«Άργησες.» Ακούστηκε η φωνή του Νίκολα να λέει στον Χάρη. Βρισκόταν για ακόμη μια φορά σε εκείνο το σοκάκι δίπλα από το παζάρι. Εκείνος δεν του απάντησε, μονάχα έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί και του το πέταξε. Ο Νίκολα το έπιασε στον αέρα και το άνοιξε με μιας. Εκεί βρήκε ένα σμαράγδι που περιτριγυρίζονταν περίτεχνα από χρυσές λεπτομέρειες.
«Πού είναι το άλλο;»
«Δεν το βρήκαμε ακόμα. Πού είναι η κόρη μου;»
«Θα τη δεις όταν μου φέρεις το μεταγιόν.»
«Ψεύτη!» ο Νίκολα το μόνο που έκανε ήταν να τον κοιτάξει, όμως ο Χάρης ένιωσε μια θηλιά να τυλίγεται γύρω από το λαιμό του. Ψηλάφησε με τα δάχτυλα του όμως δε βρήκε κάποιο σκοινί. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, ένιωθε πως πνιγόταν. Μέχρι που έπεσε στα τέσσερα στο έδαφος. Όταν σηκώθηκε και έψαξε με το βλέμμα του τον καβαλάρη, είχε φύγει.
Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε πως έπρεπε να μιλήσει. Ήταν μία απόφαση όμως που σύντομα ανακάλεσε. Η ζωή της κόρης του βρισκόταν στα χέρια τους, θα την έβλαπταν αν στρεφόταν εναντίον τους.
Πρέπει να τους το πω… πώς να τους πω ότι έδωσα το όγδοο κλειδί; Ο Φρέντερικ θα με σκοτώσει και θα έχει και δίκιο. Όχι, πρέπει να τους το πω αμέσως!
***
«Είναι τεράστια.» είπε απηυδισμένη η Νεφέλη όταν αντίκρισε τη σπηλιά. «Από πού θα αρχίσουμε;» τον ρώτησε πανικοβλημένη.
«Δε θα χρειαστεί, κάποιος είχε έρθει εδώ πριν από εμάς.» αντέτεινε απογοητευμένος.
«Πώς το ξέρεις;»
«Πίστεψε με… το ξέρω.»
«Και αν τους διέφυγε κάτι;»
«Δεν υπάρχει τίποτα εδώ.» τη διαβεβαίωσε, έτσι απογοητευμένοι και οι δύο ίππευσαν ξανά τα άλογα τους.
«Έχεις σκεφτεί ποτέ το ενδεχόμενο να υπάρχει κάποιος προδότης… κάποιο μέλος του αρχηγείου;» τον ρώτησε διστακτικά μετά από λίγο.
«Έχεις κάποιον συγκεκριμένο στο μυαλό σου;» τη ρώτησε αινιγματικά.
«Εε… όχι.» είπε ψέματα.
«Και εγώ και ο Φρέντερικ αυτό πιστεύουμε… με τη μόνη διαφορά ότι εγώ ξέρω ποιος είναι.»
«Αλήθεια; Ποιός;» τον ρώτησε σοκαρισμένη από τη δήλωση του.
«Αυτό δε θα στο πω ακόμα. Το να φανερώσει την ταυτότητα του θα είναι κάτι που πρέπει να κάνει ο ίδιος.»
«Τί σε κάνει να πιστεύεις ότι θα το κάνει;»
«Δε θα αντέξει το βάρος της συνείδησης του.»
«Και γιατί τόσο καιρό δεν έκανες κάτι για να τον εμποδίσεις;»
«Θα τα μάθεις όλα σύντομα.»
***
«Δεν χρειάζομαι στρατό.» ο Νίκολα καθησύχασε τον πατέρα του. Βρισκόντουσαν στην αίθουσα του θρόνου και είχαν επιδιώξει να είναι μόνοι, χωρίς υπηρέτες και υπηκόους. Σύντομα ο Νίκολα θα περνούσε την όγδοη πύλη. Εφόσον το κορίτσι δεν σκόπευε να τους βοηθήσει, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο για να βρουν το ένατο κλειδί.
***
Ο ήλιος σε λίγο θα έδυε και η Νεφέλη βρισκόταν στους στάβλους για να περιποιηθεί τα άλογα που τους είχαν μεταφέρει σώους και αβλαβείς.
«Χαίρομαι που αισθάνεσαι καλύτερα.» άκουσε τη φωνή του Φρέντερικ να της λέει. Το χαμόγελο του έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει όμως ήταν ακόμα θυμωμένη μαζί του. «Έχεις δίκιο να είσαι θυμωμένη, το καταλαβαίνω και σου ζητάω συγγνώμη.» η φωνή του βγήκε τόσο στοργική, τόσο αληθινή από τα χείλη του που την έκανε να μαλακώσει. «Δεν έπρεπε να σε είχα πάει ποτέ στο δάσος, ούτε να τους αφήσω να σε πάρουν… ούτε να σου κρύψω την αλήθεια. Αλλά δεν...»
«Είσαι… είσαι… είσαι βλάκα!» ξέσπασε. «Ειλικρινά πιστεύεις… δε φταις εσύ, ξεπέρασε το! Θέλω να πιστεύω, και δεν ενδιαφέρομαι να αλλάξω γνώμη, ότι προσπάθησες. Αλλά από την στιγμή που πατάς το πόδι σου στο δάσος δεν μπορείς να είσαι ασφαλής. Και δε με νοιάζει για το μύθο… δεν πιστεύεις ούτως ή άλλως.»
«Και τότε…» τη ρώτησε σαστισμένος.
«Και τότε; Ήθελα να σου μιλήσω Φρέντερικ! Έχουν συμβεί τόσα πολλά και είσαι το μόνο άτομο που ήθελα να με ακούσει… να με βοηθήσει! Και εσύ με απέφευγες.» του είχε γυρίσει την πλάτη προσποιούμενη πως βούρτσιζε τα άλογα, όμως το μόνο που ήθελε ήταν να κρύψει τα δάκρυα της. Είχε πιεστεί, και τώρα επιτέλους ξεσπούσε. Σκούπισε το πρόσωπο της όσο πιο διακριτικά μπορούσε, δεν ήθελε να τη δει έτσι. «Και σα να μην έφτανε αυτό, με ξεγράφεις και φεύγεις με την Ναταλί χωρίς να μου πεις τίποτα. Υποτίθεται ότι θα πηγαίναμε μαζί.» μουρμούρισε για να σπάσει την αμηχανία της σιωπής.
«Εγώ δεν…»
«Δεν χρειάζεται να απολογείσαι. Άλλωστε είναι η κοπέλα σου… εγώ δε σου είμαι τίποτα.»
«Δεν είναι η κοπέλα μου.» αντέτεινε ξαφνιασμένος… και κάνοντας την καρδιά της Νεφέλης να σκιρτήσει ξανά. «Θα απολογούμαι όσο θέλω και εγώ θα κρίνω αν είσαι κάτι ή όχι… Και αν δεν είναι αργά, θα ήθελα να ακούσω αυτά που έχεις να μου πεις.» η Νεφέλη το σκέφτηκε για λίγο. Τα πάντα είχαν τη στιγμή τους. Και δεν ένιωθε πως αυτή ήταν η στιγμή της να μιλήσει. Αλλά φοβόταν πως αν τον άφηνε να φύγει δε θα είχε άλλη ευκαιρία ξανά.
«Τα όνειρα σημαίνουν κάτι;» κατένευσε κρίνοντας πως ο διαρκής εφιάλτης της ήταν και το σημείο από όπου έπρεπε να ξεκινήσει.
«Συνήθως όχι.» της είπε παραξενευμένος.
«Είναι ένα όνειρο… το βλέπω κάθε νύχτα από τη μέρα που ήρθα εδώ. Στην αρχή δεν μπορούσα να θυμηθώ… όμως μετά άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονο. Μερικές φορές ξυπνάω και είμαι γεμάτη αίματα, όμως δεν έχω καμία πληγή.»
«Τί όνειρο;» την παρότρυνε να συνεχίσει ανήσυχος.
«Ψάχνουμ… ψάχνω…» διόρθωσε τον εαυτό της. Ίσως δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα να αναφέρει πως σε εκείνο της το όνειρο ο Νίκολα ήταν σύμμαχος. Δε θα την έπαιρνε στα σοβαρά… δεν τον ήξερε. «να βρω κάτι. Όμως δεν έχω πολύ χρόνο. Δεν είμαι μόνη, κάποιος είναι μαζί μου και κάποιος με ακολουθεί, με πλησιάζει ολοένα και περισσότερο. Νιώθω πως βρίσκομαι όλο και πιο κοντά σε αυτό που ψάχνω. Μετά όμως σκοντάφτω και... Θα έμενα πίσω για να καθυστερήσω αυτό που με ακολουθούσε και μετά… πεθαίνω.» το αγόρι βιάστηκε να κρύψει κάθε συναίσθημα από το πρόσωπο του και ύστερα σκέφτηκε για λίγο τα λεγόμενα της.
«Ίσως να είναι κάποιο προμήνυμα.» της είπε μπερδεμένος.
«Δηλαδή θα πεθάνω;» τον ρώτησε αναγκάζοντας τον εαυτό της να χαμογελάσει.
«Όχι.» της είπε παρεξηγημένος. «Συνήθως αποκαλύπτονται σε αυτόν που τα βλέπει προκειμένου να αλλάξει κάτι από το μέλλον. Ίσως έχουν συνέχεια, ίσως να μην πεθαίνεις. Μπορεί να μη θυμάσαι τι γίνεται μετά. Όπως στην αρχή που δεν μπορούσες να θυμηθείς το όνειρο καθόλου.»
Η Νεφέλη όμως δεν τον πίστεψε. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να χαμογελάει και άλλαξε θέμα αφηγούμενη τις περιπέτειες της τον τελευταίο μήνα καθώς και τις πληροφορίες που είχε αποσπάσει. Τέλος του ανέφερε τις υποψίες της για την ύπαρξη ενός προδότη ανάμεσα στα μέλη του αρχηγείου και το γεγονός ότι μπορούσε πλέον να θυμηθεί.
«Αυτό… είναι καλό έτσι;» τη ρώτησε παρατηρώντας το σκυθρωπό της βλέμμα.
«Δεν ξέρω, ίσως να ήταν καλύτερα που δε θυμόμουνα.»
«Γιατί το λες αυτό;»
«Ο κόσμος από τον οποίο έρχομαι είναι ψεύτικος. Δεν υπάρχουν πραγματικοί φίλοι. Όλοι σε μαχαιρώνουν πισώπλατα όταν αυτό τους βολεύει. Είναι όλοι τους κλειστοί, χωρίς συναισθήματα. Φοβούνται πως ακόμα και η σκιά τους θα κλέψει τα κεκτημένα και τις φιλοδοξίες τους. Υπάρχει πολύ ανταγωνισμός. Οι λίγες ευχάριστες στιγμές που θυμάσαι μετά από λίγο, αποδεικνύονται ψεύτικες και σε πονάνε. Εκεί δεν είμαι ελεύθερη, δεν έχω ποτέ σημασία. Είμαι περικυκλωμένη από άτομα αλλά νιώθω μόνη, φωνάζω αλλά κανείς δεν με ακούει. Όλα είναι άσπρο ή μαύρο.»
«Εσύ δεν είσαι έτσι.» ψέλλισε σκεφτικός.
«Πού το ξέρεις;» τον πείραξε.
«Κινδύνεψες για κάποιον που σχεδόν δεν ήξερες… μας βοηθάς αλλά όχι από συμφέρον… Και οι γονείς σου;» το στομάχι της σφίχτηκε. Είχε μόλις πρόσφατα μάθει πως ο Φρέντερικ είχε χάσει και τους δύο του γονείς σε μικρή ηλικία και εκείνη γκρίνιαζε για τη δική της ζωή. Το αγόρι έδειχνε να καταλαβαίνει πως δεν της άρεσε αυτό το θέμα. «Μερικές φορές μόνο όταν χάνουμε κάτι καταλαβαίνουμε την αξία του.»
«Εσύ…»
«Εδώ είστε!» η Σοφία εμφανίστηκε αλαφιασμένη από τη γωνία του στάβλου. «Ο Χάρης θέλει να μας μιλήσει.»
«Βρήκε κάτι;» ρώτησε ο Φρέντερικ γεμάτος αγωνία.
«Δεν ξέρω, αλλά δε νομίζω.» τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν με απορία και έπειτα την ακολούθησαν χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις.
***
Ο Νίκολα ξύπνησε σε ένα νοσοκομείο. Ήταν βράδυ και από τα παράθυρα τώρα έμπαιναν άγνωστοι για εκείνον ήχοι. Ανασηκώθηκε αποδιοργανωμένος και κοίταξε το περιβάλλον γύρω του. Ο αιμοκαθετήρας στο χέρι του τον ενοχλούσε και εφόσον τον περιεργάστηκε για λίγο, τον έβγαλε. Έψαξε γύρω του για κάτι γνώριμο. Όμως δε βρήκε τίποτα… σχεδόν τίποτα. Η Νεφέλη βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι δίπλα σε εκείνον.
Μία γυναίκα με κόκκινα μαλλιά έλυνε ένα σταυρόλεξο ενώ καθόταν άγρυπνος φρουρός στο πλευρό της. Το διπλανό κρεβάτι φιλοξενούσε ένα μικρό κοριτσάκι με τη μητέρα του.
«Κοίτα μαμά, ξύπνησε!» άκουσε την παιδική φωνή του κοριτσιού να λέει τεντώνοντας το χεράκι του προς το μέρος του.
«Δεν είναι ευγενικό να δείχνουμε αγάπη μου.» της είπε αυστηρά η μητέρα της.
«Γιατί βρίσκομαι εδώ;» τις ρώτησε εκείνος.
«Σε βρήκαν σε μια ερημιά, αναίσθητο. Δεν είχαν άλλα δωμάτια και σε έφεραν εδώ.» επανέλαβε σαν παπαγάλος η μικρή.
«Πώς αισθάνεσαι;» άκουσε τη ζεστή φωνή της γυναίκας που βρισκόταν στο πλευρό της Νεφέλης να του λέει.
«Μια χαρά, σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον. Τί συνέβη στην κόρη σας;»
«Κανείς δεν ξέρει… λιποθύμησε από την μια στιγμή στην άλλη και μετά έπεσε σε κώμα.» είπε κρατώντας με μεγάλη δυσκολία τη φωνή της σταθερή. «Οι γιατροί δεν της βρίσκουν τίποτα.»
«Δε θα γυρίσει.» την ενημέρωσε αδιάφορα καθώς σηκωνόταν. Η γυναίκα παραξενεύτηκε από την ευθύτητα του άντρα και δεν μίλησε. «Μήπως ξέρεται που μπορώ να βρω ρούχα;» στράφηκε στη δεύτερη γυναίκα που τώρα τον κοιτούσε αποσβολωμένη.
«Έστειλαν τα ρούχα σου στο καθαριστήριο, μπορώ να σου τα φέρω. Παίζεις σε κάποια θεατρική παράσταση;» συνέχισε πρόσχαρα.
«Όχι, γιατί;» τη ρώτησε παραξενευμένος.
«Εε… τίποτα.» του είπε αμήχανα. «Ίσως όμως πρέπει να μείνεις για λίγο ακόμα, να βεβαιωθούμε ότι είσαι καλά.»
«Ευχαριστώ, όμως πρέπει να φύγω.»
«Εντάξει, θα σου φέρω τα ρούχα σου και θα ζητήσω από τον γιατρό να σου φτιάξει το εξιτήριο σου.»
«Είσαι πολύ όμορφος.» του είπε το κοριτσάκι όταν έφυγε η μητέρα του.
«Φοβάμαι όχι όσο εσύ.» της είπε με ένα γοητευτικό χαμόγελο.
«Σε συμπαθώ, θες να κάνουμε παρέα;»
«Λυπάμαι, αλλά αυτή δεν είναι καθόλου καλή ιδέα.»
«Γιατί;»
«Δεν πρέπει να κάνεις παρέα με άτομα σαν και εμένα.»
«Μα μου αρέσεις, θα μπορούσαμε να παντρευτούμε όταν μεγαλώσω.» ο Νίκολα δεν απάντησε και ήθελε να αποτρέψει εκείνο το μεγάλο χαμόγελο από το να τραβήξει τις άκρες των χειλιών του, αλλά δεν τα κατάφερε. Εκείνη τη στιγμή η Μαρία επέστρεψε κρατώντας στα χέρια της τα ρούχα του. Εκείνος άλλαξε χαζεύοντας ταυτόχρονα εκείνο το κουτί με τα πρόσωπα και τα τοπία.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ένιωθε αμήχανα. Όση ώρα φορούσε τα ρούχα του η Χριστίνα δεν είχε πάρει τα μάτια της από επάνω του.
«Με λένε Χριστίνα.» του είπε όταν είδε πως ήταν έτοιμος να φύγει χωρίς να την αποχαιρετήσει.
«Και εγώ είμαι ο Νίκολα.»
«Έλα τώρα αγάπη μου, άφησε ήσυχο το αγόρι. Πρέπει να κοιμηθείς. Αύριο έχεις εγχείρηση.» η γυναίκα είπε επιφυλακτικά στην κόρη της. Όμως ο Νίκολα δεν της έδωσε σημασία, αφού κοντοστάθηκε για να ρίξει μία τελευταία ματιά στην Νεφέλη, έφυγε. «Περίμενε, δεν έχει έρθει ακόμα ο γιατρός.»
«Θα περάσω εγώ από εκείνον.» είπε ψέματα και αφού έκλεισε το μάτι στην Χριστίνα, έφυγε. Εκείνη του χαμογέλασε και κούνησε ζωηρά το χεράκι της πριν ξαπλώσει για να κοιμηθεί.
***
Ο Χάρη τώρα τους είχε μαζέψει όλους στην κουζίνα.
«Λοιπόν, ας αρχίσουμε.» πρότεινε η Μαργαρίτα.
«Δε θα χασομερήσω. Εγώ είμαι ο προδότης.» είπε μονομιάς, σα να φοβόταν πως αν καθυστερούσε λίγο ακόμα θα άλλαζε γνώμη. Το πρόσωπο του Φρέντερικ συνοφρυώθηκε όμως δεν ήταν ο μόνος που αντέδρασε στο νέα. Άλλοι έμειναν άλαλοι, άλλοι απόρησαν και άλλοι περίμεναν με αγωνία να ακούσουν τη συνέχεια. Μόνο ο Τόμας και η Νεφέλη προέβλεψαν αυτήν του την κίνηση. «Ο άρχοντας κρατάει την κόρη μου εδώ και ένα χρόνο. Σας πρόδωσα γιατί… μου είπαν πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να μείνει ζωντανή. Εγώ άνοιξα την πύλη για να καλέσω πίσω την Νεφέλη, εγώ του είπα ότι είναι ανάμεσα μας, εγώ μάγεψα το άλογο της, τους έδινα αναφορά για τις κινήσεις μας… Εγώ προσπάθησα να τη σκοτώσω και εγώ έδωσα το όγδοο κλειδί στον Νίκολα.»
«Τί έκανες;» ο Φρέντερικ τινάχτηκες όρθιος. Ήταν εξαγριωμένος, τόσο που η Νεφέλη πίστεψε πως θα του επιτίθονταν και τρόμαξε στην ιδέα.
Όμως τον καταλάβαινε. Οι γονείς του είχαν δώσει την ζωή τους για εκείνο το κλειδί και παραλίγο και ο ίδιος.
«Ξέρω πως δεν…» ο Χάρη συνέχισε τρεμάμενος.
«Πρόδωσες τους γονείς μου! Σε εμπιστευόντουσαν, σε θεωρούσα οικογένεια μου! Τί σκεφτόσουν; Τους έδωσες ένα τέτοιο όπλο στα χέρια τους;» συνέχισε δείχνοντας ανεπαίσθητα την Νεφέλη.
Όπλο; Ώστε αυτό ήταν για τον Φρέντερικ… για όλους; Ένα όπλο; Όλο αυτό το ενδιαφέρον… ήταν ψεύτικο. Ένιωθε ανόητη και πληγωμένη. Μα πάνω από όλα κατηγορούσε τον εαυτό της. Πώς μπορούσε να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι ήταν αρκετή για να την αγαπήσουν; Ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλο της αλλά κανείς δεν το πρόσεξε. Ήταν όλοι αποπροσανατολισμένοι.
«Και σα να μην έφτανε αυτό, τους έδωσες και το όγδοο κλειδί;» έσπασε την σιωπή ο Αντρέας. «Τί έκανες;»
«Δε ζητάω εξιλέωση… ξέρω πολύ καλά ότι δεν την αξίζω… όμως δεν μπορούσα να σωπάσω άλλο. Η Νεφέλη ήταν η μόνη που μπορούσε να περάσει την ένατη πύλη επειδή είχε ήδη περάσει από μία ακόμη, την όγδοη. Όμως αυτή τη στιγμή που μιλάμε… ο Νίκολα βρίσκεται στον κόσμο της.»
… και τώρα τους ήταν άχρηστη;
«Δε θα λύσουμε τα προβλήματα μας με το να κοιτάμε πίσω.» ο Τόμας προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα.
«Και τι προτείνεις να κάνουμε;» τον αποπήρε ο Αντρέας.
«Αν κάποιος που αγαπούσες κινδύνευε, θα τον άφηνες να πεθάνει ή θα έκανες τα πάντα για να τον σώσεις;» αντέτεινε ήρεμα ο Τόμας.
«Δε θα πρόδιδα το αρχηγείο.» έσπευσε να απαντήσει.
«Αυτό δεν μπορείς να το ξέρεις. Το γεγονός ότι κανένας από εμάς δε βρέθηκε μπροστά σε ένα τέτοιο δίλλημα δε μας δίνει το δικαίωμα να κρίνουμε.» όμως ο Φρέντερικ δεν έμεινε για να ακούσει. Πέταξε την καρέκλα του στο πάτωμα και έφυγε χτυπώντας την πόρτα με πάταγο. Η Μαργαρίτα τώρα κοιτούσε με αυστηρότητα και αηδία το πρόσωπο του Χάρη.
«Θα μπορούσες να μας το πεις. Θα σκεφτόμασταν κάτι για να την πάρεις πίσω… αλλά αυτό Χάρη…»
«Θα ζητούσα συγγνώμη αν πίστευα πως αυτό θα άλλαζε κάτι.» της είπε μετανιωμένος.
«Ούτε να το διανοηθείς παλιοψεύτη!» γρύλισε ο Αντρέας κοπανώντας το χέρι του στο τραπέζι.
«Πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα, όχι να δημιουργήσουμε περισσότερα.» είπε με παγερή φωνή η Σοφία. «Πρέπει να κλείσουμε την πύλη έτσι ώστε να μην μπορέσει να επιστρέψει ποτέ.»
«Πού είναι η πύλη;» η Νεφέλη παραξενεύτηκε όταν είδε την παιδική έκφραση να χάνεται από το πρόσωπο του Λούνι. Ήταν επίσης η πρώτη φορά που δεν μιλούσε με μελωδία και ρίμα.
«Δεν ξέρω, αλλά τουλάχιστον είναι σε ουδέτερο έδαφος.» ήρθε η απάντηση από τον Χάρη.
«Πρέπει να βρούμε το τελευταίο κλειδί.» είπε η Ρόζα πιο ανήσυχη από ποτέ. Έδειχνε να βρίσκεται στα όρια της υστερίας.
«Αν εκείνοι ψάχνουν τόσο καιρό, τί σε κάνει να πιστεύεις ότι εμείς θα έχουμε καλύτερη τύχη;» την αποπήρε ο Αντρέας.
«Ας μην ξεχνάμε πως ο χρόνος δεν τρέχει με τον ίδιο ρυθμό και στους δύο κόσμους.» τους θύμισε ο Τόμας. «Θα χρειαστεί τουλάχιστον εβδομάδες μέχρι να επιστρέψει και αυτό αν μείνει μόνο λίγα λεπτά στον κόσμο της Νεφέλης.»
«Δηλαδή αυτό ήταν… θα ξεκινήσει και πάλι πόλεμος.» μουρμούρισε μουδιασμένα ο Χάρης.
«Ναι, συγχαρητήρια.» τον ειρωνεύτηκε ο Αντρέας.
«Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον κόσμο.» συνέχισε με εξίσου παγερή φωνή η Σοφία. «Αν δε βρίσκονται ήδη στο δρόμο τους, από αύριο η στρατιά του Φαίδου θα καραδοκεί στο δάσος για να προστατεύσει την πύλη. Κανείς δε θα είναι ασφαλής μακριά από εδώ.
«Ώστε άρχισε.» κατένευσε ο Λούνι.
«Νεφέλη πρ…» ξεκίνησε να λέει η Σοφία, όμως συνειδητοποίησε πως η κοπέλα είχε φύγει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου