Ο Νίκολα έφτασε στο σημείο όπου είχε ανοιχτεί η πύλη αργά. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι η Νεφέλη βρισκόταν αναίσθητη στο έδαφος και ήταν καλυμμένη με αίμα, γυμνόστηθη. Πέζεψε και έτρεξε προς το μέρος της ανήσυχος ότι το κακό είχε ήδη συμβεί. Σκόπευε να τη βοηθήσει, έπρεπε να περάσει την πύλη μαζί με εκείνη, αλλά τον είχαν καθυστερήσει ενώ προσπαθούσε να φτιάξει ένα ακράδαντο άλλοθι για την μετέπειτα αδικαιολόγητη απουσία του.
Η θέα του Φρέντερικ να στέκεται στο πλευρό της ανήσυχος, ανήμπορος, τον θύμωνε. Ήθελε να του κόψει το χέρι που είχε το θράσος να την ακουμπάει. Ο Τόμας ήταν αυτός που αντιλήφθηκε την παρουσία του πρώτος. Τράβηξε το σπαθί του και το έστρεψε στο λαιμό του.
Ήταν γρήγορος, έπρεπε να το παραδεχτεί.
Αλλά δεν είχε χρόνο για μάχη.
Προσπάθησε να κάνει το σπαθί του να τιναχτεί μακριά, αλλά η μαγεία του Τόμας δεν ήταν αδύναμη. Ήταν συγκεντρωμένος και είχε δυνατό μυαλό. Έτσι αποφάσισε πως μια κόντρα μαζί του θα σπαταλούσε τον χρόνο του.
«Έρχομαι φιλικά.» είπε μέσα από τα δόντια του. Δεν του άρεσε που έπρεπε να δώσει λόγο σε ένα φύλακα και δεν του άρεσε που υποχώρησε. Αυτό πρόδιδε ότι τον σέβονταν σαν αντίπαλο.
«Και όμως προσπάθησες να πάρεις το όπλο μου. Τί πρέπει να πιστέψω; Τα λόγια σου ή τις πράξεις σου.»
«Πρέπει να πιστέψεις ότι θα πεθάνει και όσο εσύ σπαταλάς τον χρόνο μου, οι στρατιές του Φαιδού απλώνονται σε όλο το δάσος κάνοντας τα περάσματα απρόσιτα. Πρέπει να πάει σε ένα ασφαλές μέρος αλλιώς θα τη σκοτώσουν και η πύλη θα χαθεί για πάντα.»
«Δε θα είναι ποτέ δική σου!» γρύλισε ο Φρέντερικ μέσα από τα δόντια του. δεν έδειχνε να του δίνει ιδιαίτερη σημασία, είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω στο άψυχο σώμα της Νεφέλης, και όμως η φωνή του είχε τόσο μίσος. Ο Νίκολα έχασε την υπομονή του και έκανε ένα βήμα μπροστά αλλά ο Τόμας πίεσε την αιχμή του σπαθιού του στο λαιμό του.
«Πράξη δεύτερη. Και λες ότι θέλεις να κερδίσεις την εμπιστοσύνη μας;»
«Και νομίζεις ότι με ενδιαφέρει η εμπιστοσύνη σας; Πρέπει να φύγουμε, τώρα.» τον παρότρυνε κοφτά πετώντας ένα μαύρο δερμάτινο πουγκί που είχε δεμένο στη ζώνη του στον Φρέντερικ. Το αγόρι πήρε για πρώτη φορά το βλέμμα το από την Νεφέλη και κοίταξε το νεοφερμένο διστακτικά, έπειτα πήρε το πουγκί και το άνοιξε. Αυτό που βρήκε εκεί τον άφησε άφωνο. Κοίταξε ξανά τον Νίκολα, αυτή τη φορά γεμάτος θυμό, αλλά σήκωσε προσεκτικά το κορίτσι από το έδαφος πρόθυμος να τον ακολουθήσει. Ο Τόμας δίστασε για λίγο αλλά εμπιστεύτηκε το φίλο του, κρατώντας πάντα το σπαθί του στο χέρι και την προσοχή του στον εχθρό.
Το πρόσωπο της Νεφέλης έδειχνε πως πονούσε πολύ ενώ αδύναμες λέξεις έβγαιναν αραιά και που από τα χείλη της.
«Εξ αιτίας σου βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση.» ο Νίκολα κατηγόρησε τον Φρέντερικ ενώ χάραζε το δρόμο. «Αν δε φοβόταν για τη ζωή σου δε θα πήγαινε ποτέ της εκεί.» ήταν εξοργισμένος. «Αλλά δε φαντάζομαι να τη ρώτησες γιατί άλλαξε γνώμη.» συνέχισε πικρόχολα. Ο Φρέντερικ ξαφνιάστηκε από τα λεγόμενα του αλλά επέλεξε να μην του δώσει σημασία, δεν μπορούσε να του δώσει σημασία. Αυτό θα τον σκότωνε. «Η Αντζέλικα σκόπευε να πάρει τη δική σου ζωή, δεν μπορούσε να σκοτώσει εκείνη όσο φορούσε το κλειδί… Αλλά βολεύτηκες με την επιλογή της, γιατί να ενδιαφερθείς;»
«Βούλωσε το!» τον προειδοποίησε ο Τόμας όταν αισθάνθηκε το φίλο του να λυγίζει. Το αγόρι κοιτούσε τώρα το άψυχο κορμί της Νεφέλης με πόνο, σπαραγμό. Είχαν πλέον φτάσει κοντά στα σύνορα χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Αν η τύχη ήταν με το μέρος τους, μπορούσαν ακόμα να τη σώσουν.
Ο Νίκολα ανησυχούσε για την Νεφέλη τώρα περισσότερο από ποτέ. Ένιωθε την ενέργεια της να εξαπλώνεται, να σκορπά στον άνεμο αδύναμα.
Πέθαινε.
Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Αυτό τον εξόργιζε. Ήθελε να πάρει εκδίκηση, ήθελε να κάνει τον Φρέντερικ να πληρώσει για την αδιαφορία του, να πληρώσει για την ελλειπή του προστασία.
«Δε μας είπες τι κερδίζεις εσύ από αυτό; Η πύλη είναι η Νεφέλη. Δεν σε συμφέρει να μείνει ζωντανή και σίγουρα δεν πιστεύω ότι τα συναισθήματα σου είναι τόσο δυνατά ώστε να διακινδυνέψεις τα συμφέροντα σου για την υγεία της.» ο Τόμας διέκοψε τις σκέψεις του.
«Δεν έχει τελειώσει ακόμα, η Νεφέλη παραμένει ουδέτερη και θα διαλέξει εμένα.» του απάντησε με περίσσεια αυτοπεποίθησης. Όμως αυτός δεν ήταν ο λόγος που οι δύο άντρες τον κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κοίταξε ολόγυρα του και συνειδητοποίησε το μέγα του λάθος.
Πώς μπορούσε να φερθεί τόσο απρόσεκτα;
Είχε περάσει τα όρια τους.
Δεν περίμενε την επόμενη κίνηση του Τόμας, τον έφερε προ απροόπτου. Ο άντρας έσκισε με την αιχμή του σπαθιού του την μπλούζα που φορούσε αποκαλύπτοντας έτσι το φυλαχτό του. Δεν μπορούσε να τα καταλάβει… ήταν τυφλός, πως μπορούσε να ξέρει;
«Είχα πεισθεί πως ήταν μόνο ένας μύθος.» μουρμούρισε ο Τόμας σα να μπορούσε να το δει. Ο Νίκολα όμως δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Είδε έναν μαυρογένη να τρέχει προς το μέρος τους και ήξερε πως ήταν μέλος του αρχηγείου. Έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τον πλησιέστερο κορμό και όταν τους άκουσε να απομακρύνονται επέστρεψε στη στρατιά του.
«Πού ήσουν;» άκουσε τον πατέρα του να του ζητάει εξηγήσεις εξοργισμένος.
«Υπέπεσε στην αντίληψη μου μια δραστηριότητα που έπρεπε να ελέγξω.» του είπε αδιάφορα.
«Και πήγες πεζός;» τον ρώτησε παραξενευμένος.
«Όχι, έπεσα πάνω σε μέλη του αρχηγείου… τα πράγματα ξέφυγαν.»
«Τί προσπαθούσες να διασταυρώσεις;» τώρα που ο θυμός του είχε υποχωρήσει η ανησυχία επισκίαζε τη φωνή του.
«Είναι αργά… η πύλη έκλεισε και η κοπέλα βρίσκεται ασφαλής στα χέρια τους.» είπε ιππεύοντας το άλογο ενός από τους στρατιώτες του, ρίχνοντας τον προηγούμενο αναβάτη του κάτω.
«Και γιατί δε ζήτησες ενισχύσεις;» τον ρώτησε εξαγριωμένος.
«Ζήτησα να περικυκλώσουν την πύλη αλλά δε φάνηκε κανείς. Έχεις εσύ καμία ιδέα για αυτό;» πέρασε στην επίθεση ελπίζοντας το ύφος του να διώξει τη δυσπιστία του.
Εκείνη την στιγμή, η τρομαγμένη φιγούρα ενός στρατιώτη τους πλησίασε διστακτικά.
«Άρχοντα μου.» είπε κάνοντας μία βαθιά υπόκλιση προς το μέρος του Νίκολα. «Είχαν στήσει καρτέρι. Η περιοχή γύρω από την πύλη ήταν απόρθητη. Οι περισσότεροι άντρες… πέθαναν. Είμαι ο μόνος που κατάφερε να φύγει.
Ο Νίκολα τον κοίταξε με θυμό αλλά αυτό το συναίσθημα δεν τον αντιπροσώπευε. Ο ίδιος είχε παρασύρει ένα από τα μέλη του αντίπαλου στρατού στο δάσος φανερώνοντας του έτσι τα ίχνη που άφηναν οι άντρες του ενώ πλησίαζαν την πύλη. Έπειτα και ξέροντας πως θα καλούσε ενισχύσεις, επέστρεψε στο πλευρό των συντρόφων του ζητώντας τους να χωριστούν για να κυκλώσουν την περιοχή. Η ομάδα του δέχτηκε επίθεση και η στρατιά που τον ακολουθούσε αποδεκατίστηκε. Εκείνος ωστόσο είχε καταφέρει να ξεφύγει φτάνοντας τελικά στον προορισμό του.
«Αποσύρετε το στρατό.» είπε ο Φαίδος μέσα από τα δόντια του κλοτσώντας τον πληροφοριοδότη καθώς διέταζε το άλογο του να κάνει μεταβολή.
***
Είχε αρχίσει να ανακτά τις αισθήσεις της και είχε πλέον αντίληψη του περιβάλλον γύρω της. Προσπαθούσε να θυμηθεί τι της είχε συμβεί, αλλά δεν μπορούσε. Το μόνο που ήξερε ήταν ένα συναίσθημα… δεν μπορούσε όμως να το προσδιορίσει. Προσπάθησε παραπάνω αλλά αυτό την τρόμαζε. Ένιωθε πως δεν ήθελε να θυμηθεί.
Σκέφτηκε πως έπρεπε να ανοίξει τα μάτια της, αλλά τα βλέφαρα της ήταν πολύ βαριά. Η θολή εικόνα διάσπαρτων φυσιογνωμιών τάραζε το μυαλό της. Και τότε μπόρεσε να θυμηθεί κάτι. Θυμόταν… πόνο. Είχε αναλάβει να φέρει κάτι εις πέρας. Όχι… θα πέθαινε.
Προσπάθησε να κουνήσει το σώμα της. Ήταν μουδιασμένο. Και τότε θυμήθηκε κάτι.
Να θυμάσαι πως εσύ είσαι ζωντανή…
Ήταν;
Αγάπη… αυτό ήταν το συναίσθημα που ένιωθε.
Για ποιόν…;
Φρέντερικ… Η θύμηση εκείνου του αγοριού την αναστάτωνε. Ξαφνικά ήθελε να ξυπνήσει. Έπρεπε να ξυπνήσει. Όμως οι αναμνήσεις των όσων της είχα συμβεί γινόντουσαν τώρα ξεκάθαρες στο μυαλό της. Φοβόταν, και ο φόβος την κρατούσε πίσω.
Ένιωθε κάτι, ένα άγγιγμα. Η ζεστή αυτή αίσθηση όμως τώρα απομακρυνόταν. Κρατήθηκε από τη λαχτάρα της για να νιώσει περισσότερα. Ήξερε πως ήταν κοντά. Μπορούσε να ξυπνήσει…
Άνοιξε τα μάτια της. Το φως την ενοχλούσε και ένιωθε το σώμα της αδύναμο. Άκουγε φωνές, κάποιος μιλούσε. Ήταν η φωνή του Φρέντερικ, της μιλούσε. Προσπάθησε να εστιάσει σε αυτό αλλά ήταν τόσο κουρασμένη. Πριν το καταλάβει είχε πέσει πάλι σε βαθύ ύπνο.
Ξύπνησε επειδή πεινούσε. Άνοιξε τα μάτια της και ατένισε το δωμάτιο. Για μια και μόνο στιγμή δεν είχε αναμνήσεις, όμως όλα επανήλθαν πολύ γρήγορα. Ο Φρέντερικ κοιμόταν εξουθενωμένος δίπλα της.
Επέτρεψε στον εαυτό της να νιώσει ανακούφιση, τα είχε καταφέρει. Σήκωσε την μπλούζα που φορούσε για να δει το στήθος της. Στο σημείο κοντά από το οποίο έπρεπε να βρίσκεται η καρδιά της τώρα είχε μια ουλή. Ανακάθισε στο κρεβάτι συμπεραίνοντας ότι ακόμα και η παραμικρή κίνηση την πονούσε. Στη θύμηση των όσων της είχαν συμβεί, ήθελε να βάλει τα κλάματα.
Έστρεψε το βλέμμα της στο αγόρι δίπλα της. Καθόταν σε μία καρέκλα αλλά πρέπει να είχε γλιστρήσει στον ύπνο του και τώρα βρισκόταν ο μισός ξαπλωμένος στο στρώμα. Ήθελε τόσο πολύ να τον αγγίξει, αλλά δεν ήθελε να τον ξυπνήσει, έτσι συμβιβάστηκε με το να παίξει για λίγο με τα ακατάστατα μαλλιά του. Πεινούσε πολύ και το στομάχι της γουργούριζε παραπονεμένα. Ο ήχος κατάφερε να ξυπνήσει τον Φρέντερικ που έδειχνε αιφνιδιασμένος από το γεγονός ότι ήταν επιτέλους ξύπνια.
«Νεφέλη…» αναφώνησε αποσβολωμένος.
«Γεια.» του είπε ανίκανη να συγκρατήσει τα δάκρια της. Ένιωθε τόσο ευάλωτη και φοβισμένη που θύμωνε με τον εαυτό της. «Πεινάω.» συμπλήρωσε προσπαθώντας να του αποσπάσει την προσοχή από τα δάκρια της που έδειχναν να τον πονάνε. Η πόρτα άνοιξε και η Σοφία μπήκε κατσούφα μέσα στο δωμάτιο κρατώντας ένα πάκο με βιβλία. Άρχισε να περιφέρεται στο χώρο συγυρίζοντας μηχανικά και μόνο όταν στράφηκε προς τον Φρέντερικ πρόσεξε πως η Νεφέλη είχε ξυπνήσει. Τα βιβλία που κρατούσε έπεσαν από τα χέρια της και έδειχνε να καταβάλει προσπάθειες να κάνει κάτι, ο, τιδήποτε.
«Μήπως μπορείς να της φτιάξεις κάτι για να φάει;» τη ρώτησε το αγόρι χαρωπά. Η Σοφία έσπευσε να φύγει ξεχνώντας ακόμα και να τη ρωτήσει πως ένιωθε. «Πώς νιώθεις;» συνέχισε στρέφοντας την προσοχή του επάνω της.
«Τί συνέβη όταν έφυγα.» απέφυγε εσκεμμένα την ερώτηση του.
«Γύρισες απευθείας.» της είπε μπερδεμένος. «Όταν πέρασες, η πύλη κατέρρευσε και εσύ βρισκόσουν ξανά εκεί… αναίσθητη. Ήσουν…» το αγόρι κατέβαλε προσπάθειες να παραμείνει ψύχραιμος, να κρύψει τα συναισθήματα του. Αλλά δεν τα κατάφερε και αυτό χαροποίησε κρυφά την Νεφέλη γιατί της έδειχνε ότι νοιαζόταν για εκείνη. «…γεμάτη αίματα. Το στήθος σου… Έχεις μια ουλή και δαγκωματιές από γιότλυ... ο λαιμός σου… νομίζαμε ότι το κάψιμο θα σου άφηνε σημάδια αλλά εξαφανίστηκαν… σα να μην υπήρξαν ποτέ. Όλα εκτός από αυτό στην καρδιά σου.» παρόλο που ο συνειρμός του ήταν ανάστατος, ήταν σε θέση να καταλάβει τι εννοούσε.
«Πόσο καιρό είμαι αναίσθητη;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Δύο εβδομάδες.» της απάντησε αφηρημένα ενώ χάιδευε το πρόσωπο της.
«Σου έλειψα;» τον ρώτησε περιπαικτικά. Όμως η ερώτηση της τον θύμωσε.
«Αν μου έλειψες; Κόντεψα να… Τα καλά νέα είναι πως δεν χρειάστηκε να πολεμήσουμε.» συμπλήρωσε αρνούμενος να εξομολογηθεί πως ένιωθε. «Τα κακά… για εσένα τουλάχιστον, είναι ότι η Ναταλί επέστρεψε.» η Νεφέλη έκανε μία σπασμωδική κίνηση που πυροδότησε τον πόνο στο στήθος της. «Μην κινείσαι.» της είπε ανήσυχα.
«Και που κοιμάται;» το αγόρι δεν απάντησε ξέροντας ότι αυτό που είχε να της πει θα την τάραζε.
«Αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Τί σου συνέβη Νεφέλη;» μπορούσε να το δει το πρόσωπο του, πονούσε… την αγαπούσε. Γιατί δεν της το έλεγε; Ήταν τόσο κοντά στο να τη χάσει.
«Πρέπει να με εξαγοράσεις.» τον πείραξε. Εκείνος την κοίταξε αυστηρά αλλά το κορίτσι δεν άλλαξε τη δήλωση της. Ξεφύσησε απηυδισμένος αλλά έγειρε προς το μέρος της για να τη φιλήσει. Όμως δεν ήταν το φιλί που πρόσμενε.
Η πόρτα άνοιξε για ακόμα μία φορά και η Μαργαρίτα με την Σοφία, τον Τόμας, τον Λούνι και τον Αντρέα μπήκαν μέσα. Όλοι κρατούσαν και από ένα πιάτο και σύντομα τα έστησαν σε ένα φορητό τραπεζάκι μπροστά της.
«Ακούσαμε πως ξύπνησε η ωραία κοιμωμένη μας.» ξεκίνησε να λέει ο Τόμας. Η Νεφέλη διχάστηκε για λίγο μπροστά στους καλούς της τρόπους που επέβαλαν μία στοιχειώδη ψιλοκουβέντα και την πείνα της, αλλά νίκησε η ανάγκη της για αυτοσυντήρηση κάνοντας τους υπόλοιπους να γελάσουν.
«Αχ κορίτσι μου.» άκουσε την Μαργαρίτα να λέει νοσταλγικά.
«Μας τρόμαξες για τα καλά.» είπε ο Λούνι.
«Συγγνώμη…» του είπε μπουκωμένη. Εκείνος της χαμογέλασε γλυκά και βολεύτηκε στο περβάζι του παραθύρου της.
Την περίμεναν να φάει συζητώντας μεταξύ τους και ρωτώντας την κάθε τρεις και λίγο αν χρειαζόταν κάτι. Όταν τελείωσε με το δείπνο της ένιωθε πρησμένη και έτοιμη να πέσει ξανά για ύπνο. Η Σοφία μάζεψε στα γρήγορα τα πιάτα από μπροστά της και της έβαλε ένα ποτήρι παγωμένο χυμό αχλάδι.
«Θα αναρωτιέσαι τι άλλο θέλουμε από εσένα.» ξεκίνησε να λέει ο Λούνι. «Η αλήθεια είναι πως όλοι ξέρουμε ότι τα κατάφερες. Αλλά αναρωτιόμασταν αν θες να μοιραστείς μαζί μας τις εμπειρίες σου.» η πιο αυθόρμητη απάντηση που μπορούσε να τους δώσει ήταν πως δεν ήθελε να μιλήσει για αυτό. Αλλά το γεμάτο προσμονή βλέμμα του Φρέντερικ την έκανε να λυγίσει.
«Δεν είμαι σίγουρη τι είναι αυτό που κατάφερα. Ξέρω ότι με πετσόκοψαν για να μου μεταμοσχεύσουν την καρδιά του κόσμου τους.» είπε προσπαθώντας να μη δώσει ιδιαίτερη σημασία στις λέξεις.
«Τί… όταν λες μεταμόσχευση;» τη ρώτησε ο Φρέντερικ αβέβαιος αν έπρεπε να πανικοβληθεί ή όχι. Κοίταξε γύρω της αλλά κανείς δε φάνηκε να γνωρίζει την σημασιολογία αυτού του όρου.
«Στον κόσμο μου… μερικές φορές, όταν κάποιος είναι πολύ άρρωστος και ένα από τα ζωτικά του όργανα πεθαίνει… του αλλάζουν αυτό το όργανο με ένα άλλο.»
«Με ένα άλλο; Σα να λέμε ότι σας περισσεύουν;» τη διέκοψε η Μαργαρίτα μπερδεμένη.
«Όταν κάποιος πεθαίνει, μπορεί να γίνει δωρητής οργάνων. Δηλαδή μετά τον θάνατο του, τα όργανα του συντηρούνται έτσι ώστε όταν χρειαστεί, να μεταμοσχευθούν στο σώμα κάποιου άλλου.» της εξήγησε κρατώντας το βλέμμα της καρφωμένο στο κενό και παίζοντας αμήχανα με τα χέρια της. Η σιωπή όμως τη λύγισε και αποζήτησε την εικόνα του Φρέντερικ. Ήταν σοκαρισμένος, όπως και οι υπόλοιποι. «Όπως είπα και πριν… δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτό.» μουρμούρισε.
«Μα δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς καρδιά.» είπε η Μαργαρίτα αποσβολωμένη.
«Πολλά από αυτά που μπορούν να κάνουν δεν έχουν λογική.» της είπε ενώ αναρίγησε.
«Αυτή ήταν η δοκιμασία;» αναρωτήθηκε ο Αντρέας έκπληκτος και αηδιασμένος.
«Όχι, η δοκιμασία ήταν να ακούσω την καρδιά. Αν δεν… ήμουν ικανή, δε θα την έβρισκα ποτέ και θα αποτύγχανα… Είπαν πως όποιος ελέγχει την καρδιά ελέγχει τον κόσμο τους.»
Κανείς δεν το περίμενε αλλά ο Φρέντερικ τα έχασε. Είχε γίνει έξω φρενών. Άρχισε να σπάει πράγματα και να μιλάει σε μία γλώσσα που η Νεφέλη δεν μπορούσε να καταλάβει. Ο Λούνι και ο Αντρέας προσπάθησαν να τον σταματήσουν αλλά ήταν ασυγκράτητος. Τον κοιτούσε ανάστατη και αναρωτιόταν τι σκεφτόταν. Όμως το αγόρι δεν έμεινε για να απολογηθεί ή να εξηγήσει τη συμπεριφορά του, έφυγε από το δωμάτιο και κοπάνησε την πόρτα πίσω του.
Η Νεφέλη προσπάθησε να σηκωθεί, ήθελε να τον ακολουθήσει. Αλλά η προσπάθεια της την πόνεσε υπερβολικά και την καθήλωσε στο κρεβάτι.
«Αχ όχι αγάπη μου.» άκουσε την Σοφία να της λέει. «Μην κινείσαι.»
«Πρέπει να του μιλήσω.» της είπε αγνοώντας τις προτροπές της και εξακολουθώντας να προσπαθεί να σηκωθεί.
«Θα τον φέρω πίσω… θα τον φέρω πίσω, μόνο μην κινείσαι.» την παρακάλεσε.
«Θα έρθω μαζί σου Σοφία.» της είπε ο Αντρέας αφήνοντας τη μόνη με τον Λούνι και τον Τόμας. Η σιωπή την έφερνε σε αμηχανία και πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί κάποιο άλλο θέμα συζήτησης.
«Πού μπορεί κάποιος να κάνει τατουάζ εδώ;»
«Τατουάζ;» τη ρώτησε ο Λούνι διστακτικά.
«Ξέρεται… αυτό που χαράζεις το δέρμα σου με ανεξίτηλα σχέδια από μελάνι.»
«Εννοείς τα συχράμ.» της είπε ο Τόμας. «Γιατί ρωτάς;»
«Σκεφτόμουν να κάνω ένα για να καλύψω το σημάδι στο… για να καλύψω ένα σημάδι.» συμπλήρωσε νιώθοντας άβολα με το ενδεχόμενο να τους αποκαλύψει το σημείο που σκεφτόταν να κάνει το τατουάζ.
«Ο Φρέντερικ κάνει πολύ καλά, αλλά δε νομίζω να τον πείσεις.» της είπε ο Λούνι με ένα γελάκι.
«Γιατί;»
«Αν είναι εκεί που φαντάζομαι… δε νομίζω να τον πείσεις.» επανέλαβε με ένα πονηρό χαμόγελο κάνοντας την να κοκκινίσει.
«Και δεν υπάρχει κάποιος άλλος…; Κάποια άλλη κατά προτίμηση.»
Μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Φρέντερικ δεν είχε επιστρέψει. Ο Τόμας και ο Λούνι της είχαν κρατήσει παρέα μέχρι αργά και την άφησαν όταν εκείνη λαγοκοιμήθηκε.
«Ξύπνα.» άκουσε μια οικεία φωνή να της λέει. Ανασάλεψε αλλά δεν άνοιξε τα μάτια της, ένιωθε πολύ κουρασμένη και ήθελε να κοιμηθεί. «Δεν σκοπεύω να φύγω οπότε όσο πιο γρήγορα αφήσεις τα νάζια, τόσο πιο γρήγορα θα ξεκουραστείς.» αναγνώριζε αυτόν τον αυταρχικό τόνο. Γύρισε προς το μέρος του Νίκολα και τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια.
«Δε σου έχει πει κανείς ότι δεν κάνει να κουράζεις τους αρρώστους; Τώρα άσε με να κοιμηθώ.» γκρίνιαξε.
«Ο παλιός κακός σου εαυτός, πρέπει να νιώθεις καλύτερα.» την πείραξε. Και όπως πάντα, την έκανε να χαμογελάσει. «Νόμιζα ότι δε θα ξυπνούσες ποτέ.»
«Τότε ποιος θα σου έκανε τη ζωή δύσκολη; Οι περισσότεροι σε φοβούνται.»
«Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν πρέπει να με φοβάσαι;» της είπε ακουμπώντας τα χέρια του γύρω της και φέρνοντας το πρόσωπο του πολύ κοντά στο δικό της.
«Αυτά να πας να τα πουλήσεις σε καμία άλλη.» τον αποπήρε. Συχνά ξεχνούσε πως φράσεις που εκείνη θεωρούσε αυτονόητες δεν ήταν κατανοητές στον κόσμο τους.
«Και… θα έπρεπε να ξέρω τι σημαίνει αυτό;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Σημαίνει ότι δε με πείθεις. Μπορώ να κοιμηθώ τώρα; Νυστάζω.»
«Κοιμάσαι.» της τόνισε.
«Κατάλαβες τι εννοώ.»
«Μου έλειψες.» της είπε χωρίς περιστροφές. Η εξομολόγηση του την έφερε προ εκπλήξεως… και τη χαροποίησε.
«Και… θα πρέπει να ξέρω τι σημαίνει αυτό;» χρησιμοποίησε τα ίδια του τα λόγια εναντίον του. Μόνο που εκείνη αναφερόταν στο νόημα που προέκυπτε από τα λεγόμενα του και όχι τις λέξεις αυτές κάθε αυτές.
«Σημαίνει ότι σε θέλω… και θα σε έχω.» με αυτά του τα λόγια χάθηκε από το όνειρο της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου