Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Αρχηγείο

Αφού διένυσαν αρκετά χιλιόμετρα χωρίς να μιλάνε ο ένας στον άλλον, η Νεφέλη είχε την ευκαιρία να σκεφτεί όσα της είχαν συμβεί μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τίποτα. Έτσι αποφάσισε να κάνει κάτι για αυτό.
«Ας πούμε ότι σε πιστεύω και δέχομαι ότι με λένε Νεφέλη, γιατί εγώ δεν θυμάμαι τίποτα και τι είναι αυτό το μέρος…; Και αυτά τα… πράγματα που μας επιτέθηκαν; Πού πηγαίνουμε τώρα;»
«Αν συνεχίσεις να με ζαλίζεις θα σε αφήσω εδώ και θα συνεχίσω μόνος μου.» μούγκρισε ο Φρέντερικ. Θυμωμένη και θιγμένη από τη συμπεριφορά του, η Νεφέλη αποφάσισε να μην του δώσει τροφή για απειλές. «Γιότλυ, έτσι λέγονται. Είναι πάρα πολύ έξυπνα και επικίνδυνα. Η σάρκα τους δεν μπορεί να τρυπήσει από ξόρκια και κατάρες.» της είπε μετά από λίγο.
«Κατάρες;… Εννοείς ότι είμαστε…»
«Όχι.»
«Τί εννοείς, όχι;»
«Είναι πιο πολύπλοκο, αλλά αυτά θα τα πούμε όταν φτάσουμε στον πύργο.» αλλά μη μπορώντας να αψηφήσει το διαπεραστικό και γεμάτο απορία βλέμμα της κοπέλας, συνέχισε. «Δε θυμάσαι τίποτα γιατί πρέπει να πέρασες την τελευταία στιγμή… Ας πούμε ότι έρχεσαι από πολύ μακριά, από έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. Όταν πέρασες τα όρια μάλλον έχασες τη μνήμη σου. Είμαστε στην κοιλάδα και πηγαίνουμε στον πύργο, είναι το κέντρο της πολιτείας μας. Εκεί θα είμαστε ασφαλής από ότι υπάρχει εδώ.» όχι, δεν έβγαζε νόημα. Αλλά κοιτώντας τον, άρχιζε να νιώθει πιο ήρεμη, ασφαλής.
«Σε ευχαριστώ.» του είπε μετά από ένα λεπτό σιωπής.
«Για ποιο πράγμα;»
«Μου έσωσες τη ζωή… πριν.» τώρα που ένιωθε λίγη από την ένταση της να υποχωρεί είχε χώρο στο μυαλό της για να επεξεργαστεί και άλλα συναισθήματα. Και ένιωθε την ανάγκη να τον ευχαριστήσει… παρά την εκνευριστική του στάση απέναντι της.
«Πες πως πατσίσαμε.»
«Χτύπησες.» είπε προσπαθώντας να κρατηθεί στη συζήτηση και έχοντας μόλις προσέξει πόσο βαθύ ήταν πραγματικά το κόψιμο από τα νύχια του γιότλυ.
«Δεν είναι τίποτα.» της είπε κοφτά.
«Μα…»
«Δεν είναι τίποτα.» τη διέκοψε αυστηρά.
«Μπουμπουνοκέφαλε.» μουρμούρισε μουτρωμένη.
«Φτάσαμε.» συνέχισε αγνοώντας την.
Μια πολιτεία με κτίρια από χώμα και πέτρα ξετυλίγονταν επιβλητική μπροστά της. Στο κέντρο αυτής και πάνω σε ένα λοφίσκο, ήταν ένας έρημος πύργος. Πριν προλάβει να επεξεργαστεί το τοπίο μπροστά της, ο Φρέντερικ την παρότρυνε να συνεχίσει. Ένας παράξενος ήχος που θύμιζε μουσική ερχόταν τώρα από παντού. Άνθρωποι είχαν ξεχυθεί στους δρόμους, άλλοι σχηματίζοντας πηγαδάκια και άλλοι στεκόμενοι πίσω από πάγκους, μοιράζοντας στους περαστικούς ποτά. Οι περισσότεροι όμως έτρεχαν προς το κέντρο μιας αλάνας για να μπουν και εκείνοι σε εκείνον τον παράξενο χορό.
«Τί γιορτάζετε;»
«Την έβδομη Σελήνη.» της είπε με τον ίδιο αδιάφορο τόνο που είχε επιλέξει να κρατάει απέναντι της. «Εμείς πάμε από εκεί.» πρόσθεσε δείχνοντας την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που ακολουθούσε τώρα η κοπέλα. Πλησίαζε τους πάγκους από όπου και επεξεργάστηκε το κίτρινο υγρό που σέρβιραν, όμως ο Φρέντερικ την τράβηξε μακριά.
Όταν έφτασαν στην είσοδο του πύργου, η Νεφέλη είχε την αίσθηση ότι είχε βρεθεί ξανά σε εκείνο το μέρος… πολλές φορές. Της ήταν οικείο και κατά κάποιο τρόπο ήξερε πως έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Αυτό το συναίσθημα την ανακούφιζε, την έκανε να αισθάνεται πως όλα ήταν καλά.
Το εσωτερικό δήλωνε πως είχε διεξαχθεί κάποιου είδους μάχης εκεί. Μια αίσθηση ανατριχίλας τη διαπέρασε όταν διέσχισε τη μισογκρεμισμένη πόρτα. Φοβόταν… και αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Μια άγνωστη γοητεία δέσποζε στο χώρο, παρά τα στοιχεία εγκατάλειψης. Στα αριστερά τους βρισκόταν μία ημικυκλική σκάλα που οδηγούσε στα επάνω τμήματα του πύργου ενώ μια μεγάλη τραπεζαρία ήταν στημένη στο κέντρο του δωματίου. Παρ’ όλα τα στρώματα σκόνης που είχαν κατακάτσει, η αρχοντιά της δεν την πρόδιδε λεπτό. Διασκορπισμένα δεξιά και αριστερά βρισκόντουσαν διάφορα έπιπλα στην ίδια κατάσταση. Στο βάθος της αίθουσας υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης. Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα αντικείμενα, έδειχνε να έχει τοποθετηθεί εκεί πιο πρόσφατα. Στο ξύλινο πλαίσιο του αναγραφόταν: portae custode (φρουρός της πύλης).
«Από εδώ.» το αγόρι της έκανε νόημα να περάσουν από μία πόστα στην βάση της σκάλας. Η Νεφέλη, που είχε μαγευτεί από τον καθρέφτη, ένιωθε τα πόδια της να την τραβάνε με δυσκολία προς το μέρος που της είχε υποδείξει ο Φρέντερικ.
Όταν διάβηκε το κατώφλι συνειδητοποίησε πως το δωμάτιο ήταν γεμάτο ανθρώπους που συζητούσαν ανέμελα. Όταν μπήκαν μέσα οι συνομιλίες σταμάτησαν και τα βλέμματα όλων στράφηκαν επάνω τους. Η Νεφέλη μέτρησε εφτά άτομα που στο σύνολο τους έκαναν την κουζίνα να φαντάζει πολύ μικρή.
«Τί γίνεται παιδιά;» μίλησε πρώτος ο Φρέντερικ.
«Τί γίνεται Φρέντερικ; Ποιά είναι η ομορφιά δίπλα σου;» τον ρώτησε ένας άντρας με πυκνό μούσι και καθόλου μαλλιά. Τα μαύρα του μάτια σου τραβούσαν την προσοχή και τα πυκνά του φρύδια τα τόνιζαν ακόμα περισσότερο.
«Από εδώ η Νεφέλη, είναι η μάγισσα από την ανατολική κοιλάδα. Λοιπόν, η Μαργαρίτα,» μια επιβλητική μεσήλικη γυναίκα με κοντά καστανά μαλλιά και μαύρα μάτια. «…ο Χάρης,» ένας νάνος με πυρόξανθα μαλλιά και γαλανά μάτια τώρα της χαμογελούσε. «…η Σοφία,» μια μικρού αναστήματος παχιά ηλικιωμένη γυναίκα  με γκριζωπά μαλλιά και γαλανά μάτια την κοιτούσε καλοσυνάτα. «…ο Αντρέας,» ο άντρας που είχε χαιρετήσει πρώτος τον Φρέντερικ και που τώρα κοιτούσε ανεξιχνίαστα τα σταφύλια πάνω στο τραπέζι. «…ο Τόμας,» ένας όμορφος άντρας που τα πράσινα μάτια του κοίταζαν τώρα το κενό. έγνεφε ελαφρά κάνοντας έτσι τα μακριά ξανθά μαλλιά του να χαϊδέψουν το κατάλευκο δέρμα του. «…ο Λούνι,» ένα αγόρι γύρω στα είκοσι με σγουρά μαύρα μαλλιά και μεγάλα πράσινα μάτια τώρα επεξεργαζόταν εκείνη και τον Φρέντερικ.
«Αν μπορούσα το φεγγάρι να σου δώσω θα άξιζε τον κόπο γιατί η ομορφιά σου θα το ανάγκαζε να χάσει κάτι από την αστροφεγγιά του.»
«Το φεγγάρι δεν… αστροφεγγιά δεν είπες;» το λόγια του Λούνι μπέρδεψαν την Νεφέλη, όμως Φρέντερικ την απέτρεψε από το να του δώσει περαιτέρω σημασία.
«Ας το καλύτερα.» την παρότρυνε ενώ τώρα έδειχνε προς την κατεύθυνση μιας μικρόσωμης γυναίκας με μεγάλα στρογγυλά γυαλιά που μεγέθυναν τα καστανά της μάτια. Το πρόσωπο της θύμιζε στην Νεφέλη αιλουροειδές, τα σγουρά καστανά της μαλλιά ακουμπούσαν τους όμως της ενώ η στάση του σώματος της δήλωνε πως προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητη. «…Ρόζα.»
«Χάρηκα.» τους είπε αμήχανα το κορίτσι.
«Θα μείνει μαζί μας στον πύργο.» το αγόρι πρόσθεσε βιαστικά ξαφνιάζοντας την Νεφέλη εφόσον δεν της είχε εκμυστηρευτεί αυτή του τη σκέψη νωρίτερα.
«Επιτέλους! Αυτός ο πύργος θα φωτιστεί λιγάκι.» είπε ο Χάρης.
«Λοιπόν, τι θα λέγατε για… χυμό αχλαδιού;» πρότεινε η Σοφία που σηκώθηκε ευθύς αμέσως κατευθυνόμενη προς τα ντουλάπια στο βάθος της αίθουσας και επιστρέφοντας με μία μποτίλια από κίτρινο ρευστό.
«Δε θα μείνουμε, ήθελα μόνο να σου ζητήσω αν γίνεται να βρεθούμε αύριο το πρωί. Βρήκα ένα πετράδι και θέλω τη γνώμη σου.» είπε απευθυνόμενος στην Σοφία.
«Τότε θα έχεις την καλύτερη.» τον διαβεβαίωσε γεμάτη αυτοπεποίθηση.
«Είμαι σίγουρος. Τα λέμε παιδιά, καληνύχτα!»
«Καληνύχτα.» επανέλαβε το κορίτσι και ακολούθησε τον Φρέντερικ. «Δεν είπες που.» του είπε δειλά μετά από λίγο.
«Τί εννοείς;.» τη ρώτησε παραξενευμένος.
«Δεν της είπες που να συναντηθείτε.»
«Ναι, δεν χρειάζεται.»
«Είπες ψέματα, έτσι δεν είναι;» ο Φρέντερικ ανέβαινε τη σκάλα με τα δύο του χέρια πλεγμένα στο σβέρκο του. Σταμάτησε για λίγο ξαφνιασμένος ύστερα όμως συνέχισε προσποιούμενος ότι δεν είχε καταλάβει τι εννοούσε.
«Πότε;»
«Όταν είπες ότι ήρθα από την ανατολική κοιλάδα.»
«Όχι, δεν είπα ψέματα.» της είπε πιο πειστικά αυτή τη φορά. Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο καχύποπτα αλλά αποφάσισε να τον πιστέψει. Είχαν σταματήσει μπροστά από μία πόρτα, όταν αυτή άνοιξε αποκάλυψε ένα μεγάλο δωμάτιο.
Τα έπιπλα θύμιζαν μία ξεχασμένη εποχή, σαν εκείνες που αναφέρονταν τα βιβλία της αγγλικής φιλολογίας όλων εκείνων των γνωστών συγγραφέων. Ένα μεγάλο κρεβάτι βρισκόταν στο βόρειο τοίχο, ακριβώς απέναντι της. Σιδερένιες πινελιές σηκώνονταν από τα πόδια στο προσκεφάλι του και έδεναν όλες μαζί. Δεξιά και αριστερά από αυτό υπήρχαν δύο μικρά σιδερένια τραπεζάκια με δύο άδεια βάζα πάνω σε αυτά. Στην άλλη άκρη του κρεβατιού υπήρχε ένα μεγάλο μπαούλο και πάνω σε αυτό κάποιος είχε στρώσει μία λευκή κουβέρτα και είχε αφήσει τρία αφράτα μαξιλάρια.
Στο δυτικό τοίχο υπήρχε μία μικρή ξύλινη ντουλάπα ενώ στον ανατολικό βρισκόταν ένα παράθυρο με θέα στην πλατεία όπου γινόταν το πανηγύρι έξω. Στα δεξιά της και δίπλα ακριβώς από την πόρτα υπήρχε ένα έπιπλο που κάλυπτε όλη την έκταση μέχρι τον τοίχο. Ήταν ένας πάγκος με συρτάρια και ντουλάπια η επιφάνεια του οποίου αποτελούταν από μπεζ μάρμαρο. Πάνω σε αυτόν υπήρχε μία κανάτα γεμάτη με νερό, ένα μπολ, μερικές καθαρές πετσέτες, σαπούνι και ένας μεγάλος καθρέφτης. Δεν υπήρχαν φωτιστικά μόνο κηροπήγια ενσωματωμένα στους τοίχους.
«Αυτό είναι το δωμάτιο σου και ακριβώς απέναντι είναι τα δικό μου, αν με χρειαστείς τίποτα…»
«Περίμενε… μου είπες ότι θα μου εξηγούσες τα πάντα όταν φτάναμε στον πύργο.» του θύμισε με παράπονο. Εκείνος δίστασε αλλά κάτι στο πρόσωπο της τον έκανε να λυγίσει.
«Καλύτερα να μπούμε μέσα.» είπε τραβώντας την πόρτα του καινούριου της δωματίου για να κλείσει. Η Νεφέλη πρόσεξε πως ήταν ιδιαίτερα σκεπτικός, κάτι που απέδωσε στο γεγονός ότι του ήταν δύσκολο να της εξηγήσει.
«Πιστεύεις στην μαγεία;» η ερώτηση του ομολογούμενος την ξάφνιασε.
«Δ… δεν ξέρω.»
«Λοιπόν υπάρχουν μάγοι και φύλακες που…»
«Φύλακες;»
«Φυσικά και δεν ξέρεις τι είναι…» μουρμούρισε πτοημένος από την άγνοια της. «Οι φύλακες, όπως φανερώνει και το όνομα τους, φυλάνε κάτι. Για την ακρίβεια, πύλες οι οποίες δεν πρέπει με τίποτα και για κανένα λόγο να ανοίξουν. Η μαγεία των φυλάκων δεν είναι ισχυρή, σε αντίθεση με αυτή των μάγων. Η ύπαρξη μας πρέπει να παραμείνει κρυφή.
»Τον τελευταίο καιρό υπάρχουν πολλά προβλήματα, βρισκόμαστε σε πόλεμο. Τίποτα που δε αντιμετωπίσαμε και πάλι στο παρελθόν βέβαια. Το πρόβλημα είναι πως κάποτε στηρίζαμε ο ένας τον άλλον σε καταστάσεις όπως αυτές, αλλά τώρα έχουν βολευτεί όλοι στις ζωές τους και φοβούνται να συμβάλουν για να σχηματίσουμε κάποιον αξιόλογο στρατό. Η ανάμνηση παρόμοιων καταστάσεων είναι φρέσκια… την τελευταία φορά χάθηκαν πολλές ζωές.»
«Εννοείς πως είμαι…»
«Μάγισσα, νομίζω. Όμως η μόνη που μπορεί να το ξέρει αυτό στα σίγουρα είσαι εσύ.»
«Τί φοβούνται; Εννοώ… κάτι πρέπει να έχει αλλάξει από ην τελευταία φορά. κάτι που ντους κάνει διστακτικούς.»
«Αυτή τη φορά δεν ξέρουμε τι ακριβώς αντιμετωπίζουμε και αυτή η ανόητη προφητεία έχει μπει κάτω από το πετσί τους.»
«Ποιά προφητεία;»
«Τίποτα…» βιάστηκε να την αποθαρρύνει. «οι περισσότερες δεν βγαίνουν αληθινές ούτως ή άλλως.»
«Και πως καταφέρνετε να κρατήσετε το μυστικό σας; Δεν αποκαλυφθήκατε ποτέ;»
«Αποκαλυφθήκαμε, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να κινδυνέψουμε. Όταν ξεκίνησαν να γράφονται ιστορίες για εμάς έγινε ακόμα πιο εύκολο, μπορούσαμε να κρυφτούμε πίσω από τις φιγούρες φαντασμένων συγγραφέων. Όμως δεν μπορούσαμε να το ρισκάρουμε. Έτσι αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε παράλληλους κόσμους.»
«Δηλαδή κάτι σαν δύο κόσμους σε έναν;»
«Τα πιάνεις γρήγορα.» την κανάκευσε άθελα του.
«Και δεν μπορεί κανείς να φύγει ή να έρθει;» η έκφραση ανεμελιάς που μέχρι πρότινος ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπο του, τώρα χάθηκε και σύντομα αντικαταστάθηκε από ένα αμήχανο χαμόγελο.
«Αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο. Ένα τέτοιο πέρασμα θα μπορούσε να σε σκοτώσει.»
«Όμως δεν είναι ακατόρθωτο, έτσι;»
«Όχι. Για την ακρίβεια, πριν από μερικά χρόνια κάποιοι τα είχαν καταφέρει. Είχαν αφήσει τον κόσμο μας για να ζήσουν σε μία κοινωνία χωρίς μαγεία. Όμως αυτό θεωρήθηκε προδοσία… δειλία. Ο τελευταίος πόλεμος αποδείχτηκε ολέθριος για όλους μας. Αρκετοί, εκτός από μέλη του σώματος τους, χάσανε φίλους, οικογένειες… περιουσίες, την πίστη τους. Θέλησαν να ρισκάρουν, να περάσουν την πύλη… να φύγουν. Αν δε φοβόντουσαν, θα μπορούσαν να είχαν ακολουθήσει το παράδειγμα τους.» της εξήγησε με πικρία.
«Δεν μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον επειδή ήθελε να εξασφαλίσει καλύτερο μέλλον για την οικογένεια του… μια ζωή μακριά από τον πόλεμο.»
«Μπορώ όμως να τους κατηγορήσω επειδή η αδράνεια και η δειλία τους στοίχησε τη ζωή των συμμάχων που μπορεί να είχαν σωθεί αν εκείνοι παρέμεναν. Μπορώ να τους κατηγορήσω επειδή απολάμβαναν μία ελευθερία που δεν τους άνηκε.» της είπε με θυμό. Η Νεφέλη σώπασε για λίγο αλλά επέλεξε να πάρει ξανά τον λόγο.
«Και εσύ τι είσαι; Μάγος;»
«Όχι.» της είπε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο.
«Όλα αυτά που μου λες… δε μου θυμίζουν τίποτα.» του είπε μπερδεμένη.
«Δώσε στον εαυτό σου λίγο χρόνο.»
«Και πως ξέρεις ότι έχουμε χρόνο;» αναρωτήθηκε έχοντας μόλις συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. «Όχι μόνο δε θα μπορέσω να βοηθήσω, αλλά…»
«Ήρεμα, δεν χρειάζεται να ζορίζεις το μυαλό σου.» το αγόρι την κοιτούσε εξεταστικά, κάνοντας την να σταθεί αμυντικά απέναντι του.
«Είπες ότι πολλοί φοβούνται. Ποιός θα…»
«Δεν χρειάζεται να σε απασχολεί. Ας τα αφήσουμε αυτά.» η Νεφέλη συμφώνησε βουβά μαζί του και άφησε το μυαλό της να περιπλανηθεί και σε περαιτέρω ερωτήματα.
«Λοιπόν, τι ακριβώς είναι αυτός ο πύργος;»
«Είναι το αρχηγείο μας. Εδώ μένουν όλα τα μέλη.»
«Εγώ δεν είμαι μέλος.»
«Ναι, δεν είσαι. Για αυτό θα σου ζητήσω να είσαι προσεκτική με αυτά που ακούς. Δεν μπορείς να διαδώσεις τίποτα.»
«Σε ποιον θα μπορούσα να τα πω;»
«Σωστά.»
«Αυτοί που βρισκόντουσαν κάτω…»
«Είναι τα υπόλοιπα μέλη. Η Μαργαρίτα και ο Χάρης είναι φύλακες.»
«Και οι γονείς σου;» το χαμόγελο του έσβησε με μιας και το βλέμμα του σκυθρώπιασε τόσο που τρόμαξε την Νεφέλη.
«Πέθαναν.»
«Λυπάμαι.» είπε ευχόμενη να είχε ανοίξει η γη να την καταπιεί.
«Δεν χρειάζεται.» όμως παρά τα λεγόμενα του, το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς, αναζητούσε ένα ευχάριστο θέμα ή έστω ένα κακόγουστο αστείο.
«Σωστά, γιατί είσαι πολύ σκληρός για κάτι τέτοια.» τον πείραξε.
«Ακριβώς.» συμφώνησε με ένα περιπαικτικό χαμόγελο.
Τα δύο παιδιά συνέχισαν συζητώντας πρόσχαρα, λέγοντας αστεία και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Και παρόλο που δεν γνωρίζονταν, έδειχναν να νιώθουν ιδιαίτερα οικεία μεταξύ τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου