Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Κάλεσμα

Δεν περίμενε να τα καταφέρει με την πρώτη προσπάθεια και δεν περίμενε να βρεθεί στο αστυνομικό τμήμα.
Η Ριάννα βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα παγκάκι της αίθουσας αναμονής ενώ ένας αστυνομικός την είχε σκεπάσει με το σακάκι του.
«Τί θέλεις εσύ πάλι εδώ;» γκρίνιαξε η κοπέλα ενοχλημένη.
«Ούτε εγώ ήθελα να είμαι εδώ…» της είπε ειρωνικά. «Τέλος πάνων, πώς τα πας;»
«Το έχαψαν, θα με πάνε σε ένα ορφανοτροφείο σε λίγο. Δήλωσαν ότι βρέθηκα και αν δεν έρθει κάποιος να με ζητήσει… θα με κρατήσουν.»
«Το ξέρεις πως δεν μπορείς να τους πεις ποτέ ότι βρήκες τη μνήμη σου, έτσι;»
«Για χαζή με περνάς; Τώρα άσε με να κοιμηθώ.» η Νεφέλη έκανε να φύγει, ύστερα όμως σκέφτηκε πως ίσως η Ριάννα ήθελε να ξέρει.
«Έχουμε πόλεμο ξέρεις, έσπασαν τα ξόρκια που σχημάτιζαν τα τείχη που μας χώριζαν.»
«Δε θα σταματήσει ποτέ.» μουρμούρισε θλιμμένα. «Πάντα θα έχουν τον πόλεμο τους… πάντα θα καταστρέφονται ζωές. Δεν το μετανιώνω που έφυγα και δε γυρίσω πίσω.»
«Δε σου το είπα για αυτό… απλά σκέφτηκα ότι μπορείς αν θες να πεις κάτι στην Μαργαρίτα, θα μπορούσα να της το μεταβιβάσω.» η Ριάννα έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα έκλεισε και πάλι τα μάτια της.
«Πες της ότι η φυγή μου δεν είχε καμία σχέση με εκείνη. Πες της ότι την αγαπάω πολύ.» η Νεφέλη χάρηκε που της δόθηκε η ευκαιρία να μεταβιβάσει τόσο χαρμόσυνα νέα και ανακουφισμένη, αφέθηκε για να γυρίσει πίσω.
Ένιωθε μουδιασμένη και το κεφάλι της πονούσε. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως είχε συνέλθει, ο Νίκολα και η Ναταλί έδειχναν απορροφημένοι από τη συζήτηση τους ενώ φιλούσαν τσίλιες.
«Έσπασε;» τους ρώτησε τρομάζοντας την Ναταλί η οποία αναπήδησε και συγκράτησε μετά δυσκολίας ένα επιφώνημα.
«Τρελάθηκες; Θέλεις να πεθάνω από καρδιά;» την κατηγόρησε η κοπέλα.
«Συγγνώμη.» απολογήθηκε κάνοντας μία γκριμάτσα.
«Έχει αποδυναμωθεί πάρα πολύ, αλλά δεν έχει πέσει ακόμα.» ήρθε η απάντηση από τον Νίκολα.
«Πώς το ξέρουμε αυτό;»
«Το νιώθουμε… αν είχε διαλέξει πλευρά θα το καταλάβαινες.» της είπε ο άντρας.
«Είμαι τόσο καιρό εδώ και όλα μου φαίνονται ακόμα τόσο περίεργα.» μουρμούρισε παρατηρώντας έναν άντρα που έτρεχε ανάστατος.
«Πρέπει να έχουν καταλάβει πως είσαι εδώ.» της είπε ο Νίκολα κοιτώντας προς την ίδια κατεύθυνση. «Πρέπει να φύγεις.»
«Ναι… σχετικά με αυτό, υπάρχει κάτι που δεν πρόλαβα να σου αναφέρω για το σχέδιο μας.» ξεκίνησε να λέει η Νεφέλη.
«Θέλεις να σκοτώσεις τον πατέρα μου, το ξέρω. Ωραίο σχέδιο, μου είπε τα πάντα η Ναταλί.»
«Και… δε σε πειράζει;» τον ρώτησε διστακτικά.
«Όχι.» της είπε με θυμό. Ένα συναίσθημα που είχε να κάνει με την αντιμετώπιση του πατέρα του προς τον ίδιο. Υπέθεσε η Νεφέλη.
«Ωραία, μπορείς να μας πας σε εκείνον;»
«Μπορώ, αλλά δε θα το κάνω. Πρέπει να φύγεις, θα αναλάβω εγώ τον πατέρα μου.»
«Ξέχασε το!» επενέβη η Ναταλί σηκώνοντας τον τόνο της φωνής της κατά λάθος. Όμως η Νεφέλη είχε άλλη στρατηγική…
«Το δάσος είναι γεμάτος από άντρες του πατέρα σου. Εσύ όμως μπορείς να μας πας πίσω με ασφάλεια. Θα βγάλουμε τον πατέρα σου από τη μέση και μετά θα γυρίσουμε πίσω μαζί.»
«Προσπαθείς να με πατρονάρεις, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε σχεδόν βέβαιος.
«Ω ναι.» του είπε αντλώντας ικανοποίηση. Ήξερε πως δεν σκόπευε να την αφήσει να κυκλοφορεί στο δάσος απροστάτευτη.
«Για δες τι έχουμε εδώ. Ξέρεις, εσύ θα έπρεπε να είσαι νεκρή τώρα. Μπορεί ο Φαιδός να είχε άλλα σχέδια για εσένα, αλλά για εμένα είσαι εντελώς άχρηστη.» ο Κόναρ στεκόταν τώρα ακριβώς από πίσω τους.
«Το ήξερα ότι ο πατέρας μου δε θα έκανε μια τόσο ανόητη κίνηση. Πρέπει να έχεις χτυπήσει το κεφάλι σου πολύ δυνατά για να πιστεύεις πως μπορείς να τα βάλεις μαζί μου.» του είπε ο Νίκολα σε απειλητικό τόνο. Ώστε ο Κόναρ ήταν αυτός που είχε δώσει την εντολή για το θάνατο της; Αναρωτήθηκε. Για ποιο λόγο να κάνει μία τόσο ανόητη κίνηση πίσω από την πλάτη του άρχοντα του;
Το πρόσωπο του άντρα συσπάστηκε από θυμό ενώ στάθηκε έτοιμος για επίθεση. Την επόμενη όμως στιγμή έπεσε αναίσθητος. Ο Νίκολα τράβηξε το μαχαίρι του από το στήθος του και το σκούπισε στα ρούχα του προτού το βάλει στο θηκάρι του.
«Ελάτε… καλύτερα να κρύψεις το πρόσωπο σου Σεσίλ.» την παρότρυνε και αφού φόρεσαν τις κουκούλες τους, ηγήθηκε του δρόμου.
«Ποιά είναι η Σεσίλ;» αναρωτήθηκε η Ναταλί σαστισμένη.
«Μην του δίνεις σημασία.» μουρμούρισε η Νεφέλη.
Η πτώση του τείχους είχε κάνει τους πάντες νευρικούς και είχε φέρει πολύ κίνηση στους δρόμους. Δυσκολεύτηκαν να φτάσουν μέχρι το κάστρο εξ αιτίας των φρουρών που είχαν στήσει καρτέρι σε κάθε γωνία, αδημονώντας να πιάσουν εκείνη ή τον Νίκολα. Αλλά ο άντρας ήξερε να κινείται καλά μέσα στα σοκάκια και όποιος στάθηκε στο δρόμο τους είχε τη μοίρα του Κόναρ.
Όταν πλέον έφτασαν στο κάστρο αυτό ήταν σχεδόν έρημο.
«Δεν είναι εδώ.» η Νεφέλη άκουσε τη γνώριμη φωνή της Ορόρας να πάλετε στον αέρα.
«Δεν είναι εδώ.» επανέλαβε στους υπολοίπους.
«Και πως το ξέρεις εσύ αυτό;» τη ρώτησε ο Νίκολα ειρωνικά.
«Απλά το ξέρω.» του είπε κοφτά. Όμως εκείνος παρέμενε σκεπτικός.
«Υπάρχει μία καταπακτή που θα μας οδηγήσει κατευθείαν στο δάσος.» τους είπε μετά από λίγο, δεν του άρεσε που έπρεπε να αναβάλει το σχέδιο τους και δεν του άρεσαν οι αλλαγές. Αλλά την εμπιστεύτηκε και αυτό την ξάφνιασε.
«Περίμενε, πρέπει να τον βρούμε.» τον σταμάτησε η Ναταλί.
«Θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αυτοκτονία… υποθέτω πως δεν ξέρεις που είναι;» συνέχισε στρεφόμενος προς την Νεφέλη.
«Σου μοιάζω για κανένα κυνηγόσκυλο;» τον αποπήρε θυμωμένη από αυτήν την εξέλιξη.
«Μόνο όταν δαγκώνεις.» είπε μέσα από τα δόντια του.
Πήγαν στην αίθουσα του θρόνου και εκεί ο Νίκολα τους φανέρωσε μία καταπακτή κρυμμένη πίσω από τους θρόνους, ακριβώς κάτω από εκείνο το παράξενο αναρριχόμενο φυτό. Ο διάδρομος κάτω από αυτήν ήταν σκοτεινός και είχε πλημμυρίσει από νερά (ή τουλάχιστον ήλπιζε να είναι νερά δεδομένου ότι μύριζε πολύ άσχημα).
«Πες μου ότι αυτός δεν είναι ο υπόνομος.» γκρίνιαξε η Ναταλί.
«Δεν είναι ο υπόνομος.» την καθησύχασε. Χτύπησε τα δάχτυλα του μεταξύ τους και μία σπίθα πήδησε στον αέρα και άρχισε να χοροπηδάει ενώ προπορεύονταν, δίνοντας τους έτσι το απαραίτητο φως που χρειάζονταν για να συνεχίσουν. Η Νεφέλη είχε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα που οξύνονταν όσο προχωρούσαν και αυτό την έκανε πολύ νευρική. Δεν ήξερε αν οφείλονταν στο άγχος της για το αποτυχημένο της σχέδιο ή απλά ανησυχούσε για τον Φρέντερικ και για τα υπόλοιπα μέλη του αρχηγείου. «Τα τείχη έπεσαν.» τις ενημέρωσε μετά από λίγη ώρα διαδρομής.
Η Νεφέλη ένιωθε το σώμα της πολύ κουρασμένο ενώ ήταν πλέον σίγουρη πως εκείνο το παράδοξο συναίσθημα αποδυνάμωνε το σώμα της. Είχαν φτάσει στο τέλος της διαδρομής τους και ο Νίκολα τώρα προσπαθούσε να ανοίξει την καταπακτή που οδηγούσε στο δάσος. Πρέπει να είχε φρακάρει λόγω των εναποθέσεων του χώματος αλλά τελικά τα κατάφερε και περίμενε για να βοηθήσει τα δύο κορίτσια να ανέβουν τη σαραβαλιασμένη σκάλα που ένωνε το υπόγειο με την επιφάνεια.
Όταν ήρθε η σειρά της Νεφέλης, ζαλίστηκε και παραπάτησε σπάζοντας ένα από τα σάπια σκαλοπάτια και πέφτοντας κατευθείαν στην αγκαλιά του Νίκολα.
«Εσύ τρέμεις.» διαπίστωσε ο άντρας ανήσυχος.
«Κρυώνω λίγο.» είπε το πρώτο ψέμα που της ήρθε στο μυαλό. Αλλά όταν αποπειράθηκε μία ακόμη προσπάθεια να σκαρφαλώσει, εκείνος την τράβηξε και πάλι κοντά του και ακούμπησε τα χείλη του στο μέτωπο της. «Τρελάθηκες; Τί σε έπιασε;» είπε σπρώχνοντας τον μακριά της εξοργισμένη.
«Καις από πυρετό.» της είπε θυμωμένος για το ψέμα της.
«Παιδιά… δε θέλω να σας το χαλάσω… αλλά χρειάζομαι ενισχύσεις εδώ πάνω.» ακούστηκε η φωνή της Ναταλί να τους λέει διστακτικά. Η Νεφέλη έσπευσε να ανέβει αλλά ο Νίκολα την παραμέρισε και ανέβηκε πρώτος κλείνοντας την καταπακτή προτού προλάβει να βγει.
Ήξερε πως το έκανε για να την προστατεύσει, αλλά αυτό δεν απέτρεψε το θυμό της από το να βγει στην επιφάνεια. Ήθελε να βγει έξω, να πολεμήσει μαζί τους. Τα ίδια της τα συναισθήματα όμως την εξαντλούσαν. Δεν μπορούσε να ακούσει τους ήχους της μάχης και υπέθεσε πως αυτό οφείλονταν στην ηχομόνωση που της προσέφερε το κρησφύγετο της.
Ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλιά και προσπάθησε να ανοίξει και πάλι την καταπακτή. Αλλά ένιωθε αδύναμη και έτρεμε ολόκληρη, σαν ψάρι έξω από το νερό. Όμως επέμεινε και σύντομα τα κατάφερε.
Δίπλα της τώρα κειτόταν δύο αναίσθητα ματωμένα κορμιά, όμως αυτό που επικράτησε της προσοχής της ήταν η κραυγή της Ναταλί. Η κοπέλα μαχόταν με δύο άντρες και έχανε έδαφος ολοένα και περισσότερο μέχρι που ο ένας από αυτούς την έριξε στο έδαφος και άρχισε να την χτυπάει μανιασμένα ενώ τώρα ετοιμάζονταν να χαράξει το πρόσωπο της με το σπαθί του.
«Όχι!» φώναξε η Νεφέλη κάνοντας μία ασυναίσθητη κίνηση με τα χέρια της. Και τότε ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει για τους δύο άντρες. Η κοπέλα σύρθηκε μακριά σαστισμένη από την απρόσμενη τροπή των πραγμάτων και κοίταξε γύρω της αναζητώντας για κάποια εξήγηση. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα. Η Ναταλί έγνευσε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και σηκώθηκε μεμιάς για να αποτελειώσει τους αντιπάλους της.
Η Νεφέλη αισθάνθηκε ένα παράδοξο κύμα να έρχεται καταπάνω της αλλά δεν πρόλαβε να δει τι ήταν αυτό που την χτύπησε. Βρέθηκε ξαπλωμένη σε μερικά αποσυνθεμένα φύλλα ενώ από το στόμα της τώρα κυλούσε αίμα. Εκείνο το ακατανόητο συναίσθημα που την προειδοποιούσε ότι κάτι άσχημο συνέβαινε, επιδεινωνόταν. Αποδυναμώνοντας την ολοένα και περισσότερο.
«Είναι δύσκολο, έτσι δεν είναι; Να το ελέγξεις.» άκουσε τον Φαιδό να της λέει. Ο άντρας τώρα ζύγωνε κοιτώντας την με μία έκφραση ικανοποίησης. Ο Νίκολα και η Ναταλί εξακολουθούσαν να μάχονται με σθένος ενώ κάθε ένας από αυτούς έδινε τα δυνατά του για να τελειώσει με τη μάχη του, πρόθυμος να σπεύσει στο πλευρό της για να τη βοηθήσει.
Και αυτό τη  θύμωσε.                                        
Μπορούσε να τα καταφέρει μια χαρά και μόνη της. Είπε στον εαυτό της. Μπορούσε ακόμα να εκτελέσει το σχέδιο της, και αυτό έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της.
«Θα πρέπει να ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς;» του είπε καθώς σηκωνόταν και πάλι στα πόδια της, κοιτώντας τον υπεράνω.
«Η καρδιά… με τόσο χάος γύρω σου, πρέπει να είναι δύσκολο να την ελέγξεις. Τους ακούς που σε φωνάζουν;» τη ρώτησε ενθουσιασμένος. «…τους ακούς να πλησιάζουν;» και τότε κατάλαβε. Εκείνο το προαίσθημα πρόδιδε τον ερχομό εκείνων των απόκληρων που ήθελαν να ασπαστούν το κάλεσμα του πολέμου. Οι μυρωδιές της μάχης τους έλκυαν όπως ο μαγικός αυλός έλκυε τα καταδικασμένα παιδιά  από τον μύθο του Αισώπου. Και χωρίς τα τείχη, αν δεν κατάφερνε να ελέγξει την καρδιά, η μανία τους θα ξεσπούσε σε ολάκερη την Ελσάντα. Για ατό η Αντζέλικα ήταν τόσο πρόθυμη να τη βοηθήσει. Σκέφτηκε.
Η Νεφέλη ανάγκασε τον εαυτό της να χαμογελάσει και αυτό θορύβησε τον άντρα απέναντι της.
«Φαίνεται πως δεν σου πρόφτασαν τα νέα. Κανένα τείχος δεν έμεινε όρθιο. Δίκοπο μαχαίρι έτσι; Αν το ελέγξω η οργή τους θα ξεσπάσει στο λαό σου και σε εσένα τον ίδιο… αν όχι, είσαι και πάλι καταδικασμένος.» του είπε με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Ωστόσο δεν αντλούσε καμία ευχαρίστηση, όμως προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως αν προσποιούταν ότι δε φοβόταν, ίσως ο φόβος της να ξεθώριαζε.
Το πρόσωπο του πάγωσε και ύστερα έβγαλε το σπαθί του για να αναμετρηθεί μαζί της έξαλλος από θυμό. Η Νεφέλη έσπευσε να αντεπιτεθεί αλλά ο Νίκολα ήταν πιο γρήγορος. Μπήκε ανάμεσα σε εκείνη και τον πατέρα του και διεκδίκησε τη μάχη για τον εαυτό του. Η Ναταλί ανίκανη να βρει κάποιον αντίπαλο, έτρεξε στο πλευρό της και έμεινε σε αμυντική θέση. Ο Νίκολα ήταν πιο δυνατός και γρήγορος αλλά ο Φαίδος είχε το προβάδισμα και σύντομα στρίμωξε το γιο του στον κορμό ενός δέντρου ενώ κρατούσε το σπαθί του στη βάση του λαιμού του.
Το σπαθί του Νίκολα είχε πέσει κατά τη διάρκεια της πάλης του και τώρα στεκόταν άοπλος. Η Ναταλί πήρε την πρωτοβουλία να τον βοηθήσει αλλά ο Φαίδος την κατάλαβε και έκανε μεταβολή διαπερνόντας τη με το σπαθί του. Ο Νίκολα άδραξε τις ευκαιρίας και τύλιξε τη ζώνη του γύρω από το λαιμό του πατέρα του, περιμένοντας να χάσει τις αισθήσεις του.
«Όχι…» η Νεφέλη μουρμούρισε ξεψυχισμένα. Έτρεξε έντρομη στο πλευρό της Ναταλί αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τη βοηθήσει. Το σώμα της κοπέλας συσπάσονταν και τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Μπορώ να την κρατήσω ζωντανή αλλά θα υποφέρει πολύ.» της είπε ο Νίκολα θορυβούμενος από αυτό που έβλεπε τώρα στο πρόσωπο της Νεφέλης. Δεν σκέφτηκε καθόλου τις επιλογές της, αυτή του η πρόταση ήταν μάνα εξ ουρανού.
«Κάντο.» του είπε κοφτά. Ο άντρας ακούμπησε ευγενικά το σώμα της με τα δύο του χέρια και έκλεισε τα μάτια του ψιθυρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Ύστερα, το σώμα της Ναταλί σταμάτησε να τρέμει και τα τρομαγμένα της μάτια έκλεισαν. «Τη σκότωσες;» τον ρώτησε με υστερική φωνή. «Τη σκότωσες!» τον κατηγόρησε και άρχισε να τον χτυπάει.
«Ηρέμισε!» της είπε πιάνοντας την από τους ώμους και ταρακουνώντας την. «Δεν είναι νεκρή, την έβαλα σε νάρκη. Πρέπει να κρύψουμε το σώμα της για να το κρατήσουμε ασφαλή. Αν τη βρουν θα καταλάβουν ότι δεν έχει πεθάνει.»
«Τί εννοείς; Θα την πάρουμε μαζί μας… θα την κουβαλήσω εγώ…»
«Δε θα γυρίσουμε πίσω. Πρέπει να ανοίξουμε την ένατη πύλη… πρέπει να κρυφτείς εκεί μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος.»
«Τί; Τί είναι αυτά που λες;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Αν ισχύουν αυτά που σου είπε ο πατέρας μου, ο μόνος τρόπος για να μην ξεσπάσουν αυτά… τα πλάσματα την οργή τους στον κόσμο μας, είναι μείνεις μακριά του ή να σε σκοτώσουμε.» η Νεφέλη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ήθελε να σηκωθεί, να κρύψει το σώμα της Ναταλί προτού κάποιος άλλος τους ανακαλύψει, αλλά η λογική της δεν μπορούσε να κινήσει το σώμα της. Ώσπου…
«Δεν έχω το κλειδί… το έχει ο Φρέντερικ.» του το είχε δώσει την τελευταία φορά που είχαν ανοίξει την πύλη.
«Το πρόσεξα, του είπα να μας συναντήσει στο ποτάμι.» όμως τότε το κατάλαβε. Το σώμα της δεν μπορούσε να ακολουθήσει το μυαλό της γιατί έχανε τον έλεγχο.
Πλησίαζαν.
Εκείνο το συναίσθημα που ο φόβος για την απώλεια της Ναταλί είχε μουδιάσει για λίγο, τώρα γινόταν ακόμα πιο αβυσσαλέο.
«Δεν έχουμε χρόνο.» ψιθύρισε. Μεμιάς ο Νίκολα ύψωσε το σώμα της Ναταλί ακουμπώντας το στα ψιλότερα κλαδιά ενός δέντρου. Ύστερα έπιασε το χέρι της Νεφέλης και άρχισαν να τρέχουν. Όμως εξακολουθούσε να είναι αδύναμη.
«Θυμήσου αυτά που σου είπα, αγνόησε το σώμα σου και θα τα καταφέρεις.» όμως τα λόγια ήταν πιο εύκολα από την πράξη. Έτσι έφερε στο μυαλό της την εικόνα του Φρέντερικ και τη συνδύασε με τη γλυκιά σκέψη της αντάμωσης, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να τρέξει αρκετά γρήγορα.
Ένιωθε το δάσος να της στέλνει δονήσεις και τα εσώψυχα της να παγώνουν σε σημείο που πονούσε. Είχαν έρθει ήδη αρκετά κοντά. Πίεσε τον εαυτό της να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα και τα κατάφερνε. Μέχρι που σκόνταψε σε εκείνη την περικοκλάδα. Όμως τότε ήξερε τι επόταν, άλλωστε το είχε δει χιλιάδες φορές στα όνειρα της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου