Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Επιλογές

Το επόμενο πρωί ξύπνησε μόνη της. Δεν ένιωθε καλά, το σώμα της ήταν μουδιασμένο και το στομάχι της πονούσε. Σηκώθηκε για να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να κατέβει στην κουζίνα για να πιει κάποιο αφέψημα, όμως η θέα της Αντζέλικα να στέκετε μπροστά της ανέστειλε αυτά της τα σχέδια. Δεν ήξερε αν έπρεπε να φοβηθεί και σίγουρα δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Η κοπέλα την κοιτούσε με ένα απροσδιόριστο βλέμμα που είχε χάσει κάθε τι από την καλοσύνη που κάποτε έκρυβε.
«Ώστε με σκότωσες για να σώσεις αυτόν που αγαπούσες.» ξεκίνησε πρώτη εκείνη.
«Τί είναι αυτά που λες; Δε σε σκότωσα! Ήταν επιλογή σου να μείνεις εκεί. Ο Χάρης σε προειδοποίησε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε!» την κατηγόρησε εξαγριωμένη.
«Μη μου μιλάς για εκείνον!» αντέτεινε με φωνή δυνατή που ήχησε διάσπαρτα στο χώρο. «Θα μπορούσα να ζήσω, ήθελα να ζήσω! Σε βοήθησα!»
«Και εγώ ήθελα να σε βοηθήσω, αλλά έπρεπε να διαλέξω μόνο έναν. Και ο Φρέντερικ δεν είχε κάνει τίποτα για να το πληρώσει έτσι, δεν το επέλεξε όπως εσύ!»
«Τολμάς να με κατηγορείς;»
«Φυσικά και τολμάω! Είσαι ο λόγος που ο πατέρας σου έγινε προδότης, είσαι ο λόγος που έπρεπε να ζήσω ό, τι έζησα κάτω από τα τείχη του Φαιδού! Είσαι ο λόγος που έχουν στα χέρια τους το όγδοο κλειδί και παρολίγο και το ένατο. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»
«Ενώ εσύ ξέρεις καλύτερα; Πόσο καιρό είσαι εδώ; Δύο μήνες; Εγώ είμαι εδώ μια ολόκληρη ζωή!»
«Και τι έκανες με αυτήν τη ζωή; Τους γύρω σου δυστυχισμένους; Αυτό δε μετράει.» αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε την ευκαιρία να εκφράσει τα όσα ένιωθε για την κατάσταση στην οποία τους είχε οδηγήσει και ξάφνιασε τον εαυτό της με τις ίδιες της τις σκέψεις. Ένιωθε… κακία για εκείνη. Και όμως θα ορκιζόταν ότι πίστευε πως η Αντζέλικα ήταν φίλη της. Ωστόσο δε μετάνιωσε για τίποτα από όσα της είχε πει. Αντιθέτως, ένιωθε ανακουφισμένη.
«Για να δούμε αν θα είσαι τόσο θαρραλέα στις πράξεις σου όσο είσαι στα λόγια σου. Θα σε περιμένω.»
«Τί εννοείς;» της ρώτησε παρόλο που η Αντζέλικα έδειχνε έτοιμη να φύγει.
«Το ένατο κλειδί… σε περιμένει μία δοκιμασία. Θα είμαι εκεί, και θα φροντίσω να μην την περάσεις ποτέ. Και τότε, θα με παρακαλάς για έλεος.» τα λόγια της τη φόβισαν.
«Δε θα ανοίξουμε την πύλη.» βιάστηκε να της απαντήσει.
«Πολύ καλά, όμως είναι επιλογή σου. Ανοίγεις την πύλη… ή το αγοράκι σου θα πεθάνει από τα χέρια μου.» το βλέμμα της θύμιζε σχιζοφρενή και τα λόγια της ακούστηκαν απειλητικά.
«Δεν μπορείς να τον πειράξεις» επέλεξε να μπλοφάρει. «Αν μπορούσες, θα το είχες ήδη κάνει.»
«Ω ναι… μπορώ και θα το κάνω.»
«Άφησε τον ήσυχο! Με εμένα τα έχεις.» της φώναξε χάνοντας την ψυχραιμία της.
«Τότε άνοιξε την πύλη.» την προκάλεσε.
«Πώς ξέρω ότι αν κάνω αυτό που θες δε θα συνεχίσεις να με ενοχλείς;»
«Τί σε κάνει να πιστεύεις ότι θα φτάσεις μέχρι τέλους για να με δεις να πάψω να σε ενοχλώ…; Καλά, αν τα καταφέρεις, θα δεις ότι δε θα μπορώ να σε πειράξω πλέον.»
«Αυτό δε μου αρκεί.» της είπε κοφτά.
«Ναι αλλά ο λόγος μου είναι η μόνη σου εγγύηση.» της είπε και πισωπάτησε μέχρι να πέσει από κλεισμένο παράθυρο σπάζοντας το τζάμι. Η Νεφέλη την ακολούθησε έντρομη για να δει ότι το σώμα της είχε εξαφανιστεί, σα να ήταν σκόνη και είχε σκορπίσει στον αέρα.
Η πόρτα άνοιξε με πάταγο και στο δωμάτιο τώρα μπήκε η Σοφία και η Ρόζα.
«Τί… τί συνέβη;» ρώτησε η δεύτερη.
«Δεν είμαι σίγουρη ότι θα με πιστεύατε ακόμα και αν σας έλεγα.» μουρμούρισε ηττημένη. Εξακολουθούσε να μη νιώθει καλά, και τώρα που η ένταση από την επίσκεψη της Αντζέλικα είχε περάσει, ένιωθε ακόμα πιο άρρωστη. Ήθελε να κάνει εμετό και έτρεξε για το μπάνιο όμως δεν πρόλαβε και λέρωσε το διάδρομο. Δεν είχε φάει και για αυτό  υπέθεσε πως τώρα αντίκριζε το χθεσινοβραδινό της γεύμα, ενώ ένιωσε ντροπή που το είχε πασαλείψει το χώρο. Είδε τα παπούτσια κάποιου να ξεπροβάλουν μπροστά της και σήκωσε το κεφάλι της για να ταυτοποιήσει τον ιδιοκτήτη τους.
Ο Φρέντερικ της κοιτούσε τώρα ανήσυχος, ένα συναίσθημα που ενίσχυσε η εικόνα των δύο αλαφιασμένων γυναικών να τρέχουν από πίσω της. Η Νεφέλη δεν ήθελε να τη βλέπει έτσι και προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά το αγόρι έσκυψε από πάνω της παροτρύνοντας τη να μείνει για λίγο ακόμα καθισμένη.
«Θα τα καθαρίσω.» μουρμούρισε. Τώρα όμως ένιωθε ακόμα πιο άρρωστη από πριν και αμφέβαλε για το κατά πόσο θα μπορούσε να φέρει κάτι τόσο απλό εις πέρας.
«Μη λες ανοησίες, θα το κάνω εγώ.» την καθησύχασε η Σοφία.
«Μα… τι έγινε στο δωμάτιο;» τη ρώτησε η Ρόζα.
«Τί εννοείς; Τί συνέβη;» θέλησε να μάθει ο Φρέντερικ.
«Δεν ξέρουμε, ας την πάμε μέσα.» τους υπέδειξε η Σοφία κοφτά.
«Είμαι εντάξει.» διαμαρτυρήθηκε όταν είδε πως ο Φρέντερικ αποπειράθηκε να την κουβαλήσει.
«Όχι, δεν είσαι.» διαφώνησε εκείνος και την βοήθησε να σηκωθεί.
«Πρέπει να κρυολόγησε, θα πάω να της φτιάξω ένα ζεστό.» είπε η Ρόζα προτού φύγει βιαστική. Την πήγαν στο δωμάτιο του και η Σοφία της έδωσε μία πήλινη λεκάνη για την περίπτωση που έκανε ξανά εμετό και ο Φρέντερικ επεξεργάστηκε το παράθυρο προβληματισμένος.
«Συγγνώμη για αυτό.» του είπε ενοχικά.
«Εσύ το έσπασες;» τη ρώτησε μπερδεμένος.
«Όχι… όχι ακριβώς.»
«Και τι ακριβώς έγινε;» τη ρώτησε με ένα άτονο χαμόγελο.
«Πρέπει… πρέπει να ανοίξω την ένατη πύλη.» του είπε διστακτικά. Δεν ήθελε να το κάνει, αλλά η θέα του Φρέντερικ να στέκεται απέναντι της ανέμελος, όμορφος… δεν μπορούσε να αφήσει κάτι κακό να του συμβεί. Ήξερε πως αν του εξηγούσε τους λόγους της, εκείνος θα αρνιόταν.
«Γιατί;» τη ρώτησε ατάραχος.
«Για να ξεφορτωθώ την Αντζέλικα… και ούτως η άλλως θα ήταν καλύτερο αν ξέραμε τι βρίσκεται εκεί.» συμπλήρωσε βιαστικά.
«Αν η ένατη πύλη κρύβει αυτό που υποψιάζεσαι τότε η Αντζέλικα δε θα σε αφήσει να περάσεις τη δοκιμασία.» της είπε κοιτώντας τη με ανεξιχνίαστο ύφος.
«Αν δεν το κάνω, την επόμενη φορά δε θα σπάσει μόνο ένα παράθυρο… είναι ικανή για πολλά. Πρέπει να φύγει από εδώ.»
«Μπορεί να μου πει κάποιος για τι στο καλό μιλάτε; Νεφέλη, τι εννοείς όταν λες ότι η κόρη του Χάρη έσπασε το παράθυρο; Αυτό… είναι αδύνατο, είναι νεκρή.» επενέβη η Σοφία ανάστατη.
«Η Νεφέλη πιστεύει ότι η ένατη πύλη είναι η χώρα των νεκρών. Το σίγουρο είναι ότι η Αντζέλικα δεν… πέρασε αυτήν την πύλη. Έμεινε εδώ για να εκδικηθεί την Νεφέλη.» της εξήγησε εν συντομία ο Φρέντερικ. Η γυναίκα έδειχνε να έχει πολλές ερωτήσεις και ήταν σοκαρισμένη.
«Για ποιο λόγο να θέλει να την εκδικηθεί;»
«Αυτό θα το συζητήσουμε κάτω, είναι κάτι που πρέπει να ακούσουν και οι υπόλοιποι. Και εγώ σκεφτόμουν πως πρέπει να ανοίξουμε την πύλη.»
«Θα καλέσω συνέλευση.» του είπε θορυβούμενη. Η Νεφέλη αποπειράθηκε να σηκωθεί αλλά τα βλέμματα των υπολοίπων την καθήλωσαν.
«Θέλω να έρθω και εγώ.» παραπονέθηκε.
«Πρέπει να ξεκουραστείς.» της εξήγησε η Σοφία καθώς έφευγε. Η Νεφέλη ήταν έτοιμη να αντιμιλήσει αλλά μετά θυμήθηκε τη συζήτηση που είχαν το προηγούμενο βράδυ σχετικά με την έλλειψη κατανόησης από μέρους της και άλλαξε γνώμη. Η στάση της τον προβλημάτισε αλλά δεν τη σχολίασε.
«Σε πείραξε;» τη ρώτησε με μία υποψία θυμού να περνάει φευγαλέα από το πρόσωπο του.
«Όχι, είμαι εντάξει.» του είπε σκύβοντας το κεφάλι και παίζοντας με τα δάχτυλα της. Το αγόρι κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και αποζήτησε το βλέμμα της.
«Είσαι σίγουρη ότι θες να ανοίξει η πύλη;» τη ρώτησε ενοχικά. Η Νεφέλη ανέκαθεν ήξερε πως ο Φρέντερικ ήθελε να ανοίξει την πύλη, αυτό που δεν ήξερε ήταν αν θα επέμενε σε αυτήν του την απόφαση αν ήξερε τι διακυβευόταν. Αν ήξερε ότι υπήρχε μια πολύ καλή πιθανότητα να μη γυρίσει ποτέ της πίσω.
Ένα κομμάτι της ήθελε να του πει ότι δεν ήταν έτοιμη, ότι φοβόταν. Ένα κομμάτι της ήθελε να του πει την αλήθεια. Αλλά δεν μπορούσε να φανεί τόσο εγωίστρια. Η πύλη έπρεπε να ανοίξει, η Νεφέλη έπρεπε να περάσει τη δοκιμασία  και ό, τι βρισκόταν πίσω από αυτήν, έπρεπε να είναι με τον πλευρό τους στον πόλεμο που απερχόταν.
«Ναι, καιρός είναι.» του είπε βιάζοντας ένα χαμόγελο στα χείλη.
«Θα πρέπει να είσαι γρήγορη όμως. Θα καλύψουμε τα νότα σου αλλά δεν ξέρουμε πως λειτουργεί ο χρόνος σε αυτόν τον κόσμο και δεν ξέρω αν είμαστε αρκετά δυνατοί για να αντισταθούμε για πολύ ώρα. Την τελευταία φορά χάσαμε πολλούς.» οι συμβουλές του την πίεζαν αλλά ένιωθε πολύ αδύναμη για να ξεσπάσει. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξεχάσει τα πάντα, να κοιμηθεί και όταν ξυπνήσει, όλα να έχουν τελειώσει.
Αυτό που δεν περίμενε ήταν πως θα έσκυβε για να τη φιλήσει, και δε με τόση ένταση. Αυτή του η κίνηση έκανε το στομάχι της ακόμα πιο ανάστατο και κατέστρεψε τη στιγμή τους σπρώχνοντας τον μακριά της και κάνοντας εμετό στη λεκάνη που της είχε δώσει η Σοφία. Ο Φρέντερικ έδειχνε να διασκεδάζει με το κατόρθωμα του αλλά ύστερα τη λυπήθηκε και τη βοήθησε να ξαπλώσει. Η Νεφέλη τον κοίταξε με μισό μάτι όμως δεν μπόρεσε να του κρατήσει κακία όταν τον είδε να την κοιτάζει νοσταλγικά. Ευχήθηκε να μπορούσε να μάθει τι σκεφτόταν, αλλά συμβιβάστηκε με το να παίξει με τα δάχτυλα του. Εκείνος της τσίμπησε την μύτη και τη φίλησε στο μέτωπο προτού φύγει.
«Θα περάσω να σε δω όταν τελειώσουμε. Προσπάθησε να κοιμηθείς, θα σε βοηθήσει να ξεχαστείς.» η Νεφέλη έγνεψε καταφατικά αλλά μόλις τον είδε να χάνεται άρχισε να σκέφτεται τον Νίκολα. Ο άντρας στην τελευταία τους συνάντηση, της είχε πει πως αν ποτέ της ήθελε να του μιλήσει, αρκούσε να τον σκεφτεί και εκείνος θα επικοινωνούσε μαζί της.
Κόντευε να την πάρει ο ύπνος όταν ένιωσε κάποιον να ξαπλώνει δίπλα της. Γύρισε κουρασμένα για να δει τον επισκέπτη της και έκπληκτη αντίκρισε τον Νίκολα. Προσπάθησε να σηκωθεί, να τον διώξει αλλά…
«Ήρεμα… κοιμάσαι, αν ξυπνήσεις θα χαθώ. Μην πιέζεις το σώμα σου.» η Νεφέλη χαλάρωσε τους μύες της και αφέθηκε στο όνειρο της συνειδητοποιώντας πως δεν ένιωθε πλέον άρρωστη. Ανακάθισε στο κρεβάτι και τον επεξεργάστηκε για λίγο.
Κοιτούσε ανέμελα το δωμάτιο, έδειχνε… ήρεμος. Ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπε έτσι.
«Συμβαίνει κάτι;» τον ρώτησε διστακτικά. Εκείνος της χαμογέλασε, ήταν ένα γνώριμο χαμόγελο… ήταν η μάσκα που φόρεσε και πάλι.
«Εσύ με φώναξες, εσύ να μου πεις.»
«Δε σε ήθελα κάτι… δηλαδή… ήθελα να σου πω ότι θα ανοίξω την ένατη πύλη. Μήπως… να… ξέρεις τι κρύβεται εκεί;»
«Για να μου κάνεις αυτήν την ερώτηση σημαίνει πως ξέρεις ήδη. Αλλά γιατί εσύ θες να ανοίξεις την πύλη;»
«Έχω τους λόγους μου.» του είπε κοφτά. Εκείνος την κοίταξε επιβλητικά και περίμενε να αλλάξει γνώμη. «…Αν δεν το κάνω ο Φρέντερικ θα πεθάνει.» είπε μέσα από τα δόντια της.
«Και γιατί δε θέλεις να πεθάνει;» η Νεφέλη κατάλαβε πως η ερώτηση του δεν ήταν όσο ρηχή και κακόγουστη όσο ακουγόταν. Ήξερε πως το μόνο που ήθελε ήταν να την κάνει να του πει πως αισθανόταν για εκείνον.
«Γιατί τον αγαπάω.» του είπε δειλά.
«Και τι θέλεις από εμένα;» τη ρώτησε με φωνή ατάραχη.
«Θέλω να μου πεις τι θα βρω εκεί. Η Αντζέλικα μου είπε ότι δε θα το κάνει εύκολο για εμένα… και εγώ θέλω να γυρίσω πίσω.»
«Και εγώ θέλω να γυρίσεις πίσω. Αλλά δεν ξέρω τι θα αντιμετωπίσεις. Σου έχω κάτι καλύτερο, θα έρθω μαζί σου.»
«Αυτό δε γίνεται.» βιάστηκε να αρνηθεί. Η πορεία της συζήτησης τους είχε ξεφύγει από τον έλεγχο της.
«Η μαγεία σου δεν πιάνει εκεί, δε θα τα καταφέρεις.» της είπε χωρίς ίχνος συναισθήματος ή ανησυχίας στη φωνή του.
«Όταν ανοίξει η πύλη δε θα είμαι μόνη μου. Το αρχηγείο θα επιστρατεύσει βοήθεια για να τη φυλάει μέχρι να γυρίσω. Όπως έκανε και ο Φαίδος για εσένα. Δεν μπορείς… να έρθεις μαζί μου έτσι απλά.»
«Θα δημιουργήσω αντιπερισπασμό, δε θα καταλάβει κανείς ότι πέρασα μαζί σου.»
«Όχι, θα το κάνω μόνη μου.» επέμεινε. «…Δεν έπρεπε να σε φωνάξω, δεν ξέρω τι σκεφτόμουνα.» μουρμούρισε μπερδεμένη στρέφοντας το βλέμμα της μακριά.
«Σκεφτόσουν ότι ήθελες να μου μιλήσεις, γιατί θες να είσαι μαζί μου.» άκουσε τη φωνή του πολύ κοντά στο αυτί της αλλά δεν τόλμησε να τον αντικρύσει. «Γιατί είσαι ερωτευμένη και με εμένα. Κρίμα που πρέπει να διαλέξεις μόνο έναν.» συνέχισε με περισσότερη αυτοπεποίθηση. Η Νεφέλη δεν ήξερε γιατί δεν αντιδρούσε στα λόγια του. Γιατί δε θύμωνε μαζί του, γιατί δεν τον διέψευδε.
Αντί αυτού, γύρισε προς το μέρους του. Εκείνος στεκόταν μόλις λίγα χιλιοστά μακριά από το πρόσωπο της και ήταν έτοιμος να τη φιλήσει… το ίδιο και εκείνη. Όμως την τελευταία στιγμή δάγκωσε τα χείλη της. Δεν απομακρύνθηκε, της άρεσε που στεκόταν τόσο κοντά της. «Μην πλανιέσαι, δεν έχεις διαλέξει ακόμα. Και σκοπεύω να σε κάνω να θες μόνο εμένα.»
«Καλή τύχη.» του είπε με φωνή αβέβαιη. Τον άκουσε να γελάει σιγανά ενώ έτριψε το μάγουλο του πάνω στο δικό της καθώς μύριζε τα μαλλιά της. «Έχεις να μου δώσεις καμία συμβουλή;» τον ρώτησε προσπαθώντας να αλλάξει θέμα.
«Αν θυμάσαι αυτά που σου έμαθα ίσως να τα καταφέρεις… Στις πιο σκοτεινές σου στιγμές να θυμάσαι ότι εσύ είσαι ζωντανή.» το όνειρο της άρχισε να χάνεται. Δεν μπορούσε πλέον να δει την μορφή του Νίκολα αλλά τον αισθανόταν ακόμα δίπλα της.
«Μπορείς να αποσπάσεις την προσοχή του Φαιδού από την πύλη;»
«Μην ξεχνιέσαι Σεσίλ, εγώ είμαι με τους κακούς.» όμως δεν τον πίστεψε. Άνοιξε τα μάτια της και είδε αντίκρυ της τον Φρέντερικ με την Ρόζα. Ήλπιζε μόνο η ενοχή της να μην είχε αποτυπωθεί στο πρόσωπο της. Χαμογέλασε στο αγόρι αχνά και αναρωτήθηκε πως ήταν ποτέ δυνατό να αμφιβάλει για τα αισθήματα της για εκείνον. Εκείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο και την περίμενε μέχρι να ανακαθίσει για να τη φιλήσει στο μάγουλο. Ένιωθε και πάλι άρρωστη αλλά η παρέα του Φρέντερικ ήταν το μόνο φάρμακο που ήθελε.
«Σου έφτιαξα ένα ζεστό… αλλά κοιμόσουν και κρύωσε. Έτσι σου έφτιαξα και άλλο.»
«Συγγνώμη Ρόζα…» της είπε ένοχη που δεν την περίμενε.
«Μην ανησυχείς, έπρεπε να ξεκουραστείς.» την καθησύχασε συγυρίζοντας αμήχανα τον χώρο. «…Εγώ… εγώ θα φύγω τώρα.» είπε στον Φρέντερικ και έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω της.
«Κοιμόμουν πολύ ώρα;» τον ρώτησε στη θύμηση της συνέλευσης.
«Αρκετή.» της είπε με ένα γλυκό χαμόγελο δίνοντας της μία κούπα με ένα καστανόχρωμο ζεστό ρευστό.
«Τί είναι αυτό;» τον ρώτησε καχύποπτα καθώς το μύριζε.
«Καλύτερα να μην ξέρεις.» την πείραξε. Η Νεφέλη τον κοίταξε τρομαγμένη και έκανε να ακουμπήσει την κούπα στο κομοδίνο δίπλα της. «Πλάκα σου κάνω, πιες το. Θα σου κάνει καλό.» δοκίμασε μια γουλιά και το βρήκε απαίσιο, αλλά ένιωσε τον πόνο στο στομάχι της να μαλακώνει οπότε συνέχισε.
«Τί είπατε στη συνέλευση;»
«Συμφωνήσαμε στο ότι πρέπει να ανοίξουμε την πύλη. Θα το κάνουμε μόλις νιώσεις καλά.»
«Και…»
«Και σημάναμε πόλεμο… για να κρατήσουμε τον Μαρκήσιο και τον Νίκολα μακριά σου.» η Νεφέλη του έριξε μία ένοχη ματιά πάνω από το ποτήρι της. Ο Φρέντερικ το αποκωδικοποίησε και βίασε ένα χαμόγελο στα χείλη του.
«Ξέρω ότι τον εμπιστεύεσαι, αλλά θα προτιμούσα να μη μάθει τίποτα για την πύλη.»
«Είπες ότι ετοιμάζεστε για πόλεμο. Αν τους προκαλέσετε όπως έκαναν εκείνοι, θα καταλάβουν ότι το κάνετε γιατί ανοίχτηκε η πύλη.»
«Αλλά δε θα ξέρουν που είναι. Έπειτα ταυτόχρονα με τη δική σου, θα ανοίξουμε όλες τις πύλες. Έτσι θα αυξήσουμε τις πιθανότητες να βρουν τη λάθος. Η δική σου φυσικά, θα φρουρείται παραπάνω. Όσο περιμένουμε για να γίνεις καλά, θα καταφτάσουν ενισχύσεις και από τις υπόλοιπες κοιλάδες.» Παρόλο που το ζεστό που έπινε είχε ανακουφίσει αρκετά την κοιλιά της, το άγχος και η αγωνία από τα λεγόμενα του Φρέντερικ επιδείνωσε τον πόνο. «Μην ανησυχείς για εμάς. Έχεις να σκεφτείς το δικό σου αγώνα.» της είπε γεμάτος ανησυχία.
«Μην εκπλαγείς αν τα πάω μια χαρά.» του είπε δήθεν πειραγμένη.
«Θα ένιωθα καλύτερα αν μπορούσα να έρθω μαζί σου, αλλά θα ήταν καλύτερα αν πήγαινε μόνο ένας. Παραμένει να είναι ένα πέρασμα ανάμεσα σε δύο κόσμους και δεν ξέρουμε καν αν θα καταφέρεις να φτάσεις ζωντανή. Επιπλέον βάρος θα τάρασσε τις ισορροπίες των υπόλοιπων κόσμων και θα μείωνε τις πιθανότητες σου.» το ύφος του ήταν σοβαρό και το βλέμμα του γεμάτο ένταση. Τη στιγμή τους διέκοψε ο Τόμι που μπήκε χαρούμενος μέσα στο δωμάτιο και άρχισε να χοροπηδάει πάνω το στρώμα προκαλώντας της ναυτία. Ο Φρέντερικ τον κατέβασε από το κρεβάτι και έτριψε το κεφαλάκι του ανακατεύοντας έτσι τα μαλλιά του.
«Είναι άρρωστη μικρέ. Δεν μπορεί να παίξει μαζί σου.» το μουτράκι του παιδιού πήρε μια παραπονεμένη γκριμάτσα και κάθισε στο πλευρό της ήσυχα για να χαϊδέψει τα μαλλιά της.
«Η μαμά μου λέει ότι όταν είσαι άρρωστος οι άλλοι πρέπει να σε προσέχουν και να σε αγαπάνε. Θες να μείνω για να σε κάνω καλά;»
«Μην ανησυχείς Τόμι, θα μείνει ο Φρέντερικ.» είπε στο παιδί ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να δει την έκφραση το πρόσωπο του αγοριού. Ο Φρέντερικ κοκκίνισε από αμηχανία και έστρεψε το βλέμμα του μακριά κάνοντας την Νεφέλη και τον Τόμι να χαμογελάσουν σε μία κοινή συμφωνία.
«Θα σας αφήσω μόνους σας.» είπε ο δεύτερος με ύφος μεγάλου και όταν έκλεισε την πόρτα πίσω του…
«Το λέει και ο Τόμι, χρειάζομαι προσοχή και αγάπη. Είναι στο χέρι σου, θα με αφήσεις να πονάω;» τον πείραξε. Εκείνος την κοίταξε ειρωνικά και παρέμεινε στη θέση του. «Άκαρδε.» σαν η λέξη της αυτή να έσπασε τον πάγο, το αγόρι κάθισε αμήχανα στο κρεβάτι. Η Νεφέλη άδραξε της ευκαιρίας και όρμησε να τον αγκαλιάσει σφιχτά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου