται καλά μέσα στα σοκάκια και όποιος στάθηκε στο δρόμο τους είχε τη μοίρα του Κόναρ.
Όταν πλέον έφτασαν στο κάστρο αυτό ήταν σχεδόν έρημο.
«Δεν είναι εδώ.» η Νεφέλη άκουσε τη γνώριμη φωνή της Ορόρας να πάλετε στον αέρα.
«Δεν είναι εδώ.» επανέλαβε στους υπολοίπους.
«Και πως το ξέρεις εσύ αυτό;» τη ρώτησε ο Νίκολα ειρωνικά.
«Απλά το ξέρω.» του είπε κοφτά. Όμως εκείνος παρέμενε σκεπτικός.
«Υπάρχει μία καταπακτή που θα μας οδηγήσει κατευθείαν στο δάσος.» τους είπε μετά από λίγο, δεν του άρεσε που έπρεπε να αναβάλει το σχέδιο τους και δεν του άρεσαν οι αλλαγές. Αλλά την εμπιστεύτηκε και αυτό την ξάφνιασε.
«Περίμενε, πρέπει να τον βρούμε.» τον σταμάτησε η Ναταλί.
«Θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αυτοκτονία… υποθέτω πως δεν ξέρεις που είναι;» συνέχισε στρεφόμενος προς την Νεφέλη.
«Σου μοιάζω για κανένα κυνηγόσκυλο;» τον αποπήρε θυμωμένη από αυτήν την εξέλιξη.
«Μόνο όταν δαγκώνεις.» είπε μέσα από τα δόντια του.
Πήγαν στην αίθουσα του θρόνου και εκεί ο Νίκολα τους φανέρωσε μία καταπακτή κρυμμένη πίσω από τους θρόνους, ακριβώς κάτω από εκείνο το παράξενο αναρριχόμενο φυτό. Ο διάδρομος κάτω από αυτήν ήταν σκοτεινός και είχε πλημμυρίσει από νερά (ή τουλάχιστον ήλπιζε να είναι νερά δεδομένου ότι μύριζε πολύ άσχημα).
«Πες μου ότι αυτός δεν είναι ο υπόνομος.» γκρίνιαξε η Ναταλί.
«Δεν είναι ο υπόνομος.» την καθησύχασε. Χτύπησε τα δάχτυλα του μεταξύ τους και μία σπίθα πήδησε στον αέρα και άρχισε να χοροπηδάει ενώ προπορεύονταν, δίνοντας τους έτσι το απαραίτητο φως που χρειάζονταν για να συνεχίσουν. Η Νεφέλη είχε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα που οξύνονταν όσο προχωρούσαν και αυτό την έκανε πολύ νευρική. Δεν ήξερε αν οφείλονταν στο άγχος της για το αποτυχημένο της σχέδιο ή απλά ανησυχούσε για τον Φρέντερικ και για τα υπόλοιπα μέλη του αρχηγείου. «Τα τείχη έπεσαν.» τις ενημέρωσε μετά από λίγη ώρα διαδρομής.
Η Νεφέλη ένιωθε το σώμα της πολύ κουρασμένο ενώ ήταν πλέον σίγουρη πως εκείνο το παράδοξο συναίσθημα αποδυνάμωνε το σώμα της. Είχαν φτάσει στο τέλος της διαδρομής τους και ο Νίκολα τώρα προσπαθούσε να ανοίξει την καταπακτή που οδηγούσε στο δάσος. Πρέπει να είχε φρακάρει λόγω των εναποθέσεων του χώματος αλλά τελικά τα κατάφερε και περίμενε για να βοηθήσει τα δύο κορίτσια να ανέβουν τη σαραβαλιασμένη σκάλα που ένωνε το υπόγειο με την επιφάνεια.
Όταν ήρθε η σειρά της Νεφέλης, ζαλίστηκε και παραπάτησε σπάζοντας ένα από τα σάπια σκαλοπάτια και πέφτοντας κατευθείαν στην αγκαλιά του Νίκολα.
«Εσύ τρέμεις.» διαπίστωσε ο άντρας ανήσυχος.
«Κρυώνω λίγο.» είπε το πρώτο ψέμα που της ήρθε στο μυαλό. Αλλά όταν αποπειράθηκε μία ακόμη προσπάθεια να σκαρφαλώσει, εκείνος την τράβηξε και πάλι κοντά του και ακούμπησε τα χείλη του στο μέτωπο της. «Τρελάθηκες; Τί σε έπιασε;» είπε σπρώχνοντας τον μακριά της εξοργισμένη.
«Καις από πυρετό.» της είπε θυμωμένος για το ψέμα της.
«Παιδιά… δε θέλω να σας το χαλάσω… αλλά χρειάζομαι ενισχύσεις εδώ πάνω.» ακούστηκε η φωνή της Ναταλί να τους λέει διστακτικά. Η Νεφέλη έσπευσε να ανέβει αλλά ο Νίκολα την παραμέρισε και ανέβηκε πρώτος κλείνοντας την καταπακτή προτού προλάβει να βγει.
Ήξερε πως το έκανε για να την προστατεύσει, αλλά αυτό δεν απέτρεψε το θυμό της από το να βγει στην επιφάνεια. Ήθελε να βγει έξω, να πολεμήσει μαζί τους. Τα ίδια της τα συναισθήματα όμως την εξαντλούσαν. Δεν μπορούσε να ακούσει τους ήχους της μάχης και υπέθεσε πως αυτό οφείλονταν στην ηχομόνωση που της προσέφερε το κρησφύγετο της.
Ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλιά και προσπάθησε να ανοίξει και πάλι την καταπακτή. Αλλά ένιωθε αδύναμη και έτρεμε ολόκληρη, σαν ψάρι έξω από το νερό. Όμως επέμεινε και σύντομα τα κατάφερε.
Δίπλα της τώρα κειτόταν δύο αναίσθητα ματωμένα κορμιά, όμως αυτό που επικράτησε της προσοχής της ήταν η κραυγή της Ναταλί. Η κοπέλα μαχόταν με δύο άντρες και έχανε έδαφος ολοένα και περισσότερο μέχρι που ο ένας από αυτούς την έριξε στο έδαφος και άρχισε να την χτυπάει μανιασμένα ενώ τώρα ετοιμάζονταν να χαράξει το πρόσωπο της με το σπαθί του.
«Όχι!» φώναξε η Νεφέλη κάνοντας μία ασυναίσθητη κίνηση με τα χέρια της. Και τότε ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει για τους δύο άντρες. Η κοπέλα σύρθηκε μακριά σαστισμένη από την απρόσμενη τροπή των πραγμάτων και κοίταξε γύρω της αναζητώντας για κάποια εξήγηση. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα. Η Ναταλί έγνευσε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και σηκώθηκε μεμιάς για να αποτελειώσει τους αντιπάλους της.
Η Νεφέλη αισθάνθηκε ένα παράδοξο κύμα να έρχεται καταπάνω της αλλά δεν πρόλαβε να δει τι ήταν αυτό που την χτύπησε. Βρέθηκε ξαπλωμένη σε μερικά αποσυνθεμένα φύλλα ενώ από το στόμα της τώρα κυλούσε αίμα. Εκείνο το ακατανόητο συναίσθημα που την προειδοποιούσε ότι κάτι άσχημο συνέβαινε, επιδεινωνόταν. Αποδυναμώνοντας την ολοένα και περισσότερο.
«Είναι δύσκολο, έτσι δεν είναι; Να το ελέγξεις.» άκουσε τον Φαιδό να της λέει. Ο άντρας τώρα ζύγωνε κοιτώντας την με μία έκφραση ικανοποίησης. Ο Νίκολα και η Ναταλί εξακολουθούσαν να μάχονται με σθένος ενώ κάθε ένας από αυτούς έδινε τα δυνατά του για να τελειώσει με τη μάχη του, πρόθυμος να σπεύσει στο πλευρό της για να τη βοηθήσει.
Και αυτό τη  θύμωσε.                                        
Μπορούσε να τα καταφέρει μια χαρά και μόνη της. Είπε στον εαυτό της. Μπορούσε ακόμα να εκτελέσει το σχέδιο της, και αυτό έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της.
«Θα πρέπει να ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς;» του είπε καθώς σηκωνόταν και πάλι στα πόδια της, κοιτώντας τον υπεράνω.
«Η καρδιά… με τόσο χάος γύρω σου, πρέπει να είναι δύσκολο να την ελέγξεις. Τους ακούς που σε φωνάζουν;» τη ρώτησε ενθουσιασμένος. «…τους ακούς να πλησιάζουν;» και τότε κατάλαβε. Εκείνο το προαίσθημα πρόδιδε τον ερχομό εκείνων των απόκληρων που ήθελαν να ασπαστούν το κάλεσμα του πολέμου. Οι μυρωδιές της μάχης τους έλκυαν όπως ο μαγικός αυλός έλκυε τα καταδικασμένα παιδιά  από τον μύθο του Αισώπου. Και χωρίς τα τείχη, αν δεν κατάφερνε να ελέγξει την καρδιά, η μανία τους θα ξεσπούσε σε ολάκερη την Ελσάντα. Για ατό η Αντζέλικα ήταν τόσο πρόθυμη να τη βοηθήσει. Σκέφτηκε.
Η Νεφέλη ανάγκασε τον εαυτό της να χαμογελάσει και αυτό θορύβησε τον άντρα απέναντι της.
«Φαίνεται πως δεν σου πρόφτασαν τα νέα. Κανένα τείχος δεν έμεινε όρθιο. Δίκοπο μαχαίρι έτσι; Αν το ελέγξω η οργή τους θα ξεσπάσει στο λαό σου και σε εσένα τον ίδιο… αν όχι, είσαι και πάλι καταδικασμένος.» του είπε με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Ωστόσο δεν αντλούσε καμία ευχαρίστηση, όμως προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως αν προσποιούταν ότι δε φοβόταν, ίσως ο φόβος της να ξεθώριαζε.
Το πρόσωπο του πάγωσε και ύστερα έβγαλε το σπαθί του για να αναμετρηθεί μαζί της έξαλλος από θυμό. Η Νεφέλη έσπευσε να αντεπιτεθεί αλλά ο Νίκολα ήταν πιο γρήγορος. Μπήκε ανάμεσα σε εκείνη και τον πατέρα του και διεκδίκησε τη μάχη για τον εαυτό του. Η Ναταλί ανίκανη να βρει κάποιον αντίπαλο, έτρεξε στο πλευρό της και έμεινε σε αμυντική θέση. Ο Νίκολα ήταν πιο δυνατός και γρήγορος αλλά ο Φαίδος είχε το προβάδισμα και σύντομα στρίμωξε το γιο του στον κορμό ενός δέντρου ενώ κρατούσε το σπαθί του στη βάση του λαιμού του.
Το σπαθί του Νίκολα είχε πέσει κατά τη διάρκεια της πάλης του και τώρα στεκόταν άοπλος. Η Ναταλί πήρε την πρωτοβουλία να τον βοηθήσει αλλά ο Φαίδος την κατάλαβε και έκανε μεταβολή διαπερνόντας τη με το σπαθί του. Ο Νίκολα άδραξε τις ευκαιρίας και τύλιξε τη ζώνη του γύρω από το λαιμό του πατέρα του, περιμένοντας να χάσει τις αισθήσεις του.
«Όχι…» η Νεφέλη μουρμούρισε ξεψυχισμένα. Έτρεξε έντρομη στο πλευρό της Ναταλί αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τη βοηθήσει. Το σώμα της κοπέλας συσπάσονταν και τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Μπορώ να την κρατήσω ζωντανή αλλά θα υποφέρει πολύ.» της είπε ο Νίκολα θορυβούμενος από αυτό που έβλεπε τώρα στο πρόσωπο της Νεφέλης. Δεν σκέφτηκε καθόλου τις επιλογές της, αυτή του η πρόταση ήταν μάνα εξ ουρανού.
«Κάντο.» του είπε κοφτά. Ο άντρας ακούμπησε ευγενικά το σώμα της με τα δύο του χέρια και έκλεισε τα μάτια του ψιθυρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Ύστερα, το σώμα της Ναταλί σταμάτησε να τρέμει και τα τρομαγμένα της μάτια έκλεισαν. «Τη σκότωσες;» τον ρώτησε με υστερική φωνή. «Τη σκότωσες!» τον κατηγόρησε και άρχισε να τον χτυπάει.
«Ηρέμισε!» της είπε πιάνοντας την από τους ώμους και ταρακουνώντας την. «Δεν είναι νεκρή, την έβαλα σε νάρκη. Πρέπει να κρύψουμε το σώμα της για να το κρατήσουμε ασφαλή. Αν τη βρουν θα καταλάβουν ότι δεν έχει πεθάνει.»
«Τί εννοείς; Θα την πάρουμε μαζί μας… θα την κουβαλήσω εγώ…»
«Δε θα γυρίσουμε πίσω. Πρέπει να ανοίξουμε την ένατη πύλη… πρέπει να κρυφτείς εκεί μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος.»
«Τί; Τί είναι αυτά που λες;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Αν ισχύουν αυτά που σου είπε ο πατέρας μου, ο μόνος τρόπος για να μην ξεσπάσουν αυτά… τα πλάσματα την οργή τους στον κόσμο μας, είναι μείνεις μακριά του ή να σε σκοτώσουμε.» η Νεφέλη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ήθελε να σηκωθεί, να κρύψει το σώμα της Ναταλί προτού κάποιος άλλος τους ανακαλύψει, αλλά η λογική της δεν μπορούσε να κινήσει το σώμα της. Ώσπου…
«Δεν έχω το κλειδί… το έχει ο Φρέντερικ.» του το είχε δώσει την τελευταία φορά που είχαν ανοίξει την πύλη.
«Το πρόσεξα, του είπα να μας συναντήσει στο ποτάμι.» όμως τότε το κατάλαβε. Το σώμα της δεν μπορούσε να ακολουθήσει το μυαλό της γιατί έχανε τον έλεγχο.
Πλησίαζαν.
Εκείνο το συναίσθημα που ο φόβος για την απώλεια της Ναταλί είχε μουδιάσει για λίγο, τώρα γινόταν ακόμα πιο αβυσσαλέο.
«Δεν έχουμε χρόνο.» ψιθύρισε. Μεμιάς ο Νίκολα ύψωσε το σώμα της Ναταλί ακουμπώντας το στα ψιλότερα κλαδιά ενός δέντρου. Ύστερα έπιασε το χέρι της Νεφέλης και άρχισαν να τρέχουν. Όμως εξακολουθούσε να είναι αδύναμη.
«Θυμήσου αυτά που σου είπα, αγνόησε το σώμα σου και θα τα καταφέρεις.» όμως τα λόγια ήταν πιο εύκολα από την πράξη. Έτσι έφερε στο μυαλό της την εικόνα του Φρέντερικ και τη συνδύασε με τη γλυκιά σκέψη της αντάμωσης, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να τρέξει αρκετά γρήγορα.
Ένιωθε το δάσος να της στέλνει δονήσεις και τα εσώψυχα της να παγώνουν σε σημείο που πονούσε. Είχαν έρθει ήδη αρκετά κοντά. Πίεσε τον εαυτό της να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα και τα κατάφερνε. Μέχρι που σκόνταψε σε εκείνη την περικοκλάδα. Όμως τότε ήξερε τι επόταν, άλλωστε το είχε δει χιλιάδες φορές στα όνειρα της.