Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Αμφιβολίες

Το επόμενο πρωί ένιωθε αρκετά καλύτερα… και πεινούσε σα λύκος. Παραξενεύτηκε όταν η Μαρία της είπε πως το πρωινό τους έφερναν ευνούχοι και προσπάθησε να κρατήσει τη διαδικασία του χρησμού τους σε αυτόν το ρόλο μακριά από το μυαλό της.
«Κανείς δεν πατάει στο χαρέμι αν δεν είναι γυναίκα ή άρχοντας.» της εξήγησε.
«Και τι κάνετε συνήθως τα πρωινά;»
«Καθαρίζουμε λιγάκι… τον περισσότερο καιρό περιποιούμαστε τα τομάρια μας. Αν είμαστε τυχερές, όλο και κάτι θα μας τύχει. Αν και οι περισσότεροι εδώ μέσα είναι τζούφιοι.» συνέχισε με μια αστεία γκριμάτσα. «Δε μας είπες, με ποιον γλένταγες χθες το βράδυ;»
«Με κανέναν.» βιάστηκε να πει ενώ της κόπηκε το γέλιο.
«Καλά ντε… να ‘τοι ήρθαν.» είπε δείχνοντας τους πέντε ευνούχους που κρατούσαν μεγάλους κυκλικούς δίσκους με φαγητό.
Όταν τα υπόλοιπα κορίτσια τους είδαν, έτρεξαν κατά πάνω τους ανταμείβοντας τους με χάδια. Η Νεφέλη πλησίασε για να πάρει ένα τσαπί σταφύλι και τότε ένας από τους ευνούχους την πλησίασε λέγοντας της πως ο Νίκολα ζητούσε να πάει να τον βρει στην τραπεζαρία. Εκείνη τον ευχαρίστησε αλλά συνέχισε το πρωινό της, όμως ο άντρας δε δέχτηκε καμία αναβολή.
Την έπιασε από το μπράτσο την οδήγησε σε εκείνον.
«Βλέπω πως κοιμήθηκες μια χαρά.» την υποδέχτηκε ο Νίκολα.
«Αφού το λες εσύ.» είπε μέσα από τα δόντια της. Όλα έδειχναν πως θα έπαιρναν το πρωινό τους μαζί, έτσι η Νεφέλη κάθισε στο τραπέζι μαζί του. Στην αρχή κανένας δε μιλούσε, έτσι η κοπέλα πήρε την πρωτοβουλία. «Με ποια κριτήρια έχετε καθορίσει τα τείχη σας… γιατί γελάς;» τον ρώτησε θιγμένη που την είχε διακόψει με την ανάγωγη συμπεριφορά του.
«Δεν υπάρχει κάποιο κριτήριο για το πόσο κακός ή πόσο καλός είναι κάποιος. Πριν από αιώνες είχε γίνει ένα μεγάλος πόλεμος ανάμεσα μας, όμως χάσαμε πολύ δυναμικό και κάναμε μία συμφωνία για τα εδάφη που είχαν κατακτηθεί. Όμως κανείς δεν εμπιστευόταν την αντίπαλη πλευρά. Έτσι έδεσαν τις περιοχές με απαράβατα ξόρκια έτσι ώστε στους μετέπειτα πολέμους να μην μπορούμε να χάσουμε δύναμη σε εδάφη. Βέβαια αποδείχτηκε μια ιδιαίτερα χρήσιμη ασπίδα εφόσον κρατάει τον καθένα στη θέση του.» της εξήγησε ξαφνικά σοβαρεύοντας.
«Όμως ο Τόμι και εγώ είμαστε εδώ.» συνέχισε κρατώντας του κρυφή τη γνώση που είχε αποκτήσει το προηγούμενο βράδυ.
«Τί σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι τόσο σίγουρη για το τι πιστεύεις;» την πείραξε.
«Αυτό δεν ήσουν σε θέση να το ξέρεις όταν έστειλες τα τσιράκια σου.» εκείνος της χαμογέλασε αλλά δεν απάντησε. «Πώς έκανες το άλογο μου να πάει εκεί όπου θέλατε;»
«Το μυαλό μπορεί να σου παίξει πολλά παιχνίδια. Να το θυμάσαι αυτό.» και μετά σηκώθηκε από το τραπέζι κάνοντας της νόημα να τον ακολουθήσει, κάτι με το οποίο δυσανασχέτησε εφόσον δεν είχε τελειώσει το πρωινό της και πεινούσε ακόμα. Μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και τον ακολούθησε, ωστόσο εκείνος φάνηκε να την έχει ακούσει και διασκέδαζε με το διαρκές πνεύμα αντιλογίας της.

«Με φωνάξατε άρχοντα μου;» ο Κόναρ βρισκόταν στην αίθουσα του θρόνου και απευθυνόταν στον Φαίδο.
«Άκουσα πως υπήρχαν απώλειες. Σκοτώθηκαν δύο άντρες.» εκείνος μπήκε κατευθείαν στο θέμα.
«Ναι, αλλά καλύψαμε τα ίχνη μας. Ήμασταν τυχεροί, τα φορτώσαμε στους πλακατζήδες.»
«Η τύχη είναι κάτι στο οποίο δεν πιστεύω και σίγουρα δε βασίζομαι. Δεν πρέπει να βρουν το μεταγιόν πριν από εμάς και γι’ αυτό δε θα δεχτώ άλλη… τύχη.» του είπε με απειλητικό τόνο.
«Συγχωρέστε την αμέλεια μου.» συνόδευσε την απολογία του με μια βαθιά υπόκλιση.
«Μη δοκιμάζεις την υπομονή μου και βρες το κλειδί χωρίς άλλα λάθη!»
«Μάλιστα άρχοντα μου.»
«Και κάτι άλλο… αυτό το κορίτσι, πώς είπαμε πως το λένε;»
«Νεφέλη.»
«Και πως σου φαίνετε;»
«Απερίσκεπτη και επιπόλαιη το δίχως άλλο. Όμως δεν ανησυχώ, ο άρχοντας Νίκολα έχει αναλάβει προσωπικά την εκπαίδευση της.» αναλογίστηκε για λίγο τα λεγόμενα του όμως αυτά δεν έδειχναν να τον απασχολούν και πολύ.
«Φύγε τώρα, δε θέλω άλλες καθυστερήσεις.»
«Μάλιστα.» και μετά από ακόμα μία υπόκλιση, ο Κόναρ έφυγε.

Βρέθηκαν για ακόμα μία φορά στην αυλή και η Νεφέλη φοβήθηκε πως θα επαναλάμβαναν το χθεσινό τους μάθημα… όταν πρόσεξε πως μια ρίζα από το κοντινότερο δέντρο σηκώθηκε και μαστίγωσε τον αέρα. Κοίταξε τον Νίκολα γεμάτη δυσπιστία και περίμενε εξηγήσεις.
«Προσπάθησε, είναι θέμα μυαλού. Συγκεντρώσου σε ένα φύλλο και προσπάθησε να το φανταστείς να κινείται.» η Νεφέλη είχε κατενθουσιαστεί με την ιδέα και τα κατάφερε με τη δεύτερη προσπάθεια, ένα φίλο τώρα στροβιλιζόταν σαν τρελό μπροστά της. «Σε λίγο καιρό θα μπορείς να ελέγχεις τη φωτιά, το νερό και το έδαφος με τον ίδιο τρόπο.» της είπε περήφανος για το κατόρθωμα της.
Έτσι περνούσαν οι ώρες, οι μέρες και οι εβδομάδες. Η Νεφέλη προπονούταν δεκατρείς ώρες την ημέρα και κάθε λεπτό βελτιωνόταν ολοένα και περισσότερο.
Είχε περάσει ένας μήνας όταν ήταν πλέον σε θέση, όχι μόνο να αποκρούσει τα χτυπήματα του Νίκολα αλλά και να ανταποδώσει. Η κοπέλα είχε μόνο υποθέσει πώς να δέχεται χτυπήματα από εκείνη τον εκνεύριζε εφόσον δεν έδειχνε ποτέ τα συναισθήματα του. Κάτι που τη συμβούλευε να κάνει και η ίδια.
Εκείνη την ημέρα είχαν συμφωνήσει να κάνουν μία βόλτα με τα άλογα στο ξέφωτο του δάσους… κοντά στα όρια. Η Νεφέλη δεν είχε ξεχάσει το σκοπό της, ήθελε να φύγει από εκείνο το μέρος. Ήθελε να επιστρέψει στον Φρέντερικ. Το γεγονός ότι παρέμενε ουδέτερη την είχε προβληματίσει αρκετά όμως προτιμούσε αυτήν την κατάληξη, αυτό σήμαινε για εκείνους πως δεχόταν τον κόσμο τους ολοένα και περισσότερο. Αυτό σήμαινε πως δεν κινούσε υποψίες.
Θυμόταν το μέρος όπου βρισκόντουσαν. Την τελευταία φορά είχε υποθέσει πως έκαναν κύκλους, όμως αυτή τη φορά παρατήρησε πως οι σκιές των δέντρων σχημάτιζαν ένα αχνό μονοπάτι το οποίο και τώρα ακολουθούσαν.
«Νίκολα… γιατί σπαταλάς τόσο χρόνο μαζί μου; Τί είναι αυτό που περιμένεις να κάνω και αξίζει τον κόπο σου;» τον ρώτησε διστακτικά μετά από λίγο.
«Είναι απλό Σεσίλ…»
«Σου έχω πει να μη με φωνάζεις έτσι.» τον σταμάτησε υψώνοντας ελάχιστα τον τόνο της φωνής της. Δεν τον φοβόταν πλέον και όχι επειδή δεν έπρεπε, αλλά επειδή τα πράγματα μεταξύ τους είχα αλλάξει.
«Η απάντηση στην ερώτηση σου είναι πως περιμένω να κάνεις αυτό ακριβώς που σου ζητάω.» της απάντησε με το σύνηθες αυτάρεσκο ύφος του.
«Και πως είσαι τόσο σίγουρος ότι δε θα σε προδώσω;»
«Τί σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορείς;»
«Τόσο καιρό μου μαθαίνεις πως μπορώ να χρησιμοποιώ τις δυνάμεις μου. Θα μπορούσα να στραφώ εναντίον σου και να φύγω.»
«Ξεχνάς ότι κρατάμε το φιλαράκο σου; Ή δε σε ενδιαφέρει πλέον τι μπορεί να του συμβεί;» η ιδέα και μόνο ότι μπορεί να πείραζαν εκείνο το αγόρι, της έφερε ναυτία. Και για αυτόν ακριβώς το λόγο δεν της άρεσε που της πετούσε αυτό το χαρτί.
Τα μπουντρούμια ήταν στο υπόγειο του κάστρου. Την πρώτη φορά που τα επισκέφτηκε, ο φρουρός πίστευε πως ήταν κρατούμενη και πως είχε καταφέρει να βγει από το κλουβί της. Έτσι την έδεσε και τη μαστίγωσε. Ήταν εξαιρετικά επώδυνο, η θύμηση και μόνο την έκανε να αναριγά. Είχε μείνει σε εκείνο το μέρος μία μέρα μέχρι να τη βρουν.
Τότε ο Κόναρ, σα να όριζε το χέρι της, την έκανε να τραβήξει από τη ζώνη της ένα μαχαίρι και το κάρφωσε στο στήθος και την κοιλιά του φρουρού δέκα εφτά φορές. Προσπάθησε να το ελέγξει, να σταματήσει. Όμως δεν μπορούσε να απελευθερωθεί από τον έλεγχο του. Όταν τελείωσε μαζί του, ήταν γεμάτη αίματα και τα άψυχα μάτια του άντρα την κοιτούσαν τρομαγμένα. Είπε στον εαυτό της πως θα θυμόταν για πάντα εκείνη την στιγμή… τη στιγμή που πήρε τη ζωή εκείνου του άντρα.
«Όχι… όχι, δεν το έχω ξεχάσει. Όμως πότε θα τον αφήσετε ελεύθερο; Τί πρέπει να κάνω για να τον αφήσετε ελεύθερο;»
«Τίποτα. Δε θα τον αφήσουμε ελεύθερο. Όταν πάψεις πλέον να μας είχε χρήσιμη, θα σας απαλλάξουμε.»
«Εννοείς ότι θα μας σκοτώσετε.» διευκρίνισε αδιάφορα, σα να μη μιλούσε για τον ίδιο της το θάνατο.
«Ακριβώς.» ήρθε η απάντηση συνοδευόμενη από ένα μικρό άκεφο χαμόγελο.
«Ναι, αλλά έχει περάσει ένας μήνας και το μόνο που ξέρω είναι ότι έχετε σηκώσει κάθε πέτρα για να βρείτε ένα ανόητο κλειδί και ενώ υποτίθεται ότι δεν πρέπει να κινείται υποψίες, έχουν πεθάνει πέντε άνθρωποι.» του είπε με νεύρο. «Πότε περιμένετε να μου πείτε τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω; Πού κολλάω εγώ στα σχέδια σας;»
«Βλέπω πως ξέρεις περισσότερα από όσα πρέπει, σε υποτίμησα.» σχολίασε ειρωνικά.
«Και τι ακριβώς πρέπει να ξέρω;»
«Τίποτα.» τον κοίταξε με μισό μάτι, μια έκφραση που ο άντρας βρήκε ιδιαίτερα διασκεδαστική. «Εσύ είσαι η γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο μας και την πύλη.»
«Ο μύθος δε λέει τίποτα για… γέφυρες και πύλες.» σχολίασε μπερδεμένη.
«Όταν έγινε λόγος για την προφητεία όλοι θέλησαν να τη βρουν, να μάθουν τι λέει. Εμείς τη βρήκαμε πρώτοι και τα φιλαράκια σου μας την έκλεψαν… αλλά όχι ολόκληρη.»
«Και τι λέει η υπόλοιπη;» ρώτησε δίχως να μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό της.
«Ρωτάς πολλά και μπορεί να βρεις τον μπελά σου.»
«Δεν ανησυχώ, έχω εσένα για να με ξεμπλέξεις.» η αλήθεια ήταν πως είχαν αναπτύξει κάποιου είδους οικειότητα που την ήθελε να τον συμπαθεί… κατά κάποιον τρόπο. Υπό άλλες συνθήκες… ίσως να μπορούσαν να γίνουν φίλοι. Μπορεί να μη συμφωνούσαν στη νοοτροπία ή στον τρόπο που αντιλαμβάνονταν ή αντιδρούσε στις διάφορες καταστάσεις, όμως την έκανε να γελάει και πολλές φορές τσάκωνε τον εαυτό της να απολαμβάνει την παρέα του. Ήταν σα ναρκωτικό που έμπαινε σταδιακά στον οργανισμό σου, αλλά λιγότερο επιβλαβές. Ίσως κάτι σα… μεγαλύτερο αδερφό.
«Νομίζω πως με έχεις παρεξηγήσει.» αντέτεινε με ένα χαμόγελο.
«Ίσως.» του είπε με φωνή γεμάτη νόημα.
«Και τότε οι πύλες του απόκρυφου θα ανοίξουν, θα απελευθερώσουν αυτό που κρατούσαν κρυμμένο τόσο καιρό και μόνο με μια θυσία θα μπορέσουν να κλείσουν… Διάλεξε μια πέτρα.» πρόσθεσε σε μια προσπάθεια του να μη δώσει έκταση στο γεγονός ότι της είχε μόλις αποκαλύψει οικειοθελώς κάτι που δεν έπρεπε να της είχε πει. Στην παλάμη του κρατούσε ένα διαμάντι, ένα ρουμπίνι και ένα σμαράγδι. Η Νεφέλη μαγεύτηκε από το δεύτερο και έτσι το πήρε στο χέρι της για να το επεξεργαστεί.
«Ρουμπίνι, ενδιαφέρουσα επιλογή.»
«Γιατί;»
«Κόκκινο, σαν το αίμα. Θα πρέπει να σε έχουν προδώσει πολλοί στη ζωή σου.»
«Και όλα αυτά τα κατάλαβες από μία πέτρα;»
«Όχι, από το υποσυνείδητο σου που διάλεξε την συγκεκριμένη πέτρα.»
«Εσύ τι θα διάλεγες;»
«Το διαμάντι, άφθαρτο και μοναδικό.»
«Σε έχουν προδώσει ποτέ;» τον ρώτησε αναστατωμένη από το συμπέρασμα που ο Νίκολα είχε βγάλει για εκείνη… αναστατωμένη από την οικειότητα που της έβγαζε η διαπίστωση του.
«Όχι.»
«Αν σε είχαν προδώσει, θα μου το έλεγες;»
«Όχι. Δεν καταλαβαίνεις; Για να βρεθείς προδομένος πρέπει κάποιος να προδώσει την εμπιστοσύνη σου. Εγώ δεν εμπιστεύομαι κανέναν.»
***

Χιλιόμετρα μακριά ο Φρέντερικ καθόταν στην κουζίνα παρέα με την Σοφία και ένα νεαρό κορίτσι με μακριά ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. Είχε μόλις έρθει από τη βόρεια κοιλάδα με σκοπό να τους ενημερώσει πως τρεις ακόμα άντρες είχαν χάσει την ζωή τους. Για την ακρίβεια, είχαν σφαγιαστεί και εγκαταλειφτεί σε ένα γκρεμό. Ήταν επίσης φίλη του Φρέντερικ και έδειχνε να γνωρίζει αρκετά καλά κάθε μέλος του αρχηγείου.
«Γιατί δε μένεις λίγες μέρες μαζί μας; Θα πρέπει να ήταν ένα δύσκολο ταξίδι. Πρέπει να μαζέψεις δυνάμεις. Έχουμε ένα ελεύθερο δωμάτιο.» της πρότεινε η Σοφία ευγενικά.
«Όχι.» ήχησε απότομη η φωνή του Φρέντερικ. Ήξερε πως η Σοφία αναφερόταν στο δωμάτιο της Νεφέλης. «Μπορείς να μείνεις στο δωμάτιο μου, εγώ θα κοιμηθώ στο πάτωμα.» συμπλήρωσε μετανιώνοντας για την αναστάτωση που είχε προξενήσει.
«Αχ Φρεντ…» αναφώνησε η Σοφία λυπημένα. «Έχει περάσει ένας μήνας.» όμως εκείνος επέλεξε τη σιωπή.
«Δε με πειράζει, θα κοιμηθώ με τον Φρέντερικ.» βιάστηκε να τη διαβεβαιώσει η κοπέλα.
«Αν ξέραμε τουλάχιστον τι ψάχνουνε.» άλλαξε θέμα όταν κατάλαβε πως το αγόρι δεν ήθελε να συζητήσει για τη Νεφέλη.
«Ίσως κάποιος από εμάς να ξέρει.» αντέτεινε ο Φρέντερικ.
«Μην αρχίσεις πάλι με ιστορίες για προδοσία.» τον ικέτευσε η Σοφία.
«Δεν είναι μόνο ιστορίες και το ξέρεις!» της φώναξε με πάθος. «Απλώς δεν μπορώ να το αποδείξω.» συνέχισε σιγανά αυτήν τη φορά. «Και αν θέλουν να ανοίξουν κάποια πύλη;»
«Μα κρατάμε όλα τα κλειδιά.» του είπε απηυδισμένη.
«Όχι όλα.» της θύμισε εκείνος.

 «Αν έπιανα στα χέρια μου αυτό το καρφί!» γρύλισε απειλητικά ο Αντρέας. Εκείνος, ο Τόμας και ο Χάρης ίππευαν όλη μέρα με σκοπό να αποσπάσουν πληροφορίες από προδότες. Ένας από αυτούς είχε αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή προκειμένου να μη λυγίσει. Τρεις άτομα συμπολίτες τους είχαν πεθάνει και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να το εμποδίσουν, είχε ξεσπάσει σάλος στην κοινότητα τους.
«Και πως είσαι τόσο σίγουρος για αυτό; Ένα μήνα παρακολουθούμε ύποπτες ενέργειες και μόνο σε αδιέξοδα φτάνουμε.» του είπε ο Χάρης κουρασμένα.
«Φαίνεται πως είναι πολύ έξυπνος.» ήρθε η απάντηση από τον Τόμας, κάτι στη φωνή του οποίου ανησύχησε ιδιαίτερα τον Χάρη.
«Μπορεί αυτός ο άνθρωπος να έχει σοβαρούς λόγους για να κάνει ότι έκανε.» συνέχισε ο Χάρης.
«Ναι, να σώσει το τομάρι του. Εμένα δε μου φαίνεται και τόσο ισχυρό κίνητρο.» γρύλισε ο Αντρέας.
«Και όμως υπάρχουν ακόμα πιο αξιόλογοι λόγοι που εμείς δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε.» τον διέψευσε ο Τόμας. «Εσύ για παράδειγμα, θα μπορούσες να διαλέξεις ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο κάποιου;»
«Εεε… εγώ… μάλλον όχι. Εσύ όμως υποτίθεται ότι βλέπεις αυτό που εμείς δεν μπορούμε να δούμε, πώς και δεν έχει πάρει το μάτι σου κάποιον…; Με το συμπάθιο πάντα.»
«Γιατί δε μιλάμε για κάτι πιο… υπαρκτό;» επενέβη ο Χάρης. «Ποιός φυλάει σήμερα τα σύνορα;»
«Η Ρόζα.» ήρθε η απάντηση από τον Τόμας.
«Μα ήταν η σειρά της να πλύνει τα πιάτα! Ποιός θα το κάνει τώρα;»
«Ο επόμενος.» τον ενημέρωσε με ένα αμυδρό χαμόγελο ο Τόμας.
«Μα ο επόμενο είμαι εγώ…»
«Τότε εσύ θα πλύνεις τα πιάτα.»
«Μα τα γένια μου! Αυτό είναι κλεψιά!» ξεφούρνισε απηυδισμένος ενώ οι υπόλοιποι ξεσπούσαν σε γέλια.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου