Κατέληξε να περιπλανιέται στους στάβλους σκεφτόμενη τους λόγους που την οδηγούσαν πιο συχνά στο θυμό της, και κατάλαβε πως η Ναταλί έπαιζε μεγάλο ρόλο σε αυτό. Και τώρα στεκόταν λίγα μόλις μέτρα μακριά. Η Νεφέλη είχε την εντύπωση πως ήθελε να κρυφτεί, παρόλα αυτά πήγε προς το μέρος της και κάθισε δίπλα της. Κατάλαβε αμέσως την ενόχληση της κοπέλας, αλλά καμία από τις δυο τους δε σηκώθηκε για να φύγει. Έμειναν σιωπηλές για αρκετή ώρα, μέχρι που η Νεφέλη αποφάσισε να μιλήσει.
«Όχι πως δεν το ευχαριστήθηκα, αλλά δεν ήταν δίκαιο… Να σου πουν να φύγεις επειδή είχαν συνέλευση από τη στιγμή που εγώ ήμουν ακόμα μέσα. Αλλά και εσύ είσαι πολύ εριστική.»
«Το ξέρω, λέγεται άμυνα. Μερικοί άνθρωποι το κάνουν όταν νιώθουν να απειλούνται.» της είπε ειρωνικά.
«Θέλω τη θέση και θέλω τον Φρέντερικ. Δεν πρόκειται να κάνω πίσω.»
«Δε θέλω τον Φρέντερικ. Εννοώ ότι τον θέλω, αλλά όχι επειδή είμαι ερωτευμένη μαζί του. Εγώ τον παράτησα, εγώ… του ράγισα την καρδιά. Ο μόνος λόγος που τον θέλω πίσω είναι γιατί ήταν το μόνο άτομο που με σεβάστηκε πραγματικά. Τα θαλάσσωσα και τώρα θέλει εσένα περισσότερο από ότι ήθελε ποτέ του εμένα. Και αυτό πονάει. Να ξέρεις ότι το μόνο άτομο που… σε αγάπησε τώρα ανήκει σε κάποια άλλη. Από τότε σε βλέπω συνέχεια μπροστά μου, να διεκδικείς όσα ζητάω. Την αποδοχή του αρχηγείου… μια θέση ανάμεσα τους.»
«Την αποδοχή τους;»
«Θέλω απλά να με συμπαθούν.» της είπε με πικρία.
«Γιατί έφυγες;»
«Γιατί βαρέθηκα, βαρέθηκα να με κοιτάζουν με τόση αδιαφορία, βαρέθηκα να αψηφούν αυτά που λέω… δε με ακούν ποτέ. Θέλω επιτέλους να με ακούσουν, να σεβαστούν την άποψη μου.»
«Το ότι έχεις άποψη δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι σωστή.» της είπε διστακτικά. Η σιωπή της ήταν η απάντηση της. «…Όταν λες ότι είναι το μόνο άτομο που σε σεβάστηκε;»
«Εγώ έχω οικογένεια, αλλά πάντα μου άρεσε να περιφέρομαι στους δρόμους και να συμπεριφέρομαι σα να άνηκα εκεί. Έχω δώσει πολλά δικαιώματα για να μιλήσουν άσχημα για εμένα… μου άρεσε να προκαλώ. Ακόμα μου αρέσει να προκαλώ και να πειράζω.»
«Θες να αλλάξεις;»
«Όχι, μου αρέσει αυτό που είμαι.»
«Τότε θα έπρεπε να σε ενδιαφέρει μόνο η άποψη όσων συμφωνούν με αυτό που είσαι… ίσως να ‘αμυνόσουν’ λιγότερο. Ξέρεις, για να τους δώσεις την ευκαιρία να δουν ποια πραγματικά είσαι… ποιος κρύβεται πίσω από τα πειράγματα και το σαματά.»
«Πρέπει να είχες καλό πατέρα.» κατέληξε κοιτώντας τη με ένα χαμόγελο.
«Γιατί το λες αυτό;» αναρωτήθηκε παραξενευμένη.
«Είσαι πολύ αισιόδοξη… και μιλάς σα να μεταφέρεις τα λόγια που σου είπε κάποτε κάποιος που σε αγαπά.» η Νεφέλη νοστάλγησε για λίγο τις ιστορίες του… τις στιγμές τους μαζί, αναρωτήθηκε αν ήταν καλά.
«Θα μπορούσες να υποθέσεις ότι είχα καλή μητέρα.»
«Ναι… αλλά είχε πάρει το αυτί μου ότι δεν είχες. Δε σου λείπει…; Που τον άφησες πίσω.»
«Μου λείπει πολύ… αλλά δε μετανιώνω που έμεινα εδώ. Μετανιώνω μόνο επειδή δεν κατάφερα να τον αποχαιρετήσω, να του πω ότι θα είμαι καλά… Οι δικοί σου γονείς;»
«Είναι εντάξει, αλλά ποτέ δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις.»
«Δεν χρειάζεται να μαλώνουμε σαν το σκύλο με την γάτα ξέρεις.»
«Μου ζητάς να γίνουμε φίλες;» τη ρώτησε περιπαικτικά.
«Ίσως… μια μέρα. Η φιλία κερδίζεται, δεν μπορείς απλά να το αποφασίσεις.»
«Εντάξει λοιπόν… αλλά αν ήταν απόφαση, θα είχες πολλές πιθανότητες. Δεν είσαι όσο αντιπαθητική δείχνεις.»
«Και πότε ακριβώς κατάλαβες ότι είμαι αντιπαθητική; Από την πρώτη στιγμή που με είδες άρχισες να με απειλείς.» τα δύο κορίτσια συνέχισαν να πειράζουν η μία την άλλη μέχρι αργά το βράδυ που επέστρεψαν στα δωμάτια τους.
Ο Φρέντερικ κοιμόταν ήδη και προσπάθησε να μην τον ξυπνήσει. Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να βγάλει τον πατέρα της από το μυαλό της. Τον είδε ακόμα και στο όνειρο της. Ήταν τόσο θλιμμένος, είχε αποκοιμηθεί στην αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου. Μόνο που… αυτό δεν ήταν όνειρο. Τα είχε καταφέρει, είχε επιτέλους καταφέρει να επικοινωνήσει με τον πατέρα της. Ξαφνικά ένιωθε αμήχανα. Είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που τον είχε δει, που του είχε μιλήσει. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει.
Τον πλησίασε διστακτικά και ακούμπησε τρυφερά το χέρι του. Εκείνος τινάχτηκε σα να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα και την κοίταξε με μάτια γεμάτα στοργή… πόνο, δυσπιστία.
«Θάλεια…» αναφώνησε. Είχε τόσο καιρό να ακούσει κάποιον να τη φωνάζει με το πραγματικό της όνομα που κόντευε πλέον να το ξεχάσει. Αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε ζητήσει να την φωνάζουν έτσι όταν πρωτοβρήκε τη μνήμη της. Αλλά δεν μπορούσε να βρει κάποια δικαιολογία.
«Γεια σου μπαμπά.» του είπε με μάτια που δάκρυσαν.
«Μα… ονειρεύομαι… έχεις πεθάνει.» η φωνή του λύγιζε από τον πόνο και αυτό έκανε την καρδιά της να ραγίσει. Έσπευσε να τον αγκαλιάσει και εκείνος την κράτησε τόσο σφιχτά που της έκοβε την ανάσα. Δεν ήξερε τι να του πει, δεν ήξερε πως μπορούσε να του εξηγήσει τι της είχε συμβεί.
«Ναι… για αυτόν τον κόσμο είμαι νεκρή. Αλλά δεν έχω πεθάνει μπαμπά. Είμαι καλά, απλά πολύ μακριά από εδώ.» εκείνος την κοίταξε μπερδεμένος. «Θυμάσαι όλες εκείνες τις ιστορίες που μου έλεγες; Για τη μαγεία… πες πως είναι μαγεία λοιπόν, είμαι καλά και ευτυχισμένη. Μόνο που μου λείπεις πάρα πολύ.» συνέχισε ξεσπώντας σε δάκρυα.
«Είσαι διαφορετική.» ψιθύρισε.
«Θα είμαι πάντα εδώ.» του είπε νιώθοντας ξαφνικά το σώμα της πολύ κουρασμένο. Ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο, όμως δεν μπορούσε να φύγει ακόμα. Ήθελε να του πει τόσα πολλά. «Θα έρχομαι στα όνειρα σου, όσο πιο συχνά μπορώ. Αλλά μη φοβηθείς αν σταματήσω, ο χρόνος είναι διαφορετικός για κάθε μεριά του κόσμου και ίσως να κυλάει πιο γρήγορα από ότι πιστεύουμε.» για κάποιον άγνωστο λόγο, έδειχνε να την καταλαβαίνει… να την καταλαβαίνει πραγματικά.
«Θέλω μόνο να είσαι καλά.» της είπε θλιμμένα.
«Θα είμαι όσο ξέρω ότι δεν υποφέρεις εξ αιτίας μου. Πρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου.» ο άντρας σκούπισε απαλά τα δάκρια της και με όσο κουράγιο του είχε μείνει της χαμογέλασε. «Σ’ αγαπάω.»
«Και εγώ.» της είπε αφήνοντας εκείνο το δάκρυ από την άκρη των ματιών του να κυλήσει. «Όπου και αν είσαι… θα είσαι το φως μου.» ένιωθε μια ακατανόητη δύναμη να την τραβάει πίσω και σύντομα η όψη του πατέρα της ξεθώριασε στα μάτια της. Τότε όμως θυμήθηκε πως είχε κάτι ακόμα να κάνει.
Γύρω της υπήρχε σκοτάδι, προσπάθησε να φέρει στο μυαλό της την Ριάννα προτού να είναι αργά. Την επόμενη κιόλας στιγμή βρισκόταν σε ένα σοκάκι πολύ κοντά στο νοσοκομείο. Εκεί, βρισκόταν αναίσθητη μια κοπέλα. Από την ενδυμασία της κατάλαβε πως ήταν η Ριάννα. Έσπευσε στο πλευρό της και τη γύρισε ανάσκελα για να δει αν ήταν καλά. Εκείνη όμως πετάχτηκε όρθια σαν αγρίμι χτυπώντας τη στο πρόσωπο. Και ύστερα ηρέμισε.
«Ποιά είσαι εσύ;»
«Με λένε Νεφέλη, είμαι η κοπέλα που βοήθησες τον Τόμι να φέρει στην Ελσάντα. Δεν έχω χρόνο, δεν μπορώ να μείνω εδώ για πολύ.» της είπε βιαστικά νιώθοντας το σώμα της πλέον να πονάει από την αντίσταση που έβαζε για να παραμείνει σε αυτήν την παραίσθηση.
«Βλέπω όνειρο;» τη ρώτησε διστακτικά.
«Περίπου, τώρα άκου με. Αν δε θες να πεθάνεις από την πείνα και το κρύο, πρέπει να πας στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα και να τους πει ότι δε θυμάσαι τίποτα. Πες τους ότι ξύπνησες σε ένα στενό και ότι δε θυμάσαι το όνομα σου. Θα σε πάνε σε ορφανοτροφείο…»
«Ορφανοτροφείο; Τρελάθηκες;» την ρώτησε αφηνιασμένη.
«Θα είναι μια αρχή, μέχρι να μάθεις πως λειτουργεί αυτός ο κόσμος, μετά θα πάρεις τις δικές σου αποφάσεις.» η Νεφέλη κατάλαβε από την έκφραση στο πρόσωπο της Ριάννα πως οι άμυνες της έπεφταν. Πρέπει να είχε δει και μόνη της πόσο αφιλόξενος ήταν αυτός ο κόσμος με μία κοπέλα που φαινομενικά ζούσε στο δρόμο.
«Και τι είναι αυτό το… αστυνομικό τμήμα;»
«Κάτι αν το αρχηγείο… αααα.» ένιωθε το σώμα της να ασφυκτιά από τον πόνο και ήξερε πως δεν μπορούσε να μείνει άλλο. «Ρώτα τους περαστικούς… θα προσπαθήσω να ξαναέρθω.» της φώναξε ενώ ένιωθε το σκοτάδι να την τυλίγει για ακόμα μία φορά. Πριν από αυτό, είδε τον τρόμο και την αγωνία στο πρόσωπο της κοπέλας.
Όταν ξύπνησε ένιωθε το μυαλό της μουδιασμένο και την πονούσε πολύ το κεφάλι της. Δεν ένιωθε ξεκούραστη όπως θα έπρεπε μετά από ύπνο, αν μη τι άλλο υποτίθεται ότι κοιμόταν. Ανακάθισε στο κρεβάτι και ένιωσε όλους τους μύες του σώματος της να πονάνε.
«Νεφέλη;» άκουσε την ανήσυχη φωνή του Φρέντερικ να τη φωνάζει. Κοίταξε γύρω της αλλά αυτή η κίνηση έκανε το κεφάλι της να σφυροκοπά. Βρισκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου φτιάχνοντας κρύες κομπρέσες. Έτρεξε στο πλευρό της και την κοίταξε εξεταστικά. «Είσαι καλά;»
«Πονάει το κεφάλι μου.» μουρμούρισε. Εκείνος σκούπισε λίγο από το αίμα στο μάγουλο της θυμίζοντας της την επίθεση της Ριάννας, τελικά μπορούσε να τραυματιστεί πραγματικά από αυτά τα όνειρα. «Τί έγινε;» τον ρώτησε πνίγοντας ένα χασμουρητό.
«Δεν ξέρω, το βράδυ ήσουν πολύ αναστατωμένη. Γυρνούσες στον ύπνο σου και παραμιλούσες. Και σίγουρα δεν είχες αυτό το τραύμα πριν από λίγο.» εκείνη χαμογέλασε νυσταγμένα και τον αγκάλιασε. «Νεφέλη, τι… συμβαίνει;»
«Μίλησα με τον πατέρα μου… βρήκα και την κόρη της Μαργαρίτας.» του είπε χαρούμενα.
«Δεν… δεν καταλαβαίνω.»
«Συγγνώμη που δε σε άφησα να κοιμηθείς.» του είπε ένοχα. «… είναι κάτι που… μου έμαθε ο Νίκολα.» του είπε δειλά. Εκείνος όμως της χαμογέλασε ενθαρρυντικά και τσίμπησε τη μύτη της.
«Η Ριάννα στο έκανε αυτό;» είπε δείχνοντας το πρόσωπο της.
«Ναι… έχεις κάτι για τον πονοκέφαλο; Το κεφάλι μου πάει να σπάσει.»
«Πάμε κάτω, η Μαργαρίτα θα σου φτιάξει κάτι να πιεις.»
Στην κουζίνα βρήκαν την Σοφία, την Μαργαρίτα, τον Τόμας και την Ναταλί.
«Καλημέρα.» είπαν τα δύο παιδιά καθώς έμπαιναν στο χώρο ενώ η τελευταία αντάλλαξε κρυφά χαμόγελα με την Νεφέλη.
«Εσύ έχεις τα χάλια σου.» της είπε η Σοφία.
«Μαργαρίτα, μπορείς να της φτιάξεις κάτι για τον πονοκέφαλο;» τη ρώτησε ο Φρέντερικ καθώς έπαιρνε την θέση του δίπλα στον Τόμας.
«Πονάει το κεφάλι σου;»
«Όχι…» έριξε μια κλεφτή ματιά στη Νεφέλη όμως εκείνη του ένευσε αρνητικά. «η Νεφέλη ξύπνησε με πονοκέφαλο.»
«Α… ναι, μα φυσικά. Άσχημος τρόπος να ξεκινήσεις την μέρα σου.» μουρμούρισε.
«Λοιπόν; Τί θα κάνουμε σήμερα;» ρώτησε τον Φρέντερικ παίρνοντας τη θέση της δίπλα του.
«Έλεγα να έρθεις μαζί μου… μπορείς να πας και με την Σοφία.» είπε παίρνοντας ένα μήλο από την πιατέλα στην μέση του τραπεζιού.
«Θα έρθω μαζί σου.» τον διαβεβαίωσε ίσως λίγο πιο βιαστικά από όσο χρειαζόταν. Το αγόρι χαμογέλασε ικανοποιημένο αλλά δε μίλησε.
«Αν σε ακούσει κάποιος θα νομίζει ότι είμαι μπαμπούλας.» γκρίνιαξε η Σοφία.
«Δεν εννοούσα αυτό…»
«Έννοια σου και ξέρω τι εννοούσες;» μουρμούρισε κάνοντας τους υπόλοιπους να γελάσουν και την ίδια να γίνει κόκκινη από ντροπή.
«Εσύ τι θα κάνεις;» ρώτησε την Ναταλί προκειμένου να αλλάξει θέμα.
«Θα πάω με τον Τόμας στα μπουντρούμια για να ανακρίνουμε τον τύπο που έπιασες χθες.» της είπε χαρωπά ξαφνιάζοντας τους πάντες μέσα το δωμάτιο με τη μικρή τους συζήτηση.
«Έλα, καλύτερα να ξεκινήσουμε.» ο Τόμας είπε στην Ναταλί καθώς σηκωνόταν. Εκείνη αποχαιρέτησε τους υπόλοιπους με ένα νεύμα και έφυγε ανυπομονώντας να ξεκινήσει τη μέρα της.
Η Νεφέλη ήταν ενθουσιασμένη που της δινόταν η ευκαιρία να δει τον Φρέντερικ στη δουλειά του. Ήταν αυστηρός… και γοητευτικός. Μάθαινε από εκείνον παρακολουθώντας την κάθε του κίνηση, κάτι που τον έφερε σε μεγάλη αμηχανία.
«Πρέπει να κοιτάς το περιβάλλον σου, όχι εμένα.» τη μάλωσε στο γυρισμό.
«Κοιτούσα, απλά… μου άρεσε να σε παρατηρώ.» γέλασε με τη γκριμάτσα που έκανε το αγόρι αλλά ήξερε ότι είχε δίκιο, έπρεπε να προσέχει περισσότερο. Ειδικά τώρα που την ήθελαν νεκρή.
«Δε μου είπες τι έγινε με τον πατέρα σου και την Αντζέλικα.» ο τρόπος που της έκανε αυτήν την ερώτηση την έκανε να πιστέψει πως ο ίδιος θα προτιμούσε να μη χρειαζόταν να τη ρωτήσει.
«Είναι εντάξει να μη μου λες ότι με αγαπάς προς το παρόν, αλλά τώρα δεν θες ούτε καν να δείχνεις ότι ενδιαφέρεσαι;» του είπε θυμωμένα.
«Μα… μόλις σε ρώτησα τι έγινε. Εσύ αυτό το λες αδιαφορία;» τη ρώτησε σαστισμένος από την αντίδραση της.
«Ναι αλλά το είπες με ύφος. Θα προτιμούσες να σου μιλούσα από μόνη μου όπως κάνω πάντα. Μήπως να αρχίσω να μιλάω και μόνη μου για να σε καλύψω;»
«Καταλαβαίνεις ότι παραλογίζεσαι, έτσι;» τη ρώτησε αβέβαιος. Το κορίτσι τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια και αρνήθηκε να του απαντήσει ενώ κατέβηκε από τον Φεγγαροτό για να εκτονώσει τον θυμό της στο περπάτημα. Άκουσε τον Φρέντερικ να την ακολουθεί αλλά δεν του έδωσε σημασία. Εκείνος την άρπαξε από μπράτσο και την κόλλησε στον κοντινότερο κορμό. Η Νεφέλη ξαφνιάστηκε από αυτήν του την παρόρμηση.
«Γιατί; Γιατί πρέπει να με πιλατεύεις συνέχεια;» τη ρώτησε απηυδισμένος. Εκείνη τον κοίταξε με το πιο αθώο της βλέμμα αλλά αυτό δεν έδειχνε να μειώνει τον θυμό του. «Δεν… είμαι έτσι! Δε θα σου λέω ότι σε αγαπάω επειδή το νιώθω και δε θα σου μιλάω τρυφερά. Δεν… είμαι σαν εσένα. Πρέπει να το καταλάβεις.» και καθώς μιλούσε ο θυμός του ξεθώριαζε και τώρα έμενε να την κοιτάζει σα να ήταν ότι πιο σημαντικό είχε κρατήσει ποτέ στα χέρια του.
«Απλά για να σιγουρευτώ… αυτό σημαίνει ότι με αγαπάς, σωστά;» τον ρώτησε δειλά. Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του πτοημένος αλλά…
«Ναι, αυτό σημαίνει.» είπε ενώ έδειχνε έτοιμος να φύγει.
«Οι πράξεις μου αρκούν.» του είπε βιαστικά ελπίζοντας να καταλάβει τι εννοούσε. Ο Φρέντερικ χάιδεψε το πρόσωπο της και έπειτα πέρασε το χέρι του γύρω από την μέση της και τη φίλησε με πάθος. Το ανάστατο χλιμίντρισμα τον αλόγων τους διέκοψε και το αγόρι τώρα καβάλησε και πάλι το άλογο του. Η Νεφέλη έμεινε για λίγο πίσω προσπαθώντας να επαναφέρει τον εαυτό της σε τάξη. Αναρωτήθηκε πως εκείνος μπορούσε να μένει τόσο ψύχραιμος, αυτή πέθαινε από λαχτάρα να νιώσει όσα εκείνος ήθελε να κάνει.
«Χαζά άλογα…» μουρμούριζε ενώ πλησίαζε ξανά τον Φεγγαροτό.
«Έλα εδώ.» της είπε δίνοντας της το χέρι του για να ανέβει στο δικό του άλογο. Τον κοίταξε για λίγο νιώθοντας αμήχανα, ύστερα όμως έδεσε τον Φεγγαροτό στη σέλα του Φρέντερικ και έκανε αυτό που της είπε. Την έβαλε να καθίσει μπροστά του αλλά εκείνος κρατούσε ακόμα τα ινία. Της άρεσε που το σώμα της ακουμπούσε πάνω στο δικό του και κράτησε το μπράτσο του καθώς ίππευε. «Τώρα θα μου απαντήσεις;» μέχρι να φτάσουν και πάλι στο αρχηγείο, η κοπέλα του είχε αφηγηθεί τον αποχαιρετισμό της με τον πατέρα της και την προσπάθεια της να βοηθήσει την Ριάννα. «Και γιατί δεν ήθελες να το πεις στην Μαργαρίτα;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Γιατί θέλω να της πω πως όλα είναι εντάξει και δεν το ξέρω αυτό ακόμα. Ο χρόνος κυλάει διαφορετικά, θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να μάθω αν τα κατάφερε… αν είναι ασφαλής.»
«Μίλησες με την Ριάννα;» η Μαργαρίτα στεκόταν συγκλονισμένη πίσω τους. Κανείς από τους δύο δεν την είχε ακούσει να πλησιάζει. Η Νεφέλη τρόμαζε τόσο που αναπήδησε και παραπάτησε παρασύροντας τον Φρέντερικ μαζί της. Ένα παράδοξο θρόισμα της τράβηξε την προσοχή και κοίταξε πάνω από τον ώμο της. Είχε φέρει το αγόρι αντιμέτωπο με τον καθρέφτη στην υποδοχή του πύργου. Τώρα το είδωλο αντικατόπτριζε το ξέσπασμα μιας φωτιάς ενώ τα λυπημένα μάτια του Φρέντερικ είχαν μαγνητιστεί από τη μανία της. «Μίλησες με την κόρη μου;» επέμεινε η γυναίκα.
«Αα… ναι… ναι, αλλά δεν ξέρω πότε και αν θα καταφέρω να της μιλήσω ξανά.» βιάστηκε να την προειδοποιήσει απευχόμενη να την κάνει να ελπίζει για κάτι τέτοιο. «Μου πήρε πολύ χρόνο για να τα καταφέρω και δεν μπόρεσα να της μιλήσω για πολύ ώρα.»
«Είναι καλά;» την ρώτησε αγωνιωδώς αδιαφορώντας για τα λεγόμενα της Νεφέλης.
«Ναι, ναι είναι μια χαρά.»
«Λες ψέματα, είπες ότι δεν ήθελες να πεις τίποτα προτού μάθεις αν θα τα καταφέρει, αν θα είναι ασφαλής. Σε άκουσα.»
«Σου λέω την αλήθεια, προς το παρόν είναι μια χαρά. Βρίσκεται σε αυτόν τον κόσμο λίγες μόνο ώρες. Τίποτα άσχημο δεν πρόλαβε να της συμβεί. Απλά της είπα μερικά πράγματα… που μπορεί να βρει βοήθεια… κάποιον να της δώσει στέγη και προστασία μέχρι να μάθει πως λειτουργούν τα πράγματα. Αυτό είναι όλο.»
«Θα… θα τη δεχτούν; Υπάρχει περίπτωση να μην τη βοηθήσουν;»
«Όχι, όχι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Μαργαρίτα… απλά δεν ήθελα να σε ανησυχήσω.» η γυναίκα έγνευσε καταφατικά σκεφτόμενη πράγματα που η Νεφέλη δεν μπορούσε να ξέρει.
«Σε ευχαριστώ.» της είπε με μάτια που δάκρυσαν. «Σε ευχαριστώ.» επανέλαβε και έσπευσε για να την αγκαλιάσει σφιχτά. Τώρα μπορούσε να καταλάβει πως ένιωθε ο Φρέντερικ όταν εκείνη ξεσπούσε τόσο απροειδοποίητα σε τέτοιου είδους χειρονομίες. Ένιωθε άβολα και δεν ήξερε πως να αντιδράσει. «Είσαι ένας άγγελος.» τόσο η αντίληψη της Μαργαρίτας για την ηθική της, όσο και του πατέρα της που της είχε παρουσιάσει ως το φως στο μονοπάτι του, την χαροποίησαν και δυνάμωσαν το πείσμα της να αντισταθεί στους φόβους της.
Δε θα άφηνε το σκοτάδι να πάρει τον έλεγχο.
Η γυναίκα επανέφερε τον εαυτό της σε τάξη, χαμογέλασε γλυκά στα δύο παιδιά και έφυγε βιαστικά. Η Νεφέλη κοίταξε διστακτικά το αγόρι δίπλα της για να σιγουρευτεί αν ήταν καλά, η φωτιά στον καθρέφτη τον είχε ταράξει. Αλλά της έδωσε να καταλάβει με τον τρόπο του πως δεν ήθελε να δώσει έκταση στο συμβάν, οπότε δέχτηκε τη σιωπή του και πήγαν στην τραπεζαρία για να δειπνήσουν.
Δεν ήταν μόνοι τους, ο Λούνι και η Ρόζα είχαν αρχίσει χωρίς εκείνους. Παρά τα συχνά πειράγματα του φίλου του όμως, ο Φρέντερικ δεν έδειχνε να έχει όρεξη.
«Δείχνει τους φόβους σου.» της είπε απρόθυμα καθώς ανέβαιναν στο δωμάτιο τους.
«Το ξέρω.» του είπε δήθεν αδιάφορα. Ήθελε να σεβαστεί την επιλογή του να μη μιλήσει για αυτό. «Μου το είπε ο Τόμας.» του εξήγησε στο γεμάτο απορία βλέμμα του.
«Τί είδες εσύ;» ήταν η πρώτη φορά που η περιέργεια του ήταν ξεκάθαρα αποτυπωμένη στο πρόσωπο του, αλλά η ερώτηση του της είχε στερήσει την ευκαιρία να αιχμαλωτίσει νοητά εκείνη τη στιγμή.
«Εμένα.» του είπε βιάζοντας ένα χαμόγελο στα χείλη.
«Δηλαδή… δε φοβάσαι τίποτα;»
«Αυτό νόμιζα και εγώ στην αρχή… αλλά τώρα… Δεν ξέρω τι σημαίνει.» βιάστηκε να τελειώσει τη φράση της. Ο Φρέντερικ στάθηκε μπροστά της κλείνοντας της το δρόμο και διεκδικώντας μία απάντηση. «Φοβάμαι εμένα, εντάξει; Το ξέρω, είναι χαζό. Αλλά αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι τον εαυτό μου. Ή μάλλον τον εαυτό που κρύβω μέσα μου. Το πόσο κακιά μπορώ να γίνει αν χάσω τον έλεγχο.» τον προσπέρασε, άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και κάθισε στο κρεβάτι περιμένοντας τον να την ακολουθήσει.
«Πώς μπορείς να γίνεις κάτι που δε θες να γίνεις;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Δε θέλω να μάθω.»
«Αυτό δε θα γίνει ποτέ.» της είπε με πάθος που την ξάφνιασε. Κράτησε το πρόσωπο της στα χέρια του και τη φίλησε όπως δεν την είχε φιλήσει ποτέ. «Ποτέ…» συνέχισε καθώς την ξάπλωνε στο κρεβάτι. «Είσαι δική μου, δε θα σε χάσω.» πίεσε το σώμα του πάνω στο δικό της ενώ φιλούσε το λαιμό της και αφαιρούσε άτσαλα τα ρούχα της.
Η Νεφέλη είχε παγώσει από την έκπληξη, κάτι που σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειρίας την οδήγησε στο να μην ξέρει πως έπρεπε να κινηθεί. Δεν άργησε όμως να σταματήσει να σκέφτεται, αφέθηκε στα χάδια και τα φιλία του και τον άφησε να πάρει τον έλεγχο… για την ώρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου