Δεν ήξερε που πήγαινε και δεν ήξερε που ήθελε να πάει. Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν ένιωθε πλέον την καρδιά της και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.
Δεν την ακολούθησε, δεν τη σταμάτησε… Θα τον συγχωρούσε. Προφανώς όμως πίστευε αυτά που έλεγε.
Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, δεν ήξερε πόση ώρα περπατούσε. Μπορεί να ήταν δευτερόλεπτα, μπορεί να ήταν ώρες. Προσπαθούσε να πάρει το μυαλό της από τον πόνο, να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει. Η φριχτή σκέψη του πολέμου ήταν το μόνο που την κρατούσε ακόμα στα πόδια της, αναρωτιόταν τι να γινόταν τώρα στη μάχη.
Και τότε πήρε την απόφαση της. Θα έβρισκε την Αντζέλικα και θα την έφερνε πίσω, τότε ο Χάρη δε θα είχε πλέον τίποτα να φοβάται και θα τους βοηθούσε να πάρουν πίσω το κλειδί. Και αν το σχέδιο της της κόστιζε τη ζωή, δε θα έλειπε σε κανέναν. Το μόνο ερώτημα που υπήρχε τώρα, ήταν πώς να περάσει από την εμπόλεμη ζώνη απαρατήρητη.
Τις σκέψεις της διέκοψαν κραυγές και επιφωνήματα. Κρύφτηκε στα γρήγορα πίσω από έναν θάμνο και παρατήρησε έντρομη μία μάχη να διαδραματίζεται μπροστά της. Άνθρωποι σφαγιάζονταν… ήταν ακριβώς όπως στις ταινίες, παντού αίμα και κραυγές απόγνωσης. Πώς ήταν δυνατό να πιστέψει πως εκείνη θα τραβούσε την προσοχή; Σκέφτηκε.
Ξαφνικά το σχέδιο της πέρασε σε δεύτερη μοίρα, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να βρει γνώριμα πρόσωπα στο πλήθος. Είδε μόνο τον Χάρη, τώρα ο άντρας προσπαθούσε να αποκοπεί από τη μάχη, το έβαζε στα πόδια. Το κορίτσι τον ακολούθησε εκνευρισμένη από την πλήρη έλλειψη ανδρείας του, έτοιμη να τον αντιμετωπίσει.
«Πας κάπου;» του είπε σταματώντας τον λίγο πιο μακριά από το πεδίο της μάχης.
«Εσύ ξέρεις πως είναι να κρατάν κάποιον που νοιάζεσαι…»
«Του έδωσες το μεταγιόν, έτσι δεν είναι;» θέλησε να επιβεβαιώσει τις εικασίες του Φρέντερικ. «Φυσικά, είδες ότι ο Τόμι είχε το μεταγιόν και του ζήτησες να το βάλει στη λίστα με τα εξαφανισμένα σε περίπτωση που κάποιος το ζητήσει. Και μετά το άλλαξες με ένα ψεύτικο. Το έδωσες σε αντάλλαγμα για την Αντζέλικα, έτσι δεν είναι;»
«Δεν ήθελα να το κάνω… ήταν μια λύση απελπισίας. Όταν σας είπα τι είχα κάνει κανείς δεν είχε το χρόνο να ασχοληθεί με το να την πάρουμε πίσω. Όλοι μου έλεγαν πως μας πρόδωσε και ότι δεν μπορούσε να ζήσει κάτω από τα τείχη μας.» κλαψούρισε.
«Και που είναι τώρα η κόρη σου;» του είπε έχοντας την υπόνοια ότι τον είχαν ξεγελάσει.
«Δε… δε θέλει να με δει στα μάτια της… δεν ήθελε να φύγει από εκείνο το μέρος.» όμως αυτή τη φορά δεν τον λυπήθηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να συγκροτήσει την υπομονή της.
«Ξέρεις που φυλάει το πραγματικό μεταγιόν;»
«Δεν μπορείς να του το πάρεις, το έχει μαζί του.» της είπε ενώ δάκρυα κυλούσαν στα μάτια του. Ένιωσε ανόητη… αλλά δεν μπορούσε να τον βλέπει έτσι.
«Τις προσέχουνε εκεί Χάρη… κανένας δε θα την πειράξει.»
«Η μητέρα της μας άφησε όταν ήταν πέντε… Η Αντζέλικα ήθελε να περνάει καλά… να γελάει. Και της αξίζει… αλλά δεν μπορούσα να της προσφέρω αυτή τη ζωή. Έλλειπα συχνά…» ο άντρας ξέσπασε και η φωνή δεν έβγαινε πλέον από τα χείλη του. Δεν ήξερε τι να κάνει, δεν ήξερε πως να αντιμετωπίσει έναν άντρα που κλαίει. Και τότε εκείνος σταμάτησε, όρθωσε το ανάστημα του και επέστρεψε στη μάχη. Σαν κάτι μέσα του να είχε μόλις σπάσει. Σαν η συνομιλίας τους αυτή να του είχε μόλις διδάξει κάτι πολύτιμο.
Η Νεφέλη τον ακολούθησε, ήξερε τι μπορούσε να συμβεί σε έναν πόλεμο, αλλά η γνώση ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από την εμπειρία. Έτσι παρέμενε κρυμμένη, σε μία πραγματική μάχη δε θα είχε πολλές ελπίδες. Είχε μόλις κατηγορήσει τον Χάρη για δειλία, αλλά η ίδια δεν τολμούσε τώρα να τον συνεχίσει.
Έτσι έφτιαξε άλλα σχέδια για τον εαυτό της. Έψαχνε με το βλέμμα της τον Φαίδο, αν κουβαλούσε το μεταγιόν επάνω του, αυτό σήμαινε πως η Νεφέλη είχε ακόμα ελπίδες να το πάρει πίσω. Έπειτα, θα έσπευδε στο κάστρο και θα έπαιρνε την Αντζέλικα με χρήση βίας αν ήταν απαραίτητο. Όταν εντόπισε τον άντρα υπέθεσε πως το μεταγιόν ήταν κάπου κρυμμένο κάτω από τα ρούχα του εφόσον δεν μπορούσε να το δει. Έτσι συγκεντρώθηκε σε αυτό ελπίζοντας να το καλέσει με το μυαλό της.
Ο άντρας έδειχνε να αντιλαμβάνεται τις προσπάθειες της εφόσον κοίταξε τριγύρω του ανήσυχα και έβγαζε το μεταγιόν από την τσέπη του. Η κοπέλα περίμενε μέχρι το κάλεσμα της μάχης να του αποσπάσει ξανά την προσοχή και αυτήν τη φορά προσπάθησε να παγώσει τον χρόνο. Έκλεισε τα μάτια της και γύρισε νοητά πίσω στην ημέρα που είχε δεχτεί την πρώτη της επίθεση από γιότλυ. Οι προπονήσεις που είχε κάνει με τον Νίκολα την είχαν μάθει να ασκεί ένα μέρος του εγκεφάλου της που έμενε αχρησιμοποίητο τον περισσότερο καιρό. Έτσι της φάνηκε ευκολότερο, αλλά ήξερε πως δε θα διαρκούσε για πολύ. Έτρεξε προς το μέρος του άντρα και πήρε το μεταγιόν από την τσέπη του ενώ το αντικατέστησε με το ψεύτικο λίγο πριν τρέξει πίσω στην κρυψώνα της φυλάσσοντας το στην μπότα της.
Και ύστερα ο χρόνο κύλησε και πάλι.
Παρακολουθούσε τα δρώμενα θέλοντας να λάβει μέρος αλλά αμφιβάλλοντας για τις ικανότητες και το θάρρος της. Όταν αποφάσισε πως δεν μπορούσε να σπαταλήσει περισσότερο χρόνο και διάλεξε το δρόμο για το κάστρο, την προσοχή της τράβηξε μία γυναίκα. Είχε πυκνά μαύρα μαλλιά και ήταν καλυμμένη με λάσπη. Στεκόταν κοντά σε εκείνη και κοιτούσε αδιάφορα τα γεγονότα. Μετά στράφηκε προς το μέρος της, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στη Νεφέλη να δει πως το μισό της κρανίο ήταν αποτριχωμένο και γεμάτο αίματα. Άφησε μία κραυγή και πισωπάτησε.
«Πρέπει να τον σώσεις.» όταν είδε πως η Νεφέλη δεν απαντούσε κοίταξε και πάλι γύρω της πονεμένα. Μία σταγόνα αίμα κύλισε στην αλάβωτη πλευρά της και η γυναίκα το σκούπισε με τα δάχτυλα της. «Είναι πολύ εκνευριστικό.» συμπλήρωσε και ύστερα αποπειράθηκε να φύγει.
«Πε… περίμενε.» η γυναίκα κοντοστάθηκε και την κοίταξε με τα διαπεραστικά πράσινα μάτια της. «Να σώσω ποιον;»
«Το γιο μου, σώσε τον Φρέντ.» στο άκουσμα αυτού του ονόματος η Νεφέλη πάγωσε. Η ιδέα πως το αγόρι μπορεί να βρισκόταν σε κίνδυνο έκανε την καρδιά της να σπάσει από φόβο και πανικό.
«Όχι…» μουρμούρισε. Η μητέρα του Φρέντερικ είχε πεθάνει. Αναλογίστηκε. Αυτό πρέπει να ήταν κάποιου είδους κόλπο.
Τότε όμως άκουσε μία παιδική φωνή. Γύρισε και είδε τον Τόμι στη μέση του πεδίου της μάχης. Είχε σηκώσει μετά βίας το σπαθί κάποιου νεκρού και τώρα επιχειρούσε να επιτεθεί. Ο αντίπαλος του ωστόσο δεν τον είχε πάρει στα σοβαρά και έπαιζε μαζί του. Αλλά αυτό εκνεύριζε το παιδί ακόμα περισσότερο. Όταν ο άντρας βαρέθηκε να παίζει, τον χτύπησε με την λαβή του όπλου του και τον έσπρωξε μακριά. Την κραυγή πόνου του μικρού άκουσε ο Φρέντερικ που έστρεψε την προσοχή του στο αγόρι και έχασε την οπτική επαφή με τον αντίπαλο του που τον τρύπησε με το σπαθί του. Η Νεφέλη είδε την λεπίδα να ξεπροβάλει από την πλάτη του και έκλεισε τα μάτια της ελπίζοντας πως αν δεν έβλεπε, κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε να είναι αληθινό. Συνάμα άφησε μία κραυγή πόνου, πόνου και απόγνωσης.
Όταν τα άνοιξε και πάλι μπορούσε να ακούσει τους ήχους της πάλης αλλά το μόνο που υπήρχε γύρω της ήταν δέντρα. Δεν άργησε να καταλάβει πως βρισκόταν στο μέρος όπου είχε λάβει χώρα η μικρή της συζήτηση με τον Χάρη. Δεν έχασε χρόνο, έτρεξε στο πεδίο της μάχης. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έφτασε και πάλι στο σημείο όπου πριν από λίγο είχε παραμείνει κρυμμένη, στο σημείο όπου είχε δει εκείνη τη γυναίκα. Οι κινήσεις, οι ήχοι… τα θύματα, ήταν όλα ίδια.
Ακόμα και η γυναίκα στεκόταν ξανά απέναντι της.
«Δεν μπορείς να σώσεις και τους δύο!» της φώναξε. «Πρέπει να επιλέξεις.» η Νεφέλη προσπάθησε να την αγνοήσει όμως εκείνη την πόνεσε. Δεν κουνήθηκε από τη θέση της, μονάχα την κοιτούσε. Αλλά το κορίτσι ήταν σίγουρο πως εκείνη ευθυνόταν για το κάψιμο που ένιωθε στα σωθικά της. «Πρέπει να διαλέξεις, το γιο μου ή την κόρη του προδότη.»
Ο άντρας ήταν τώρα έτοιμος να χτυπήσει τον Τόμι, όμως δεν πρόλαβε. Το σπαθί του τινάχτηκε στον αέρα και στράφηκε εναντίον του σκοτώνοντας τον. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε τη ζωή κάποιου ηθελημένα… όμως δεν είχε χρόνο για αθωότητες. Μπήκε στο πεδίο της μάχης και κάλεσε το σπαθί που είχε χρησιμοποιήσει για να σκοτώσει εκείνον τον άντρα. Είχε ζήσει αρκετό καιρό και στις δυο πλευρές για να μπορεί να ξεχωρίσει τους αντιπάλους από τους συμμάχους.
Ένας εύσωμος άντρας με ξανθά μαλλιά την προκαλούσε τώρα να τον αντιμετωπίσει. Ήταν τριπλάσιος από το μέγεθος της και αρκετά επιδέξιος, έτσι αναγκαζόταν συνέχεια να είναι σε άμυνα. Μια αδέξια κίνηση από μέρους της της κόστισε ένα βαθύ κόψιμο στα πλευρά. Επανέλαβε τα λόγια του Νίκολα στο μυαλό της και προσπάθησε να τα εφαρμόσει, προσπάθησε να αγνοήσει τον πόνο. Αλλά ήταν πολύ δύσκολο, πονούσε φριχτά. Ωστόσο του ανταπέδωσε το χτύπημα και αυτό ήταν αρκετό για τον ρίξει κάτω. Το σπαθί του έφυγε από τα χέρια του κατά την πτώση και η Νεφέλη είχε την ευκαιρία να τον αποτελειώσει, αλλά δεν μπορούσε. Έτσι προχώρησε και διάλεξε τον επόμενο αντίπαλο της.
Σύντομα βρέθηκε πλάτη με πλάτη με τον Φρέντερικ ο οποίος αντιμετώπιζε τη δική του πρόκληση. Ο αντίπαλος της τη χτύπησε στο σημείο όπου υπήρχε η προηγούμενη πληγή της και αυτό την έκανε να γονατίσει ενώ μία πονεμένη κραυγή βγήκε αδύναμα από τα χείλη της, μόνο τότε το αγόρι κατάλαβε πως η Νεφέλη βρισκόταν εκεί. Ο πόνος ήταν αφόρητος και ο άντρας της έτοιμος να την χτυπήσει ξανά. Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν τον Φρέντερικ να αποκρούει το χτύπημα και μετά όλα σκοτείνιασαν.
***
Ο Νίκολα δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τι συνέβαινε γύρω του, αγνοούσε την ταυτότητα των αντικειμένων που τον περιέβαλαν και δεν μπορούσε να εξηγήσει την χρήση τους. Ωστόσο μερικά πράγματα δεν άλλαζαν ποτέ. Είχε δει την απληστία στα μάτια ενός άντρα με λευκά ρούχα. Δούλευε εκεί ενώ αποκαλούσε τον εαυτό του νοσοκόμο. Τον είχε δωροδοκήσει με χρυσάφι ζητώντας του να σκοτώσει την Νεφέλη το συντομότερο δυνατό.
Ήταν νύχτα και περπατούσε κατά μήκος μίας γέφυρας χαζεύοντας τα φώτα στους δρόμους όταν δύο άντρες με κουρελιασμένα ρούχα στάθηκαν μπροστά του. Απόρησε με το θράσος τους να τον προκαλέσουν, ακόμα και ο πιο άχρηστος υπήκοος του θα μπορούσε να τα βάλει μαζί τους.
«Τα λεφτά σου φίλε.» του είπαν βγάζοντας τους σουγιάδες από τις τσέπες.
«Ναι, αν θες την ζωούλα σου.» συμφώνησε ο φίλος του.
«Προφανώς εσείς υποτιμάτε τη δική σας… δεν έχετε άδικο.» δεν του πήρε πάνω από δέκα δεύτερα για να τους ρίξει αναίσθητους. Άλλωστε δεν είχε περισσότερο χρόνο.
Τον καλούσαν, το ένιωθε.
***
Όταν ξύπνησε η Νεφέλη ήταν τυλιγμένη στο ζεστό της πάπλωμα, ο Τόμι χοροπηδούσε στο κρεβάτι της και ο Φρέντερικ προσπαθούσε να τον πείσει να σταματήσει. Τον κατέβασε από το στρώμα και βούτηξε ένα πανί σε μία πήλινη λεκάνη από νερό και βότανα που είχε ακουμπισμένη στο τραπεζάκι δίπλα της για να το βάλει στο μέτωπο της.
«Τόμι σταμάτα, η Νεφέλη πρέπει να ξεκουραστεί.» τον μάλωσε.
«Μα κοιμάται δύο μέρες.» παραπονέθηκε το αγόρι.
«Τί έγινε;» η φωνή της ήταν ασθενική και ένιωθε πολύ αδύναμη. Ο Φρέντερικ γύρισε ξαφνιασμένος και την κοίταξε ανήσυχος, κάτι για το οποίο μετάνιωσε και έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «…έχουμε πόλεμο, τί κάνετε εδώ;»
«Δεν επρόκειτο για πραγματικό πόλεμο, ήθελαν να μας τραβήξουν την προσοχή για να ανοίξουν την πύλη και να γυρίσει ο Νίκολα με ασφάλεια.» η κοπέλα ανακάθισε και προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά. «Τόμι… φεύγεις λίγο;»
«Μα… καλά.» συμπλήρωσε και έφυγε μουτρωμένος.
«Συμβαίνει κάτι;» τον ρώτησε επιφυλακτικά.
«Ο Χάρη ήρθε να μου μιλήσει. Μου είπε ότι αντέγραψε το μεταγιόν και… τα υπόλοιπα.»
«Ναι, το ξέρω…» τότε όμως θυμήθηκε την τελευταία τους συζήτηση και άρχισε να τον χτυπάει ακανόνιστα, με θυμό. Εκείνος την ακινητοποίησε πολύ εύκολα και μετά αφέθηκε να τη χαζεύει για λίγο.
Ένιωθε ευάλωτη, αδύναμη. Ευχόταν ο Φρέντερικ να έφευγε, να μην έπρεπε να τη δει έτσι. Ήθελε να κρύψει το δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο της, το δάκρυ που η εικόνα του έφερνε στα μάτια της. Αλλά δεν την άφησε να κινηθεί.
«Συγγνώμη.» της είπε μετά από λίγο… και ήταν το μόνο που η Νεφέλη ήθελε να ακούσει για να ξεχάσει τα πάντα. Δεν είχε ιδιαίτερα ψηλά κριτήρια, το γνώριζε αυτό. Αλλά δεν ήθελε να ανεβάσει τον πήχη… δεν ήθελε να τον χάσει. «Δεν ήξερα τι έλεγα… εγώ… δεν…» έπρεπε να του κρατήσει μούτρα, αλλά όταν εκείνος χαλάρωσε τα δεσμά της σηκώθηκε και τον αγκάλιασε όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Η πληγή της την πονούσε, αλλά δεν έφυγε μακριά του. Την κράτησε και εκείνος, πιο ευγενικά, πιο μαλακά… και τότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Ναταλί.
«Δεν το πιστεύω! Μα πως μπορείς και είσαι ακόμα με αυτήν την προδότρια;» τον ρώτησε απηυδισμένη.
«Πώς με είπες;» απαίτησε να μάθει θιγμένη.
«Τί έγινε; Έπαθαν κάτι τα αυτιά σου;»
«Ναταλί βγες έξω… θα έρθω σε λίγο. Σε παρακαλώ.» η ηρεμία στη φωνή του ησύχασε την εισβολέα και ακολούθησε την προτροπή του απρόθυμα.
«Πιστεύεις ακόμα ότι σε πρόδωσα;» τον ρώτησε πληγωμένη από την αντίδραση του.
«Όχι… δεν…»
«Την άκουσες πως μου μίλησε και δεν της είπες τίποτα. Τίποτα!» συνέχισε φανερά αναστατωμένη.
«Τί ήθελες να πω; Είναι… την ξέρω πολλά χρόνια.»
«Τί είναι;» τον ρώτησε αδιαφορώντας για τα δάκρια που έβρεχαν το δέρμα της. «Τί σου είναι;»
«Είναι πολύπλοκο.» της απάντησε πτοημένος.
«Εγώ τι σου είμαι;» η παύση του την πονούσε, και ο πόνος την έπνιγε. «Είναι και αυτό πολύπλοκο;»
«Έχει τόσο πολύ σημασία για εσένα να βάζουμε τίτλους στα πάντα;» τη ρώτησε αγανακτισμένος. Αποφάσισε να μην τον πιέσει άλλο… όμως η απάντηση του τη διέλυσε.
«Πέθαναν πολλοί;» άλλαξε θέμα.
«Τέσσερα άτομα, αλλά έχουμε πολλούς τραυματίες.» της είπε χαμογελώντας τρυφερά για την υποχώρηση που είχε μόλις κάνει. Όμως αυτό δε μαλάκωσε το θυμό της.
«Τί έγινε όταν λιποθύμησα; Περίμενε… ήταν κάποιο μέλος…;»
«Όχι.» βιάστηκε να τη διαβεβαιώσει. «Σε απομακρύναμε, δεν άργησαν να διαλυθούν μετά από αυτό, είχαν πολλές απώλειες και δεν ήθελαν να ρισκάρουν περισσότερες… Πρέπει να φύγω.» πρόσθεσε διατακτικά αφότου της έδωσε λίγο χρόνο να επεξεργαστεί τα νέα. Το αγόρι σκούπισε τα δάκρυα που είχαν απομείνει και τη φίλησε γλυκά. «… Θα στείλω τον Τόμι για παρέα.»
«Αλίμονο… σε περιμένει η Ναταλί.» σχολίασε πικραμένα.
«Θα έρθω όσο πιο σύντομα μπορώ, ξεκουράσου.» εκείνη ένευσε καταφατικά και περίμενε μέχρι να τον δει να χάνεται για να τυλίξει τα χέρια της σφιχτά γύρω από τον εαυτό της.
Ύστερα όμως θυμήθηκε πως είχε κρύψει το πραγματικό μεταγιόν μέσα στις μπότες που φορούσε και σηκώθηκε για να τις αναζητήσει. Τις βρήκε μέσα στην ντουλάπα της και τις γύρισε ανάποδα για να αδειάσει το περιεχόμενο τους στο πάτωμα. Ανακουφίστηκε όταν είδε πως το κλειδί δεν είχε χαθεί και το φόρεσε και πάλι στο λαιμό της. Τότε όμως θυμήθηκε ότι αυτή της η κίνηση μπορεί να είχε κοστίσει τη ζωή της Αντζέλικα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου