Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Κλειδί

Καθόταν μόνη της στο στάβλο, παρέα με τον Φεγγαροτό. Είχε τόσες ερωτήσεις, όμως φοβόταν πως αν καθόταν έστω και μία στιγμή παραπάνω σε εκείνο το δωμάτιο θα ξεσπούσε σε κλάματα. Το άλογο προσπαθούσε να φέρει το χέρι της στη μουσούδα του για να τον χαϊδέψει όμως μάταια. Ήταν απορροφημένη από τις σκέψεις της… όταν αυτές διακόπηκαν από τον Λούνι και τον Τόμας.
«Σταμάτησες να μιλάς με ποιηματάκια.» έσπασε πρώτη τη σιωπή η Νεφέλη.
«Μερικές φορές… όταν σοβαρεύουν τα πράγματα.»
«Τί θα γίνει τώρα;» τους ρώτησε διστακτικά.
«Το σκοτάδι και το φως θα αναμετρηθούν για ακόμη μία φορά. Αλλά θα είναι μία μάχη σαν καμία άλλη.» ήρθε η απάντηση από τον Τόμας.
«Πιστεύεται στην προφητεία;» τους ρώτησε δειλά.
«Φυσικά.» της απάντησε ο Λούνι ξαφνιασμένος. «…Το είδε και ο Τόμας.»
«Αλήθεια;»
«Ναι, μπορώ να δω αυτό που δεν βλέπουν οι άλλοι… το αντίτιμο ήταν η όραση μου.»
«Μεγάλο τίμημα.» ψιθύρισε.
«Όχι και τόσο… αλλά δεν ακούσαμε τη δική σου γνώμη για όλα όσα συνέβησαν. Έφυγες αρκετά βιαστικά.»
«Εννοείς για την προδοσία του Χάρη; Δεν έχω να πω τίποτα. Εγώ αναγκάστηκα να πάω με το μέρος τους για κάποιον που δεν γνώριζα. Εκείνος έκανε ότι έκανε για την κόρη του. Έπρεπε να σας το είχε πει… τα πράγματα θα ήταν αλλιώτικα τώρα. Αλλά το παρελθόν δεν αλλάζει… και εγώ δε θα ήμουν εδώ αν μπορούσε. Πρέπει να κοιτάξουμε το μέλλον.» πρόφερε την τελευταία της πρόταση σα να μιλούσε σε διαφημιστικό για ασφαλιστική εταιρεία, τυπικά και ψυχρά.
«Ομολογώ ότι με ξαφνιάζεις.» της είπε ο Τόμας.
«Γιατί;»
«Προσπάθησε να σε σκοτώσει.»
«Αν ήθελε να με σκοτώσει θα ήμουν νεκρή. Θα φρόντιζε να είχε εξαφανιστεί για να έχει κάποιο άλλοθι, δε θα έτρεχε για να με βοηθήσει όπως εκείνη τη νύχτα και θα άφηνε το δηλητήριο στο σώμα μου… ισχυριζόμενος ότι ήταν αργά και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το τι έκανε ή δεν έκανε ο Χάρης αφορά εκείνον και τη συνείδηση του.»
«Μιλάς με μεγάλη σοφία για την ηλικία σου.» την κανάκευσε ο Λούνι.
«Δε νομίζω… αυτό που με απασχολεί είναι το που πραγματικά ανήκω.» εξομολογήθηκε θλιμμένα.
«Εκεί όπου ανήκει η καρδιά σου.» άκουσε τον Λούνι να της λέει.
«Ναι; Και τι θα γίνει όταν τελειώσει όλο αυτό; Εγώ που θα πάω τότε;»
«Είναι πολύ νωρίς για να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο, δεν νομίζεις;» τη ρώτησε ο Τόμας.
«Για εμάς θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτη.» τη διαβεβαίωσε ο Λούνι με ένα ζεστό χαμόγελο. Τόσο ζεστό που αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να είναι ψεύτικο.
«Και… δεν είμαι μόνο ένα όπλο;» είπε βιάζοντας ένα χαμόγελο στα χείλη της. Δεν απάντησαν κατευθείαν, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους μπερδεμένοι και ύστερα…
«Έτσι νιώθεις;» ρώτησε πρώτος ο Λούνι.
«Δεν ξέρω… έτσι με αποκαλούν πλέον. Όπλο… ένα άψυχο αντικείμενο.» είπε αποτυγχάνοντας να συγκρατήσει τα δάκρυα της.
«Δεν είναι έτσι!» της είπε με σθένος ο Τόμας. «Ο Φρέντερικ ήταν εκτός εαυτού… δεν σκεφτόταν τα λόγια του.»
«Είχε τρελαθεί όσο έλειπες.» τον συμπλήρωσε ο Λούνι με ένα γελάκι.
«Ναι, μην τυχόν και στραφώ εναντίον σας.» σχολίασε θλιμμένα.
«Όχι δεν…»
«Με συγχωρείται. Ακόμη και έτσι να είναι, δεν πρέπει να παραπονιέμαι. Τί θα κάνουμε τώρα;» συμπλήρωσε σε μία προσπάθεια να αλλάξει το θέμα. Κάτι που οι δύο άντρες σεβάστηκαν.
«Ο Αντρέας και η Σοφία έφυγαν ήδη για να ανακοινώσουν το μαντάτο. Ως το πρωί θα έχουμε στρατολογήσει  όσους είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν.» ξεκίνησε να λέει ο Τόμας.
«Από κάθε κοιλάδα.» τον συμπλήρωσε ο Λούνι.
«Ο Χάρη, με την πρόφαση ότι είναι ακόμα κατάσκοπος, θα προσπαθήσει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί. Ενώ η Ρόζα και η Μαργαρίτα θα συνεχίσουν να ψάχνουν για το μεταγιόν.»
«Εμείς θα κατατοπίσουμε το δυναμικό που θα καταφθάνει και θα φροντίσουμε να διδάξουμε τον στρατό… κανείς δε γεννήθηκε έτοιμος για πόλεμο.»
«Ο Φρέντερικ;» τους ρώτησε διστακτικά.
«Θα ήταν καλύτερα αν έμενε έξω από αυτό προς το παρόν. Ο θυμός του δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Θα του ζητήσουμε να μας βοηθήσει στην στρατολόγησε εφόσον είναι ο καλύτερος στις πολεμικές τέχνες, αλλά αυτό που επιδιώκουμε είναι να περιορίσουμε την οργή του.»
«Και εγώ;»
«Κοίτα θα… είναι πολύ επικίνδυνα και…» ξεκίνησε να λέει ο Λούνι.
«Μη μου πείτε ότι περιμένετε να καθίσω με σταυρωμένα τα χέρια και να περιμένω! Δε με εμπιστεύεστε καθόλου, έτσι δεν είναι;» συμπλήρωσε πληγωμένη.
«Δεν είναι έτσι, απλώς…» προσπάθησε να μιλήσει ο Τόμας.
«Απλώς πιστεύετε πως τώρα που ο Νίκολα είναι στον κόσμο μου εγώ σας είμαι τελείως άχρηστη.» διαπίστωσε θιγμένη.
«Όχι!» ύψωσε τον τόνο της φωνής του ο Λούνι.
«Απλώς δε θέλουμε να πάθεις κάτι.»
«Θα πάω να φέρω πίσω την κόρη του Χάρη.» ανακοίνωσε σα να μην είχε ακούσει λέξη. «Άλλωστε είμαι η μόνη που μπορεί να περάσει τα όρια και ξέρει τα κατατόπια τους. Κανείς δε θα με περιμένει να γυρίσω.»
«Δεν σκέφτεσαι ήρεμα. Ακόμα και αν καταφέρεις να περάσεις απαρατήρητη δε θα μπορέσεις να την πάρεις χωρίς να σε καταλάβουν. Ξέρω ότι θες να βοηθήσεις αλλά με το να ρισκάρεις τη ζωή σου απερίσκεπτα για να σώσεις την Αντζέλικα δε θα καταφέρεις τίποτα. Άλλωστε εκείνη διάλεξε, δε θα μπορούσε να ζήσει εδώ.»
«Αντζέλικα;» τον ρώτησε παραξενευμένη.
«Δεν έχεις να πας πουθενά!» η Νεφέλη πάγωσε στη θέση της, αυτή δεν ήταν η φωνή του Λούνι και σίγουρα όχι του Τόμας. Ήταν ο Φρέντερικ και ακουγόταν θυμωμένος.
«Δεν κατάλαβα…» ξεκίνησε να λέει θιγμένη.
«Αυτό που άκουσες!»
«Και ποιος σου είπε ότι…»
«Όχι. Δε θα ξαναπεράσω αυτά που πέρασα όσο έλειπες. Η Αντζέλικα είναι προδότης.»
«Καλύτερα να πηγαίνουμε εμείς.» άκουσαν τον Λούνι να λέει δειλά. Ο Τόμας ακολούθησε το φίλο τους ενώ τα δύο παιδιά έμειναν σιωπηλά για λίγο ακόμα.
«Μη φοβάσαι, δεν σκοπεύω να πάω με το μέρος τους.» η Νεφέλη σχολίασε πικρόχολα. «Θέλω μόνο να…»
«Άκουσα αυτά που λέγατε.» τη διέκοψε λέγοντας της με τον τρόπο του ότι δεν υπήρχε λόγος για εξηγήσεις. «Έρχομαι στους στάβλους για να μείνω μόνος μου.» συνέχισε πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Όταν είδα τον Τόμας και τον Λούνι να πλησιάζουν νόμιζα ότι έψαχναν εμένα και σας άκουσα.»
«Δε λέγαμε και κανένα μυστικό.» είπε μέσα από τα δόντια της. Και τότε πάγωσε στη θέση της. Ο Φρέντερικ την πλησίαζε τώρα ολοένα και περισσότερο. Τα γόνατα της λύγιζαν και ήταν ανίκανη να αντιδράσει. Εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω πίσω από το σβέρκο της και τη φίλησε. Όλος ο θυμός, ο πόνος, η υπερένταση που είχε μέχρι πρότινος, εξαφανίστηκαν. Στο στομάχι της άρχισαν να πετάνε άτακτα πεταλούδες ενώ τα γόνατα της λύγισαν.
«Ακόμα πιστεύεις ότι σε θεωρώ κάποιου είδους άψυχο αντικείμενο;» τη ρώτησε με κομμένη την ανάσα.
«Εε…» δεν ήξερε τι έπρεπε να πει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήθελε να τον φιλήσει ξανά… και αυτό έκανε.
***

Οι εβδομάδες περνούσαν και ο στρατός ολοκληρωνόταν, καμία από τις δύο πλευρές δεν είχε περάσει σε περαιτέρω διενέξεις. Όμως όλοι ήξεραν πως αρκούσε μόνο μία κίνηση. Εκείνο το πρωί δεν ήταν κανένας στην κουζίνα, έτσι κάθισε μόνη της και έφαγε κάτι στα γρήγορα. Όταν ήρθε ο Τόμι εκείνη είχε τελειώσει και ετοιμαζόταν να βρει τον Φρέντερικ.
«Τί κάνεις εσύ εδώ τέτοια ώρα;» τον ρώτησε.
«Σε έψαχνα.»
«Εμένα, γιατί;»
«Σε έψαχνα και χθες όμως ήσουν πολύ στεναχωρημένη.» της είπε δειλά. Ήταν επειδή σκεφτόταν τον πατέρα της, της έλειπε πολύ και μισούσε τον εαυτό της που τον άφηνε να πιστεύει πως την έχανε… πως πέθαινε. Πίστευε ότι είχε καταφέρει να κρατήσει τη μελαγχολία της κρυφή, όμως έκανε λάθος. «Όταν είναι έτσι ο Φρέντερικ δε θέλει να παίξουμε. Σου έφερα κάτι.» είπε βγάζοντας από την τσέπη του ένα μεταγιόν από ασήμι και μικρά ρουμπίνια. Ήταν πανέμορφο.
«Τί είναι αυτό;»
«Στο χαρίζω.» της είπε το αγόρι με ένα μεγάλο χαμόγελο.
«Πού το βρήκες;»
«Ήταν στη σπηλιά, κοντά στην παραλία.»
«Τόμι! Πέρασες πάλι από το δάσος; Με όλες αυτές τις στρατιές εκεί έξω;»
«Δεν ξαναπήγα, το υπόσχομαι.» της είπε τρομαγμένος από την πιθανότητα να μην την πιστέψει. «Το βρήκα όταν ήρθες… ξέρεις, πριν γνωριστούμε.» η Νεφέλη μετάνιωσε που τον είχε μαλώσει και χάιδεψε τα μαλλιά του.
«Είναι πολύ όμορφο και σε ευχαριστώ. Αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ, μπορεί να το έχει χάσει κάποιος.»
«Έχει περάσει πολύς καιρός και δεν το έβαλε κανείς στα χαμένα.» το αγόρι ανέβηκε σε μία καρέκλα για να σταθεί στο ύψος της Νεφέλης. «Έλα, τι περιμένεις;» εκείνη γύρισε υπάκουα και σήκωσε τα μαλλιά της ώστε ο Τόμι να της φορέσει το μεταγιόν. «Σου πηγαίνει.» διαπίστωσε μετά από λίγο.
«Σε ευχαριστώ.» αντέτεινε συνοδεύοντας την απάντηση της με ένα φιλί και μία αγκαλιά.
«Αποστολή εξετελέσθη.» είπε και κατέβηκε από την καρέκλα με μία αστεία γκριμάτσα. «Θα πάω να παίξω με τους φίλους μου.»
«Καλά να περάσεις.»
Η Νεφέλη ανέβηκε ξανά στον όροφο, μπήκε στο δωμάτιο του Φρέντερικ χωρίς να χτυπήσει και τον έπιασε να αλλάζει. Στάθηκαν για λίγο να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και ύστερα εκείνη έφυγε κλείνοντας την πόρτα βιαστικά. Είχε γίνει κατακόκκινη από ντροπή και στηρίχτηκε στο ξύλο μέχρι τα γόνατα της να μπορούν ξανά να την κρατήσουν. Έτσι όταν το αγόρι άνοιξε την πόρτα, παραπάτησε, θα έπεφτε στα πόδια του αν εκείνος δεν την έπιανε.
«Συγγνώμη, έπρεπε να χτυπήσω.» μουρμούρισε.
«Όχι, δεν χρειάζεται.» τα λόγια του αυτά έκαναν το κόκκινο χρώμα στα μάγουλα της ακόμα πιο έντονο, κάτι που κρίνοντας από το αμήχανο χαμόγελο του, είχε προσέξει. Έσκυψε για να τη φιλήσει και τότε το πρόσεξε.
«Τί είναι αυτό στον λαιμό σου;»
«Σου αρέσει; Μου το χάρισε ο Τόμι.»
«Πού το βρήκε;» τη ρώτησε αναστατωμένος.
«Στη σπηλιά κοντά στην παραλία… είπε ότι το είδε τη μέρα που με βρήκατε στο δάσος αλλά το κράτησε σε περίπτωση που κάποιος το ζητήσει. Τί συμβαίνει;»
«Ήταν μαζί σου.» συνειδητοποίησε. «Το πήραν μαζί τους όταν έφυγαν, για να μην το χρησιμοποιήσει ποτέ κανένας. Ήρθε πίσω με εσένα… Είναι το τελευταίο κλειδί.» της είπε ενώ ένα χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Οι πρόγονοι της το είχαν κρύψει σφραγίζοντας έτσι τη μαγεία του.
«Ωραία… και τώρα τί θα κάνουμε;» του είπε θυμωμένη που αυτό έπρεπε να της χαλάσει τη στιγμή.
«Θα ειδοποιήσουμε την Σοφία και την Μαργαρίτα και μετά θα την ανοίξουμε.»
«Θα την ανοίξουμε; Νόμιζα πως το θέμα ήταν να μείνει κλειστή.» του είπε μπερδεμένη.
«Δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε, αν πρόκειται να γίνει πόλεμος θα είναι καλύτερο να έχουμε την πύλη με το μέρος μας.»
«Μα αν ισχύει η προφητεία, θα χρειαστεί μία θυσία για να κλείσει και δεν ξέρουμε καν αν θα γίνει πόλεμος.» τον αντέκρουσε αναστατωμένη.
«Θέλω να σου ζητήσω μία χάρη.»
«Ναι… φυσικά, ότι θέλεις.» του είπε ανήσυχη.
«Ο Χάρης δεν πρέπει να μάθει τίποτα για αυτό.»
«Πιστεύεις ότι θα τους το έδινε;» τον ρώτησε προβληματισμένη από μια τέτοια επιλογή.
«Απλά… δεν τον εμπιστεύομαι.»
«Τί περιμένεις να γίνει αν ανοίξει η πύλη;» συνέχισε συμφωνώντας βουβά.
«Μετά θα αναλάβεις εσύ, θα πας στον κόσμο τους. Εκεί θα πρέπει να περάσεις μία δοκιμασία. Αν τα καταφέρεις θα συνδεθείς μαζί τους για πάντα.»
«Τί… τί δοκιμασία; Εσύ που τα ξέρεις όλ’ αυτά;»
«Δεν είναι η πρώτη φορά που ανοίγει αυτή η πύλη… Έχουν ακουστεί πολλές ιστορίες.»
«Νόμιζα ότι δεν πίστευες σε αυτά.» τον πείραξε, όμως εκείνος δεν είχε όρεξη για πειράγματα. Έτσι αποφάσισε να το πάρει και εκείνη λίγο πιο σοβαρά. «… τι εννοούσες όταν έλεγες ότι θα συνδεθούμε για πάντα;»
«Δεν είμαι σίγουρος.»  της είπε ξαφνικά αβέβαιος για κάτι.
«Και αν αποτύχω σε αυτήν τη δοκιμασία; Θα καταφέρω να γυρίσω;» οι ερωτήσεις της φάνηκαν να τον ξυπνάνε από κάποιου είδους νάρκη.
«Συγγνώμη, έχεις δίκιο… δεν έπρεπε να στο ζητήσω. Όχι… φυσικά και δε γίνεται να πας.»
«Μη λες βλακείες, θέλω να βοηθήσω. Άλλωστε για αυτό ήρθα. Αυτό που λέω είναι ότι το σχέδιο σου μπάζει.»
«Επίθεση! Δεχόμαστε επίθεση!» ο Φρέντερικ κοίταξε ανήσυχος από το παράθυρο και ύστερα χύθηκε στους διαδρόμους. Ο Φαίδος είχε επιτέλους κάνει την κίνηση που όλοι περίμεναν. Ο λόγος που το αρχηγείο του είχε χαρίσει αυτήν την πρωτιά ήταν πως ο στρατός τους δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα. Δεν θα μπορούσαν να αντέξουν για πολύ σε μία μάχη και δεν ήθελαν να ρισκάρουν τις ζωές των συμπολιτών τους.
«Τί συμβαίνει;» η Νεφέλη σταμάτησε το πρώτο άτομο που βρήκε μπροστά της και αυτό ήταν η Ρόζα.
«Η στρατιά του Φαιδού καραδοκεί στα όρια, μας προκαλούν σε μάχη.» απάντησε με τρεμάμενη φωνή.
«Πού είναι η Σοφία;» τη ρώτησε αγανακτισμένος ο Φρέντερικ.
«Είχαμε πάει να οργανώσουμε το στρατό… αλλά μειονεκτούμε, είναι τρέλα!» βγήκαν έξω από τον πύργο και εκεί βρήκαν τη στρατιά για την οποία τους είχε μιλήσει η Ρόζα. Ο Αντρέας, η Σοφία, ο Τόμας και ο Λούνι τους καθοδηγούσαν.
«Μα δεν καταλαβαίνω. Υποτίθεται ότι ο Νίκολα είναι στον κόσμο μου εδώ και τόσο καρό, γιατί κάνει πόλεμο τώρα;»
«Είναι αντιπερισπασμός.» της εξήγησε ο Φρέντερικ καθώς την κοιτούσε εξεταστικά. Κάτι στον τρόπο που είχε προφέρει το όνομα του Νίκολα, του κίνησε την προσοχή. «Πρέπει να φύγουμε, έλα!»
«Μα…» το αγόρι δεν περίμενε την απάντηση της. Μπήκαν και πάλι μέσα, πήγαν στον τρίτο όροφο και μπήκαν στην δεύτερη πόρτα στα δεξιά τους. Η αίθουσα ήταν γεμάτη καθρέφτες. Ο Φρέντερικ έκλεισε την πόρτα πίσω τους και η Νεφέλη πρόσεξε πως κανένας από αυτούς δεν έδειχνε κάποιο είδωλο αλλά τοπία. «Τί είναι αυτό το μέρος; Γιατί φύγαμε …»
«Από εδώ.» είπε και την έσπρωξε μέσα σε έναν από τους καθρέφτες της αίθουσας. Προσπάθησε να το αποφύγει αλλά εκείνος ήταν πιο δυνατός.
Αιωρούταν στο κενό… όχι βρισκόταν στον αέρα, από κάτω απλωνόταν αχανής η θάλασσα. Αναγνώρισε την ακτή στην οποία είχε βρεθεί την πρώτη της μέρα σε αυτόν τον κόσμο. Ένιωθε τον Φρέντερικ να την κρατάει ακόμα αλλά σύντομα την άφησε και εκείνη τώρα έπεφτε. Προσγειώθηκε σε νερό και κατάπιε πολύ από αυτό. Ο Φρέντερικ βρισκόταν στη στεριά και κοιτούσε εξερευνητικά γύρω του. Όταν τον είδε άρχισε να κολυμπάει προς το μέρος του αλλά δεν ήξερε καλό κολύμπι και δυσκολευόταν. Το αγόρι τελικά συνάντησε με το βλέμμα του την μορφή της και βάλθηκε να την κοιτάζει παραξενευμένος. Η Νεφέλη σκεφτόταν πως αυτή θα ήταν μια καλή στιγμή για εκείνον να το παίξει ιππότης και να την βοηθήσει αλλά εκείνος προτίμησε να γελάσει εις βάρος της.
Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να φτάσει στην ακτή και βγήκε άτσαλα από το νερό.
«Τί έκανες εκεί πέρα;» την ρώτησε γελώντας ειρωνικά.
«Είπα να κάνω μια βουτιά.» του απάντησε συμμεριζόμενη το ύφος του. Κρύωνε και αυτό την έβαζε στον πειρασμό να μπει ξανά μέσα στο νερό.
«Πώς έπεσες;»
«Με άφησες.» του είπε με παράπονο. «Γιατί φύγαμε; Η Ρόζα είπε πως μειονεκτούμε σε αριθμούς, πρέπει να βοηθήσουμε.»
«Τί σχέση έχεις με τον Νίκολα.» συνέχισε αγνοώντας το άγχος της. Είχε γίνει ξανά ο παλιός καλός του εαυτός, μονόχνοτος και σοβαρός.
«Τί εννοείς;» τον ρώτησε παραξενευμένη.
«Δείχνεις σα να έχετε κάποιου είδους οικειότητα…»
«Ήταν… πού το πας;» η συμπεριφορά του την άγχωνε και την ανησυχούσε συνάμα.
«Πουθενά, απλά σου έκανα μία ερώτηση και περιμένω για μία απάντηση.» όμως στο πρόσωπο του αναγραφόταν καθαρά η ζήλια.
«Ήταν σχεδόν το μόνο άτομο που συναναστρεφόμουν… και μου μάθαινε να ελέγχω τη δύναμη μου. Να γυρίσουμε πίσω τώρα; Γιατί ήρθαμε εδώ;»
«Πήγες μαζί του; Είχατε σχέση, έτσι δεν είναι;» η ερώτηση του την έριξε από τα σύννεφα, τη φόβιζε… φοβόταν αυτό που σκεφτόταν για εκείνη.
«Τι; Όχι!»
«Η πύλη μπορεί να ανοίξει μόνο σε ουδέτερο έδαφος. Όσο όλοι είναι απασχολημένοι με τη μάχη κανείς δε θα προσέξει ότι την ανοίξαμε. Εγώ θα μείνω εδώ για καλό και για κακό. Μην ανησυχείς.»
«Μα Φρέντ…»
«Είπες ότι θες να βοηθήσεις, σωστά;» τη σταμάτησε κοφτά… άγρια.
«Ναι, αλλά..»
«Τότε πρέπει να πας.» της είπε παρακλητικά. Η Νεφέλη δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ο Φρέντερικ απομακρύνθηκε τρία βήματα και άρχισε να ψιθυρίζει ακατάληπτα λόγια, ύστερα περίμενε… μέχρι που έσπασε τη σιωπή. «Είναι ψεύτικο!»
«…για να μην καταλάβουν ότι λείπει το πραγματικό.» μουρμούρισε η Νεφέλη.
«Ο Χάρης… το κάθαρμα!»
«Μα κανείς εκτός από εμάς δεν ήξερε για το μεταγιόν.»
«Ο Τόμι… είδε το μεταγιόν από εκείνον. Κατάλαβε τι ήταν, το άλλαξε και τους έδωσε το πραγματικό! Θέλουν να πιστέψουμε πως υπάρχει πόλεμος για να μας κρατήσουν μακριά από τα σχέδια τους. Έτσι όταν γυρίσει ο Νίκολα θα είναι όλοι απασχολημένοι και κανείς δε θα τους σταματήσει.»
«Αν καταφέρει να πάει και αν καταφέρει να γυρίσει.» του θύμισε.
«Δεν καταλαβαίνεις!» της φώναξε.
«Τότε βοήθησε με γιατί δεν είμαι χαζή!» αντέτεινε υψώνοντας τον τόνο της φωνής της.
«Δε θέλει να περάσει την ένατη πύλη, θέλει μόνο να την ανοίξει. Αν καταφέρεις να γυρίσεις από την ένατη πύλη θα έχεις στα χέρια σου τη δύναμη να την ορίζεις. Όμως αυτοί δε θέλουν να ελέγξουν αυτό που βρίσκεται εκεί. Θέλουν να προκαλέσουν χάος. Αν έχουν το κλειδί στα χέρια τους θα μείνουν προστατευμένοι.»
«Σε τι θα τους ωφελούσε αν δεν είχαν κανέναν έλεγχο πάνω στην κατάσταση;»
«Και εγώ που νόμιζα ότι ήξερες ήδη την απάντηση για αυτό. Δεν έφυγες, σε άφησαν να φύγεις. Είσαι ερωμένη του.» την κατηγόρησε. Βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, το μόνο που μπορούσε να δει ήταν συνομωσίες. Η Νεφέλη δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της.
Προσπάθησε να απαντήσει όμως οι λέξεις δεν έβγαιναν από τα χείλη της και χάνονταν μέσα στο μυαλό της. Πώς μπορούσε να πιστέψει κάτι τέτοιο για εκείνη; Αναρωτήθηκε πληγωμένη. Τον χαστούκισε με όση δύναμη είχε και ύστερα έφυγε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου