Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Νεκροί

Όταν γύρισε στον πύργο ήταν αργά. Είχε περάσει πολύ ώρα στους στάβλους, ήθελε να σκεφτεί. Όταν είδε πως δεν μπορούσε να βγάλει άκρη αποφάσισε πως ήθελε παρέα. Δεν ήξερε αν ο Φρέντερικ είχε επιστρέψει, έτσι πήγε στην κουζίνα. Εκεί το κλίμα ήταν εύθυμο και δεν ήθελε να τους διακόψει, οπότε κάθισε ήσυχα δίπλα στον Τόμας και προσπάθησε να ακολουθήσει το θέμα της συζήτησης τους προκειμένου να ξεχαστεί.
«Μην τον πληγώσεις.» άκουσε τον Τόμας να της λέει μετά από λίγο. Δεν χρειαζόταν εξηγήσεις, κατάλαβε πως ο άντρας είχε ήδη δει τη συνάντηση της με τον Νίκολα και είχε βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
«Με είδες να τον πληγώνω;» τον ρώτησε αβέβαιη για τον εαυτό της.
«Όχι, είδα εσένα να πληγώνεις τον εαυτό σου… αυτό θα τον πλήγωνε.»
«Τί εννοείς;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Το μέλλον δεν μας ανήκει, η γνώση θα αλλάξει τις αποφάσεις σου. Αλλά φοβούμενη να κάνουμε ένα λάθος, πολλές φορές δρούμε δημιουργώντας ακόμα περισσότερα.» τα αινίγματα του την κούραζαν, είχε ήδη πολλά πράγματα στο κεφάλι της.
«Δεν του είμαι όσο σημαντική όσο νομίζεις.» του είπε πικρόχολα μετά από λίγο.
«Εγώ δε θα βιαζόμουν να το πιστέψω αυτό στη θέση σου.» αντέτεινε γεμάτος αυτοπεποίθηση. «Φοβάται ξέρεις, ακόμα και αν δεν το δείχνει. Μην ξεχνάς ότι είναι και εκείνος άνθρωπος. Η απώλεια των γονιών του άφησε σημάδια που ο χρόνος δεν μπόρεσε να πάρει μαζί του. Πολλές φορές θα χρειαστεί να τον διαβάσεις, αλλά είναι εύκολος άνθρωπος.»
«Ναι; Και πως λες σε αυτόν τον εύκολο άνθρωπο για τον Νίκολα;»
«Σχετικά με αυτό… καλή επιτυχία.» της είπε καθώς σηκωνόταν.
«Σε ευχαριστώ για τη βοήθεια.» τον ειρωνεύτηκε.
Και τότε μια διακριτική μυρωδιά υπέπεσε στην αντίληψη της, μια γνώριμη μυρωδιά. Έψαξε το δωμάτιο με το βλέμμα της αναζητώντας την εστία της και τη βρήκε στο πρόσωπο της Αντζέλικας. Τρομοκρατήθηκε και τινάχτηκε στον αέρα τραβώντας έτσι την προσοχή των υπολοίπων.
«Ξέχασα κάτι…» είπε το πρώτο ψέμα που της ήρθε στο μυαλό και έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Στην έξοδο έπεσε πάνω στον Φρέντερικ, κυριολεκτικά. Εκείνος την κράτησε από την μέση για να μην πέσει και την κοίταξε μπερδεμένος.
«Φρέντερικ… σε έψαχνα.» του είπε ο Τόμας αποσπώντας του την προσοχή. Η Νεφέλη άρπαξε αυτήν την ευκαιρία και έφυγε από την πύργο χαμογελώντας του πρώτα γλυκά. Ήθελε να πάρει λίγο καθαρό αέρα, δεν μπορούσε να δεχτεί το γεγονός ότι η Αντζέλικα μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να τη στοιχειώσει.
Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο μπορούσε να τη δει… για ποιο λόγο είχε δει τη μητέρα του Φρέντερικ όταν αυτή ήθελε να την προειδοποιήσει για τη ζωή του γιού της. Δεν της άρεσε η τροπή των πραγμάτων, ήθελε να σταματήσουν όλα. Ο πόλεμος, τα περίεργα όνειρα, η έχθρα. Εξακολουθούσε να θέλει να ζήσει τη ζωή της εκεί, αλλά τώρα περισσότερο από ποτέ, ήθελε ειρήνη. Το φιλικό άγγιγμα του Φρέντερικ στον ώμο την έκανε να αναπηδήσει και άφησε ένα επιφώνημα.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Ναι… απλά ήμουν αφηρημένη και τρόμαξα.»
«Πηγαίνεις κάπου;» κοιτούσε γύρω του για να βρει το σκοπό της κοπέλας που δε συνήθιζε να βρίσκεται έξω τόσο αργά.
«Όχι, ήθελα μόνο λίγο αέρα.»
«Ο Τόμας μου είπε ότι ήθελες να μου πει κάτι.»
«Ώστε αυτό σου είπε, ε;» είπε μέσα από τα δόντια της.
«Τί συμβαίνει;» τη ρώτησε προβληματισμένος.
«Θέλω να σου πω αλλά θα θυμώσεις… που είναι και ο λόγος που έκανα ότι έκανα στην αρχή, αλλά τώρα άλλαξα γνώμη.»
«Ήθελες… να θυμώσω;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Για την ακρίβεια, ήθελα να σου μπω στο μάτι γιατί είχα θυμώσει εγώ μαζί σου.» προσπάθησε να του εξηγήσει, αλλά η έκφραση στο πρόσωπο του αγοριού της έλεγε πως δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά.
«Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.» η αθώα έκφραση στο πρόσωπο του την έκανε να θέλει να πηδήσει επάνω του και να τον πνίξει στα φιλιά. Αλλά χαλιναγώγησε τον εαυτό της και προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε μία τάξη, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει πως δεν μπορούσε να του πει για τον Νίκολα.
«Τίποτα, ξέχνα το… φεύγω.»
«Περίμενε.» της είπε κρατώντας την από το χέρι. «Πες μου, θέλω να μάθω.»
«Πίστεψε με, δε θες.» του είπε δειλά και προσπάθησε να φύγει ξανά. Όμως εκείνος, αποφασισμένος να αποσπάσει την αλήθεια με κάθε μέσο, χρησιμοποίησε πιο υποχθόνιες τακτικές. Πέρασε το ένα του χέρι από το μάγουλο της και με το άλλο έσπρωξε το σώμα της πάνω στο δικό του. Αναμνήσεις από τις εμπειρίες τους το ίδιο απόγευμα βομβάρδισαν το μυαλό της και την έφεραν σε αμηχανία. Έσκυψε για να τη φιλήσει στη άκρη των χειλιών της ενώ της ζητούσε ξανά να του πει αυτό που είχε στο μυαλό της.
«Πες μου.»
«Αυτό… ήταν πολύ ύπουλο.» μουρμούρισε μουδιασμένη.
«Το ξέρω, αλλά αν σε κάνει να μου πεις…» της είπε φιλώντας απαλά τον λαιμό της.
«Δεν θέλω… θα θυμώσεις μαζί μου.» είπε ρίχνοντας τις άμυνες της.
«Βγήκες από τα όρια;» άρχισε να κάνει υποθέσεις. Η Νεφέλη απομακρύνθηκε για λίγο από εκείνον και τον κοίταξε στα μάτια.
«Ναι… για να βρω τον Νίκολα.» το αγόρι δεν αντέδρασε στα νέα που του έφερνε, περίμενε μέχρι να ακούσει τη συνέχεια. «Δεν ξέρω πως το έκανε, ήταν σα να προβλήθηκε στο μυαλό μου… ήθελε να μου μιλήσει. Ξέρω ότι είναι γιος του Φαιδού, αλλά…» δεν μπορούσε να του πει ότι χρησιμοποιούσε φυλαχτό για να μείνει κάτω από τα τείχη του πατέρα του. Αν αυτή η πληροφορία διέρρεε κατά λάθος, τότε ο Νίκολα θα είχε σοβαρά προβλήματα. «ξέχνα το.» του είπε μετανιωμένη.
«Είσαι ερωτευμένη μαζί του;» τη ρώτησε σα να πονούσε. Η Νεφέλη ήθελε να τον διαβεβαιώσει πως κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, να τον αγκαλιάσει…
Αλλά θύμωσε μαζί του. Πώς μπορούσε να τη ρωτάει κάτι τέτοιο μετά από όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους. Έτσι άρχισε να τον χτυπάει ακανόνιστα στον κορμό και το πρόσωπο, ήθελε να του πετάξει κάτι, ο, τιδήποτε. Όμως ο Φρέντερικ την ακινητοποίησε πολύ γρήγορα.
«Άφησε με!» του ζήτησε έξαλλη.
«Δε μου απάντησες.»
«Πώς… πώς… μα καλά, τί γνώμη έχεις για εμένα τέλος πάντων; Κοιμήθηκα μαζί σου! Νομίζεις ότι το κάνω με τον κάθε ένα; Τέτοια βρώμα πιστεύεις ότι είμαι;» δεν άντεξε, έβαλε τα κλάματα. Χρησιμοποίησε όλη της τη δύναμη για να τον σπρώξει μακριά της και ύστερα το έβαλε στα πόδια.
Λίγο πριν κλείσει πίσω της την πόρτα του δωματίου της, το αγόρι την παραμέρισε και μπήκε μέσα. «Φύγε από εδώ!» του φώναξε δείχνοντας του την πόρτα. Εκείνος όμως δεν την άκουσε, μόνο έμεινε να την παρατηρεί. Του γύρισε την πλάτη και προσπάθησε να σκουπίσει το πρόσωπο της, αλλά καινούρια δάκρυα έβρεχαν ξανά τα μάγουλα της. Ένιωσε τα χέρια του να τυλίγονται γύρω της και αισθάνθηκε ανόητη για την αδυναμία που του είχε. Αποφάσισε να αποδεχτεί την ανεπάρκεια της αυτή και να γυρίσει προς το μέρος του για να τον αγκαλιάσει.
«Αν σας πρόδιδα ο Τόμας δε θα το ήξερε; Δε θα σου έλεγε να μείνεις μακριά μου; Εγώ δεν έχω συγγενείς για να φοβάμαι για τη ζωή τους. Δεν μπορεί να με χειραγωγήσει, οπότε δε θα είχε λόγο να σου το κρατήσει κρυφό όπως έκανε με τον Χάρη. Ούτε αυτό δεν μπορεί να σε κάνει να με εμπιστευτείς;»
«Δεν μου αρέσει η ιδέα ότι είσαι κοντά του, ότι μπορεί να σε αγγίξει. Τόσο δύσκολο σου είναι να το καταλάβεις;» τη ρώτησε αγανακτισμένος.
«Δηλαδή το πρόβλημα σου είναι αυτός; Όχι εγώ; Αν σου έλεγα πως μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον, θα το έκανες;»
«Μάλλον όχι. Δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα για τον κόσμο μας, και είσαι αρκετά μικρή για να σταματήσω να φοβάμαι ότι μπορούν να σε ξεγελάσουν.» η Νεφέλη τον κοίταξε με μισό μάτι αλλά δεν το συνέχισε. Δεν ήθελε να τσακώνεται άλλο μαζί του. «Τί σε ήθελε λοιπόν;» συνέχισε προσπαθώντας να μην ακουστεί πολύ μνησίκακος.
«Να μου πει ότι με σκότωσε, και ότι τώρα θα είμαι δυνατότερη. Πίστευε ότι ο λόγος που είμαι ακόμα ουδέτερη ήταν επειδή άνηκα και στους δύο κόσμους ακόμα και πως τώρα θα μπορώ να πάρω μία απόφαση.» δεν είπε ψέματα, απλώς παρέμεινε στα συμφραζόμενα της συζήτησης τους. Στο πρόσωπο του είδε πως το γεγονός ότι ήταν ακόμα ουδέτερη προβλημάτιζε και τον ίδιο, αλλά επέλεξε να μην το αναφέρει. «…Και νόμιζε ότι τον παρακολουθώ.»
«Από πού και ως πού;»
«Είχα δει ένα όνειρο… που μάλλον δεν ήταν όνειρο… και τον είδα. Κατά κάποιο τρόπο κατάλαβε ότι… ήμουν εκεί και νομίζει ότι τον παρακολουθώ.»
«Μπορείς να το ξανακάνεις αυτό; Εσκεμμένα; Αλλά όχι για τον Νίκολα, ίσως τον Φαίδο.» τη ρώτησε ξαφνικά ενθουσιασμένος.
«Δεν ξέρω καν πως το έκανα την πρώτη φορά. Κοιμόμουν.» η απάντηση της έδειχνε να τον απογοητεύει αλλά σύντομα έδιωξε αυτό το συναίσθημα από το πρόσωπο του.
«Μπορείς τουλάχιστον να μείνεις μακριά από τον Νίκολα;» τη ρώτησε γλυκά. Η απάντηση που η Νεφέλη είχε κατά νου ήταν αρνητική, αλλά δεν μπορούσε να του το πει.
«Δεν είναι απειλή για εσένα.» απάντησε διπλωματικά.
«Γιατί η απάντηση σου δε με καθησυχάζει;»
«Απλά θα πρέπει να μάθεις να με εμπιστεύεσαι.» του δήλωσε κατηγορηματικά. Την κοίταξε για λίγο εξερευνητικά αλλά εκείνη επέλεξε να εστιάσει το βλέμμα της έξω από το παράθυρο.
«Εντάξει λοιπόν, θα το κάνουμε με το δικό σου τρόπο. Αλλά πρόσεχε, δε ρισκάρεις μόνο το δικό σου κεφάλι σε αυτό.» και ύστερα έφυγε.
«Τί σημαίνει αυτό;» του φώναξε. Όμως εκείνος δεν ανταποκρίθηκε. Τη θύμωνε η συμπεριφορά του.
Δεν ήθελε να μείνει για ακόμα μία φορά κλεισμένη μέσα στο δωμάτιο της, αναλογιζόμενη το παράδοξο της σχέσης τους. Ήθελε να βάλει κάπου την ενέργεια της… να διασκεδάσει. Και δεν ήθελε να μείνει μόνη της.
Έτσι χτύπησε την πόρτα του Λούνι.
«Πιστεύεις ότι είμαι προδότρια;» τον ρώτησε κοφτά, δεν είχε μπει καν στον κόπο να τον χαιρετήσει.
«Ό… όχι.» της απάντησε μπερδεμένος.
«Ωραία, τώρα που είναι το δωμάτιο του Τόμας;» ο Λούνι της έδειξε το δωμάτιο πίσω του διστακτικά. Η Νεφέλη τον τράβηξε από το χέρι και μαζί μπήκε στο δωμάτιο τους απρόσκλητη. Ήταν πολύ μικρότερο από αυτό του Φρέντερικ και ανάστατο, ο άντρας δε φάνηκε να είχε αντιληφτεί την παρουσία της προηγουμένως, έτσι εκείνη τον βομβάρδισε με την ίδια ερώτηση.
«Πιστεύεις ότι είμαι προδότρια;»
«Πιστεύω ότι δε θέλεις να είσαι.» η κοπέλα μπερδεύτηκε από την απάντηση του, κάτι που ο Τόμας διαισθάνθηκε. «…όχι.» συνόψισε τα λόγια του σε μία λέξη.
«Ωραία, γιατί θα με πάτε βόλτα.» του είπε τραβώντας τον και εκείνον, πιο ευγενικά αυτή τη φορά.
«Και που ακριβώς πάμε;» τη ρώτησε διστακτικά ο Λούνι.
«Δεν ξέρω… όπου μας πάει.» του είπε με ένα χαμόγελο.
Κατέληξαν σε μία παμπ. Ο Τόμας δεν την άφησε να πιει αλκοόλ αλλά δεν την πείραζε. Είχε άλλωστε την ευκαιρία να ανακαλύψει μία άλλη πλευρά του, και αυτή την έκανε να γελάει. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε τόσο καιρό. Ήταν τολμηρός στο λόγο του και σβέλτος στα σχόλια. Ήταν… πολύ γοητευτικός. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάποια στη ζωή του, θα της άρεσε αν υπήρχε κάποια στην ζωή του. Αν μη τι άλλο, ήταν πολύ όμορφος.
Η ορχήστρα έπαιζε ένα ζωηρό τραγούδι και ο Τόμας χόρευε μαζί με την ιδιοκτήτρια, μια εύσωμη γυναίκα με ξανθά σγουρά μαλλιά και γαλανά μάτια. Φαινόταν να το διασκεδάζουν ιδιαίτερα και πολλοί θαμώνες τους χάζευαν. Ο Λούνι ήταν ο συγκρατημένος της παρέας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έδειχνε να περνάει καλά. Καθόταν στο μπαρ και μιλούσε με μερικούς φίλους ενώ δίπλα του στεκόταν μια όμορφη μελαχρινή κοπέλα που έδειχνε να του έχει ιδιαίτερη αδυναμία, αλλά εκείνος δεν το είχε προσέξει.
Εκείνη μιλούσε με δύο άντρες που της είχε συστήσει ο Τόμας, αλλά σύντομα  την έκαναν να βαρεθεί και αποφάσισε να χορέψει και εκείνη μαζί του. Την έκανε να αισθάνεται όμορφα, να γελάει και της μάθαινε φιγούρες. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως ένας τυφλός μπορούσε να κινείται με τόση άνεση και στυλ, αλλά δεν την ενδιέφεραν οι εξηγήσεις. Σήμερα ήθελε μόνο να περάσει καλά. Ένας όμορφος νεαρός με ξανθά μαλλιά και γκριζογάλανα μάτια την πήρε από τα χέρια του Τόμας για να χορέψει μαζί της. Επιδίωκε διαρκώς να κρατάει το σώμα του πολύ κοντά στο δικό της και αυτό την έκανε να αισθάνεται άβολα. Έτσι άλλαξε τον παρτενέρ της με τον πρώτο άντρα που πέρασε από δίπλα της. Όταν έφυγαν από την παμπ η Νεφέλη δεν ήθελε να επιστρέψει στον πύργο.
«Είναι πολύ αργά, κανείς δε θα σε αφήσει να μπεις στο μαγαζί του.» της είπε ο Λούνι.
«Ναι, κανείς δε θέλει να έχει προβλήματα με τον Φρέντερικ.» συμπλήρωσε ο Τόμας.
«Απλά θα κάνω μία βόλτα… να πάρω λίγο αέρα. Μετά θα γυρίσω.» προσπάθησε να τους πείσει.
«Προδότες μπορεί να περάσουν τα τείχη. Ίσως είναι επικίνδυνο.» μουρμούρισε ο Τόμας.
«Εντάξει, τι έκανες στον Τόμας που διασκέδαζε πριν από λίγο;» τον πείραξε εκείνη. «…ξέρω να προσέχω τον εαυτό μου.» τον καθησύχασε. «Θα ήμουν νεκρή αν δεν το έκανα. Πέρασα ένα μήνα κάτω από τα τείχη του Φαιδού, θυμάσαι;»
«Αν επιμένεις, θα σε συνοδεύσουμε.» επενέβη ο Λούνι με ένα χαμόγελο ενώ της προσέφερε το χέρι του αλαμπρατσέτο.
«Δουλεύεται αύριο… εγώ δεν κάνω τίποτα. Πρέπει να ξεκουραστείτε.» είπε και χάραξε το δρόμο της μόνη.
Αναλογίστηκε για λίγο τη συμπεριφορά της και ένιωθε ένοχη για αυτήν της την παρόρμηση. Δεν ήξερε αν βρισκόταν ακόμα σε κάποιου είδους σχέση με τον Φρέντερικ αλλά δεν της άρεσε που προσπαθούσε να μουδιάσει όσα ένιωθε για εκείνον γλεντώντας με άλλους. Η νύχτα όμως δεν είχε τελειώσει και εκείνη εξακολουθούσε να έχει την ανάγκη να βάλει την ενέργεια της κάπου. Έτσι αποφάσισε να εξασκηθεί.
Ένιωθε ανόητη με το να προσπαθεί να ασκήσει πολεμικές τέχνες από μόνη της, έτσι αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μαγεία της. Άρχισε να πετάει πέτρες στον αέρα με σκοπό να σταματήσει το χρόνο, να τις ακινητοποιήσει. Αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να νιώσει γελοία. Στιγμές σαν και εκείνες ήθελε να βρει τον Φρέντερικ, να κάτσει μαζί του χωρίς να μιλάνε. Αλλά δεν ήθελε να του δείξει την αδυναμία της.
Έτσι βάλθηκε να κοιτάζει τα αστέρια και παραδόθηκε σε εκείνο το ενοχλητικό συναίσθημα μέσα στο στήθος της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια της και προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό της καθώς ένιωσε το κεφάλι της να πονάει.
Όταν τα άνοιξε και πάλι είδε την Αντζέλικα να στέκετε λίγα μόλις εκατοστά από το πρόσωπο της. Άφησε μία κραυγή και σύρθηκε μακριά. Την κοιτούσε τρομοκρατημένη περιμένοντας τη να μιλήσει, όπως είχε κάνει η μητέρα του Φρέντερικ.
Αντί αυτού, η Αντζέλικα σήκωσε έναν πάσαλο. Τη μία στιγμή βρισκόταν μέτρα μακριά της και την άλλη ακριβώς μπροστά της προσπαθώντας να την καρφώσει με το κομμάτι από ξύλο, σα να είχε υλική υπόσταση… σα να ήταν ακόμα ζωντανή.
Στο πρόσωπο της αντιπάλου της ήταν αποτυπωμένη η οργή της και η αιχμή του όπλου της ακουμπούσε τώρα το στομάχι της Νεφέλης ενώ το ελεύθερο της χέρι κρατούσε σφιχτά το λαιμό της. Προσπάθησε να τη σταματήσει αλλά η μαγεία της δεν έπιανε σε εκείνη. Τρομοκρατήθηκε όταν είδε πως έχανε έδαφος αλλά δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να την κάνει να εξαφανιστεί. Χρησιμοποίησε όλη της την δύναμη για να τη σπρώξει μακριά της και εκείνη εξαφανίστηκε σε ανύποπτο χρόνο. Η Νεφέλη περίμενε για λίγο ακόμα επιφυλακτικά, αλλά η κοπέλα δεν εμφανίστηκε ξανά.
Επέστρεψε στον πύργο τρομαγμένη και τρεμάμενη. Δεν ήθελε να μείνει μόνη της, αλλά η περηφάνια της δεν την άφηνε να χτυπήσει την πόρτα του Φρέντερικ. Έτσι κάθισε πίσω από αυτήν. Τώρα που η Ναταλί είχε φύγει, είχε επιστρέψει και πάλι πίσω στο χώρο του.
Το πάτωμα ήταν κρύο αλλά δεν την ενδιέφερε. Ξάφνου, το αγόρι άνοιξε την πόρτα και εκείνη βρέθηκε με την πλάτη της στο πάτωμα ενώ χτύπησε το κεφάλι της κατά την πτώση. Μετάνιωσε για την αδυναμία της και σηκώθηκε έτοιμη να επιστρέψει στο δωμάτιο της. Αλλά ο Φρέντερικ τη σταμάτησε.
«Εσύ τρέμεις.» συμπέρανε παραξενευμένος. Εκείνη του έκανε μία γκριμάτσα και προσπάθησε να φύγει αλλά ο Φρέντερικ έκλεισε την πόρτα μπροστά της και την κόλλησε στον τοίχο. Τότε μόνο η κοπέλα συνειδητοποίησε ότι δε φορούσε μπλούζα και έδειχνε να είναι αγουροξυπνημένος.
«Είμαι μια χαρά, άσε με!» όμως εκείνος δεν την άκουγε, έμεινε να την κοιτάζει, παίρνοντας έτσι την ένταση της. «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω.» μουρμούρισε στρέφοντας το βλέμμα της μακριά.
«Δε με ξύπνησες εσύ. Ο Τόμας και ο Λούνι ήρθαν να μου πουν ότι δεν είσαι καλά. Ερχόμουν να σε βρω.»
«Χωρίς μπλούζα;» η ερώτηση της έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη του.
«Δεν είχα ετοιμαστεί… σε άκουσα να κάθεσαι μπροστά στην πόρτα μου.»
«Δεν έκανα θόρυβο, πως με άκουσες;»
«Νομίζεις ότι δεν έκανες θόρυβο, είσαι σαν ατσούμπαλη γάτα. Τώρα πες μου τι έγινε.»
«Τίποτα, βγήκα έξω με τα παιδιά αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί σου είπαν ότι σου είπαν. Είμαι μια χαρά.» συνέχισε τα ψέματα. Εκείνος την κοίταξε αυστηρά περιμένοντας να αλλάξει την απάντηση της. «…Ξέρω ότι… μπορεί να ακουστεί παιδιάστικο… αλλά μήπως μπορώ να κοιμηθώ μαζί σου σήμερα;» το αγόρι έγνεψε καταφατικά χωρίς καν να το σκεφτεί και της έδειξε με το χέρι του το δρόμο για το κρεβάτι του. Η Νεφέλη θύμωσε πολύ μαζί του όταν τον είδε να στρώνει την κουκέτα του στο πάτωμα και σηκώθηκε να φύγει.
Για ακόμα μία όμως φορά, δεν τα κατάφερε.
«Τι έγινε τώρα;» τη ρώτησε αγανακτισμένος.
«Μιλάς σοβαρά; Σου λέω ότι θέλω να μείνω μαζί σου και εσύ στρώνεις για να κοιμηθείς στο πάτωμα; Τί έγινε; Δεν καταδέχεσαι ούτε να είσαι δίπλα μου; Τόσο πολύ σε ενοχλώ; Αν δέχτηκες από ευγένεια, να την…»
«Θα σταματήσεις επιτέλους να βγάζεις συμπεράσματα από μόνη σου; Είσαι μικρή! Αυτό συμβαίνει. Το καταλαβαίνεις; Αυτό που έγινε το μεσημέρι δεν μπορεί να συμβεί ξανά γιατί είσαι μικρή! Για αυτό θα κοιμηθώ στο πάτωμα.» αλλά αυτή του η απάντηση τη θύμωσε περισσότερο.
«Μα εγώ θέλω να ξανασυμβεί! Μπορεί στον κόσμο σου να είμαι μικρή αλλά στο δικό μου όχι.»
«Εγώ δεν έζησα όμως στο δικό σου κόσμο, ζω εδώ. Το ίδιο και εσύ πλέον. Γιατί δεν προσπαθείς να καταλάβεις για μια φορά τη δική μου πλευρά; Το δικό μου κόσμο. Βγάζεις συμπεράσματα από το παραμικρό και ταυτόχρονα ζητάς από τους άλλους κατανόηση και εμπιστοσύνη! Γιατί δεν το δοκιμάζεις λίγο και εσύ; Κατάλαβε με!» της ζήτησε κρατώντας την από τους ώμους. Η Νεφέλη τον κοιτούσε αναποφάσιστη και ένιωθε άβολα με το ξέσπασμα του. Σκεφτόταν πως πρέπει να τον είχε φέρει στα όρια του, ο Φρέντερικ που εκείνη ήξερε, ήταν ήρεμος. «Μη με κάνεις να μετανιώσω που σε εμπιστεύομαι, προσπάθησε να σκεφτείς πριν… κάνεις οτιδήποτε.» την παρακάλεσε.
«Γιατί έφυγες πριν;»
«Γιατί είμαι άνθρωπος, θυμώνω! Όπως και εσύ.» της εξήγησε ανάστατος. «…Γιατί η επιμονή σου με θυμώνει!»
«Συγγνώμη.» μουρμούρισε αναγνωρίζοντας πως δεν προσπαθούσε και πολύ συχνά να καταλάβει την πλευρά του.
«Πες μου γιατί έτρεμες σαν ψάρι.» συνέχισε βάζοντας τη να καθίσει στο κρεβάτι. Επικράτησε σιωπή, δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να του απαντήσει.
«Τί ζει πίσω από την ένατη πύλη Φρέντερικ;» τον ρώτησε διστακτικά.
«Γιατί ρωτάς;» δεν έδειχνε να γνωρίζει την απάντηση και η Νεφέλη αμφέβαλε για την επιλογή της να μιλήσει.
«Τη μέρα που ο Φαίδος σας… μας προκάλεσε σε πόλεμο για να καλύψει την επιστροφή του Νίκολα, εγώ… είδα τη μητέρα σου.» το αγόρι την κοιτούσε ανέκφραστα, αβέβαιος για το πώς έπρεπε να αντιδράσει. «Μου είπε πως έπρεπε να διαλέξω, να σώσω εσένα ή την Αντζέλικα. Ο Τόμι είχε έρθει στο πεδίο και σου απέσπασε την προσοχή… Πέθανες εκείνη τη μέρα Φρέντερικ.» του είπε με τρεμάμενη φωνή. «Αλλά εγώ… διάλεξα εσένα. Σκόπευα μετά να πάω στα τείχη, να πάρω την Αντζέλικα, αλλά η μητέρα σου δε με άφησε… με πονούσε. Είπε πως έπρεπε να διαλέξω μόνο έναν. Γύρισα πίσω τον χρόνο κατά λάθος, δε χωρούσε αμφιβολία για τον ποιον θα διάλεγα. Και τώρα η Αντζέλικα προσπαθεί να με τρελάνει… ή να με σκοτώσει, δεν ξέρω.» δεν ήθελε να κοιτάξει στα μάτια του αγοριού, δεν ήθελε να δει στο πρόσωπο του ότι πίστευε πως ήταν τρελή. Έτσι συνέχισε. «Πριν από λίγο… μου επιτέθηκε. Η μαγεία μου δεν μπορεί να την πειράξει και παραλίγο… δηλαδή δεν ξέρω τι θέλει. Δεν είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω, αλλά κανείς άλλος δεν μπορεί.» προσπαθούσε τόσο σκληρά να κρύψει τους φόβους της που δεν είχε προσέξει ότι είχε πληγώσει τις παλάμες της. Ο Φρέντερικ πήρε τα χέρια της στα δικά του και την κοίταξε προβληματισμένος.
«Πιστεύεις ότι η ένατη πύλη είναι ο κόσμος των νεκρών;» τη ρώτησε διστακτικά.
«Ή αυτό, ή τρελάθηκα.»
«Αν είναι έτσι, γιατί να βρίσκονται εδώ; Ανάμεσα μας;» η Νεφέλη ανασήκωσε τους ώμους της αβέβαιη για τα λεγόμενα της. «Και μπορούν να σε πειράξουν;» δεν περίμενε για κάποια απάντηση, το βλέμμα του έπεσε στο λαιμό της κοιτώντας κάτι που δεν είχε δει μέχρι τώρα. «Εκείνη στο έκανε αυτό;» η κοπέλα έπιασε με τα δάχτυλα της το σημείο όπου υπέθεσε ότι τα μάτια του ήταν καρφωμένα και συνειδητοποίησε ότι εκεί υπήρχε μία λωρίδα καμένου δέρματος. Δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα γιατί βρισκόταν σε υπερένταση και δεν πονούσε ακόμα. Τρομαγμένη στη σκέψη ότι η Αντζέλικα μπορεί να είχε κάποιον απώτερο σκοπό πέρα από το να την τρομοκρατήσει, έψαξε για το κλειδί και ανακουφισμένη συμπέρανε ότι δεν της το είχε πάρει κατά τη διάρκεια της διαμάχης τους.
«Υποθέτω… νυστάζω. Τώρα θα αφήσεις τα πείσματα για να κοιμηθείς μαζί μου… δίπλα μου.» πρόσθεσε όταν τον είδε να κατσουφιάζει. Όμως παρέμενε διστακτικός και αυτό τη θύμωνε. Του πέταξε ένα μαξιλάρι από το κρεβάτι και αφού πέταξε τα χοντρά ρούχα από επάνω της ξάπλωσε και σκεπάστηκε με το πάπλωμα χωρίς να του ρίξει άλλη ματιά.
«Καληνύχτα.» της είπε, αλλά εκείνη δεν του απάντησε. Τον άκουσε να ξεφυσάει και μετά από λίγο τον ένιωσε να ξαπλώνει δίπλα της.
«Όχι… να κοιμηθείς στο πάτωμα.» του είπε γυρνώντας προς το μέρος του και αρχίζοντας να τον σπρώχνει. Ο Φρέντερικ πίεσε το σώμα του πάνω στο δικό της προκειμένου να την ακινητοποιήσει ενώ την κοίταξε με αυστηρότητα κάνοντας τη να σωπάσει.
«Άσε τα νάζια και πέσε να κοιμηθείς.» της είπε και ύστερα τη φίλησε στα χείλη… κάνοντας τη να θέλει παραπάνω. Αλλά δεν ήθελε να τον κάνει να γυρίσει στο πάτωμα, έτσι συμμορφώθηκε και κούρνιασε στο πλευρό του. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι φοβόταν, αλλά δεν ήξερε γιατί.
«Βλάκα.» μουρμούρισε αμυντικά προτού κλείσει τα μάτια της για να κοιμηθεί. Όταν το αγόρι δεν απάντησε, η Νεφέλη υπέθεσε ότι σκεφτόταν τη μητέρα του και κράτησε το χέρι του ελπίζοντας αυτό να τον κάνει να νιώσει καλύτερα. «Πρέπει να ήταν πολύ όμορφη.» συμπλήρωσε αμφιβάλλοντας αν έπρεπε να θίξει το θέμα ή όχι.
«Τί εννοείς;» τη ρώτησε παραξενευμένος.
«Τίποτα.» βιάστηκε να απαντήσει.
«Τί εννοείς όταν λες ότι πρέπει να ήταν όμορφη; Είπες ότι την είδες.» Συνέχισε προσπαθώντας να κρύψει το όποιο συναίσθημα επισκίαζε τη φωνή του.
«Ναι… απλά… το πρόσωπο της… πως πέθανε;» συνέχισε διστακτικά χωρίς να τον κοιτάζει. Από την σιωπή του συμπέρανε πως το αγόρι κατάλαβε τι εννοούσε.
«Ναι… ήταν πολύ όμορφη.» της είπε μετά από λίγο.
«Σ’ αγαπάω.» δεν ήξερε γιατί το είπε, αλλά ήξερε ότι το ένιωθε με όλη της την ψυχή. Ευχήθηκε μόνο να μην τον τρομάξει.
«Σ’ ευχαριστώ.» η απάντηση του δεν την έφερε προ εκπλήξεως, αλλά ούτε της άρεσε. Ωστόσο τη δέχτηκε και φίλησε το στέρνο του προτού κλείσει τα μάτια της για ακόμα μία φορά. «Ξέρεις δεν…»
«Ω κοιμήσου επιτέλους.» τον πείραξε όταν κατάλαβε πως σκόπευε να απολογηθεί που δεν της είχε πει πως την αγαπούσε. Δεν ήθελε να το ακούσει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου