Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Χωρίς τείχη

«Θυμάσαι όταν ο Αντρέας με είχε ρωτήσει αν σταμάτησαν οι εφιάλτες μου;» η Νεφέλη στεκόταν μπροστά από το ανοιχτό παράθυρο στο δωμάτιο της και κοιτούσε τα αστέρια. Σήμερα ήταν πιο φωτεινά από ποτέ… και αυτό την παρότρυνε σε κάτι που δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ο Φρέντερικ καθόταν ακόμα ημίγυμνος στο κρεβάτι διαβάζοντας ένα βιβλίο για πολλοστή φορά. Την κοίταξε σκυθρωπά και έκλεισε για λίγο το βιβλίο του.
«Παραμιλάς στον ύπνο σου, πολλές φορές οι φωνές σου ακούγονται σε όλο τον πύργο. Δεν μπορώ να βγάλω νόημα από αυτά που λες… αλλά είσαι πάντα τόσο φοβισμένη. Νομίζω ότι έχει να κάνει με το όνειρο που έβλεπες όταν πρωτοήρθες. Για την ακρίβεια δεν πιστεύω ότι είναι όνειρο.»
«Αν θες να… κοιμηθείς αλλού το καταλαβαίνω.» μουρμούρισε επιλέγοντας να μην αφήσει τον εαυτό της να σκεφτεί τι θα μπορούσε να σημαίνουν αυτά τα όνειρα.
«Δε με πειράζει που παραμιλάς… αν μπορούσε όμως να σταματήσεις να με κλωτσάς σα μουλάρι θα κοιμόμουν σίγουρα πιο ήσυχος.» το κορίτσι γύρισε προς ο μέρος του κοιτώντας τον γεμάτη ντροπή και αμηχανία.
«Κλοτσάω;» το αγόρι ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και συνέχισε να διαβάζει το βιβλίο του. Η Νεφέλη χαμογέλασε άθελα της, είχε τόση υπομονή μαζί της και είχε ανεχτεί τόσα πράγματα.
«Τι;» τη ρώτησε αμυντικά όταν σήκωσε για λίγο το κεφάλι του και τη βρήκε να τον χαζεύει γελαστά. Η απάντηση της ήταν να σπεύσει στο κρεβάτι για να τον αγκαλιάσει. Κάθισε εκεί για αρκετή ώρα μέχρι… «Μήπως μπορείς… να πας το γόνατο σου λίγο πιο πέρα; Θα μου άρεσε κάποια μέρα να μπορώ να κάνω παιδιά.» η Νεφέλη μαζεύτηκε και μετά άφησε τα δάχτυλα της να περιπλανηθούν στο πρόσωπο του και ύστερα τον φίλησε στοργικά προτού ξαπλώσει στο πλευρό του για να κοιμηθεί. «Είσαι πολύ περίεργη.» της είπε νοσταλγικά ενώ χάιδευε το πρόσωπο της.

«Είσαι καλά;» Ο Νίκολα έτρεξε στο πλευρό της ανήσυχος. Η Νεφέλη είχε σκοντάψει σε μία περικοκλάδα με αποτέλεσμα να πέσει. Βρισκόντουσαν στο δάσος, έτρεχαν για να ξεφύγουν. Δεν ήξερε από τι, αλλά ήξερε πως δε θα τα κατάφερναν.
«Πλησιάζει…» το ήξερε, το αισθανόταν με κάθε εκατοστό του σώματος της.
«Έχουμε σχεδόν φτάσει, έλα.» της είπε αρνούμενος να το βάλει κάτω.
«Όχι, δεν μπορώ, πήγαινε εσύ. Εγώ θα μείνω πίσω για να το καθυστερήσω.»
«Δεν πρόκειται να σε αφήσω μόνη σου!» και τότε με την άκρη του ματιού της είδε τον Φαίδο να ξεπροβάλει μέσα από τις σκιές του δάσους, έτοιμος να επιτεθεί πισώπλατα στο γιό του.
«Πρόσεχε!!» του φώναξε και πρόταξε το σώμα της σαν ασπίδα ανάμεσα στους δύο άντρες.
«Όχι!! Σεσίλ!!»
Την επόμενη στιγμή όλα χάθηκαν, εκτός από τον Νίκολα.
«Τί συμβαίνει;» τον ρώτησε η κοπέλα ανήσυχη.
«Δεν ξέρω… ο πατέρας μου με υποψιάζεται και έχω χάσει την εμπιστοσύνη τους. Αλλά ξέρω ότι δεν είναι καλό.»
«Πρέπει να φύγεις από εκεί.» του είπε ξαφνικά ανάστατη.
«Δε θα προλάβω… ήθελα μόνο να πω αντίο.» της είπε με ένα σκυθρωπό χαμόγελο.
«Όχι! Θα έρθω να σε πάρω… δύο είναι καλύτεροι από έναν.»
«Και νομίζεις ότι θα αφήσω ένα κοριτσάκι να με σώσει;» την πείραξε.
«Ξέρω τα κατατόπια καλά.» συνέχισε αγνοώντας τον. «Πού πιστεύεις ότι θα μπορούσαμε να βρεθούμε;»
«Σεσίλ!» της φώναξε κουρασμένος από την προσπάθεια του να προσποιηθεί πως όλα ήταν καλά. «Σε θέλουν νεκρή. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να έρθεις εδώ.»
«Μάντεψε και πάλι, δε ζητάω την άδεια σου.» είπε και αφέθηκε να ξυπνήσει.
Ήταν ακόμα νύχτα, όμως ο Φρέντερικ δεν κοιμόταν στο πλευρό της. Αισθανόταν πως κάτι παράξενο υπήρχε στην ατμόσφαιρα και έσπευσε στην κουζίνα όπου βρήκε όλο το αρχηγείο, συμπεριλαμβανομένης της Ναταλί.
«Τί συμβαίνει;» τους ρώτησε ακόμα πιο ανήσυχη.
«Τα τείχη πέφτουν.» ήρθε η απάντηση από την Ναταλί. Ο περίγυρος της την κοίταξε περιμένοντας να σταματήσει αλλά εκείνη δεν το έκανε. «Και ο Φαίδος το ξέρει, το περίμενε για την ακρίβεια.»
«Πώς; Από πού και ως που;»
«Πιστεύουμε ότι έσπασες τα ξόρκια όταν επικοινώνησες με τον κόσμο σου…»
«Ναταλί συμμαζέψου!» απαίτησε η Μαργαρίτα. Όμως ο τόνος της κοπέλας δεν ήταν κατηγορηματικός, ούτε υπεροπτικός. Ανησυχούσε… και κανείς δεν το έβλεπε.
«Όχι, θέλω να μάθω.» τη σταμάτησε η Νεφέλη.
«Η πύλη πρέπει πάντα να βρίσκεται σε ουδέτερο έδαφος.» ξεκίνησε να λέει ο Τόμας. «Από τότε που… γύρισες όμως η ένατη πύλη δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά. Είσαι ο κόσμος πίσω από αυτήν και είσαι ανάμεσα μας. Αυτό σιγά σιγά έσπαγε τα ξόρκια που μας προστάτευαν. Εδώ και αρκετό καιρό ξέραμε πως η ασπίδα μας έχανε τη δύναμη της, αλλά δεν είχαμε συνδέσει τα γεγονότα.»
«Και τώρα τι γίνεται;» ένιωθε υπεύθυνη για αυτό όμως την ίδια στιγμή το μυαλό βρισκόταν μαζί με τον Νίκολα. Νόμιζε πως από στιγμή σε στιγμή θα χωριζόταν στα δύο.
«Τώρα ετοιμαζόμαστε για πόλεμο… αλλά δε θα έχουμε περιθώρια για οπισθοχώρηση… δε θα υπάρχουν ασφαλή μέρη για εμάς.» της εξήγησε ο Λούνι.
«Ήρθε το τέλος.» μουρμούρισε η Ρόζα φοβισμένα.
Η Νεφέλη δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που άκουγε. Είχε καταστρέψει ό, τι αγαπούσε.
«Πόσο καιρό έχουμε για να φτιάξουμε τον στρατό;» ρώτησε ανυπόμονα τον Φρέντερικ.
«Δεν ξέρουμε, θα χρειαστούμε τουλάχιστον δύο μέρες. Αλλά είμαστε απροετοίμαστοι και σίγουρα δεν έχουμε τόσο χρόνο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε προς το παρόν είναι να φτιάξουμε μερικές πρόχειρες γραμμές άμυνας. Για να τους κρατήσουμε μακριά όσο το δυνατό περισσότερο.»
«Όχι, αυτό δεν είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε.» του είπε αποφασισμένη.
«Τί εννοείς;» την ρώτησε η Ναταλί ανήσυχη.
«Αν δεν μπορούμε εμείς να είμαστε ασφαλής, δε θα μπορούν ούτε εκείνοι.» είπε κάνοντας μεταβολή. Ο Φρέντερικ όμως έσπευσε και έκλεισε την πόρτα προτού προλάβει να φύγει.
«Τί νομίζεις ότι πας να κάνεις;»
«Θα περάσω τα όρια, και η δική τους ασπίδα θα σπάσει.» κανείς δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά η σιωπή τους ήταν η επιβεβαίωση που έψαχνε για το σκεπτικό της. «Μπορούμε να τους χτυπήσουμε από μέσα. Είμαι η μόνη που μπορεί να περάσει τα όρια… και ο Νίκολα θα με βοηθήσει. Έχει ήδη χάσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων του. Σκέφτονται να τον σκοτώσουν. Φρέντερικ δε θα το αφήσω να συμβεί.»
«Και νομίζεις ότι εγώ θα αφήσω εσένα…»
«Αυτή είναι πολύ καλή ιδέα.» είπε η Ρόζα προτού το σκεφτεί. Ζάρωσε όταν τα υπόλοιπα μέλη την κάρφωσαν με το βλέμμα τους, αλλά η Ναταλί την υποστήριξε.
«Έχει δίκιο. Και δεν είμαστε σε θέση που χωράνε οι συναισθηματισμοί. Θα έρθω μαζί σου.» είπε κοιτώντας την Νεφέλη αποφασιστικά.
«Μα… τα όρια.» της θύμισε η Νεφέλη.
«Θα με αποδυναμώσουν πολύ, αλλά ας ελπίσουμε ότι δε θα χρειαστείς πολύ χρόνο για να σπάσεις τα ξόρκια τους. Αρκεί να αντέξω μέχρι να ρίξουμε τον Φαίδο. Μετά θα φαγωθούν σαν τα κοράκια για το διάδοχο του και εμείς θα κερδίσουμε χρόνο για να διοργανωθούμε. Αν η Νεφέλη σπάσει την ασπίδα τους, η νίκη θα είναι δική μας.» τα δύο κορίτσια τώρα χαμογελούσαν ικανοποιημένα από το σχέδιο τους αλλά κανείς άλλος δεν έδειχνε να συμφωνεί με αυτό.
«Είναι πολύ ριψοκίνδυνο.» αρνήθηκε η Σοφία.
«Ναι, είναι. Αλλά αν πετύχει μπορούμε να τα καταφέρουμε. Αν όχι, θα έχουμε κερδίσει περισσότερο χρόνο για εσάς. Και στις δύο περιπτώσεις βγαίνουμε κερδισμένοι.» προσπάθησε να τους λογικεύσει η Νεφέλη.
«Όχι!» φώναξε ο Φρέντερικ εξοργισμένος. Δεν ήθελε να του το δείξει, αλλά η συμπεριφορά του την τρόμαζε.
«Σου πήρε μέρες για να αποδυναμώσεις το δικό μας, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα καταστρέψεις το δικό τους τόσο εύκολα;» τη ρώτησε η Μαργαρίτα.
Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά το τοίχος είχε σπάσει λίγο αφότου η Νεφέλη είχε έρθει σε επαφή με τον πατέρα της και την Ριάννα. Εκείνη έφταιγε για όλα, εκείνη και τα ανόητα σχέδια της. Ήξερε πως αν πίεζε περισσότερο τη μαγεία της κατά τη διάρκεια αυτής της επικοινωνίας, θα ήταν εύκολο να σπάσει το τοίχος. Το ένιωθε, μπορούσε να το κάνει. Και το πρόσωπο της Αντζέλικα να της χαμογελάει με νόημα από την άλλη άκρη του δωματίου, επιβεβαίωνε αυτές της τις υποψίες. Είχε την ένατη πύλη μέσα της… και τα πλάσματα της θα τη βοηθούσαν.
«Μπορώ, το ξέρω.» της είπε αποφασισμένη.
«Ας ψηφίσουμε.» πρότεινε η Ναταλί. «Όσοι είναι υπέρ, να σηκώσουν ο χέρι τους.» τόσο η ίδια, όσο η Νεφέλη και η Ρόζα σήκωσαν το χέρι τους χωρίς να σκεφτούν. Οι υπόλοιποι όμως ήταν διστακτικοί. Αντάλλαζαν άβολες ματιές μεταξύ τους και όλες κατέληγαν προς την ίδια κατεύθυνση. Τον Φρέντερικ, που δεν είχε πάρει τα μάτια του πάνω από την Νεφέλη.
«Μα τα γένια μου… είναι καλό σχέδιο.» έσπασε πρώτος τη σιωπή ο Αντρέας. Ακολούθησαν ο Λούνι και ο Τόμας και τελευταία η Σοφία.
«Πιστεύω πως έχουμε πλειοψηφία.» άκουσαν την Ναταλί να λέει χαρωπά. Όμως η Νεφέλη δεν ήταν ικανοποιημένη. Η μόνη ψήφος εμπιστοσύνης που την ενδιέφερε ήταν αυτή του Φρέντερικ. «Πάω να ετοιμάσω τα άλογα.» το κορίτσι την ακολούθησε αλλά δεν είχε σκοπό να πάει ακόμα στους στάβλους. Ήθελε μόνο να μείνει μόνη της με το αγόρι της που ήξερε πως θα την ακολουθούσε μέχρι έξω.
«Θα έρθω μαζί σου.» της είπε χωρίς να χάσει χρόνο.
«Σε χρειάζονται εδώ, και το ξέρεις. Άλλωστε θα είμαι με τον Νίκολα.»
«Και αυτό μου το λες για να με πείσεις;»
«Αυτό που λέω… είναι ότι δε θα αφήσει τίποτα να μου συμβεί. Είναι τα λημέρια του. Θα ξέρει πώς να κινηθούμε… που θα είμαστε ασφαλής. Αλλά δεν μπορεί να φύγει. Αν ρίξουμε τον Φαίδο η προσοχή όλων θα αποσπαστεί και θα τον βγάλουμε έξω… θα είναι πολύ καλός σύμμαχος στο πλευρό μας. Πλέον δεν έχει κανένα λόγο για να μείνει με τον πατέρα του.»
«Δε με απασχολεί καθόλου ο Νίκολα. Δεν… μπορώ να σε αφήσω.» της είπε αργά, ανήσυχα.
«Ούτε εγώ θέλω να πάω Φρέντερικ. Νομίζεις ότι δε φοβάμαι; Ότι δεν ανησυχώ πως αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα σε δω; Αλλά δε θα περιμένουν μια τέτοια κίνηση από εμάς, σίγουρα όχι τόσο άμεσα. Περιμένουν να πελαγώσουμε και να αποδιοργανωθούμε. Αλλά θα τους πιάσουμε στον ύπνο. Δε θες να δώσουμε ένα τέλος σε αυτή τη μάχη ανάμεσα σας; Δεν θες να λέγεστε και πάλι Ελσάντα;»
«Όχι αν ξεκινάει με το θάνατο σου.» είπε κρατώντας το πρόσωπο της.
«Πρέπει να με εμπιστευτείς.»
«Μην πας.» την παρακάλεσε.
«Είμαι πιο δυνατή από όσο πιστεύεις… Και υποτίθεται ότι… ό, τι και αν είναι αυτό που ζει πίσω από την ένατη πύλη, είναι με το μέρος μας. Καιρός να το αποδείξουν.» όμως δεν τον έπειθε, μπορούσε να το δει στα μάτια του. Δεν μπορούσε να την αφήσει να φύγει. «Και εγώ σε αγαπάω.» απάντησε στις ματιές του. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε. Τον φίλησε σα να ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε.
Ύστερα το έβαλε στα πόδια. Τον άκουσε να φωνάζει το όνομα της με όλη του την ψυχή, και αυτό έκανε την καρδιά της να ραγίσει. Αλλά δεν μπορούσε να κοιτάξει πίσω, δεν μπορούσε να σταματήσει. Δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της, ήθελε να γυρίσει, να τον αγκαλιάσει σφιχτά και να μην τον αφήσει ποτέ. Αλλά δεν μπορούσε.
Η Ναταλί τη συνάντησε στα μισά του δρόμου καβάλα στο άλογο της ενώ με το δεξί της χέρι κρατούσε τα χαλινάρια του Φεγγαροτού. Η Νεφέλη τον καβάλησε και οι δυο τους άρχισαν να τρέχουν προς το δάσος.
«Ξέρεις… πήρα τη θέση.» της είπε η Ναταλί δειλά. Η Νεφέλη την κοίταξε μπερδεμένη για λίγο, έπειτα όμως κατάλαβε πως αναφερόταν στο αρχηγείο.
Άλλο ένα δυσάρεστο νέο, αλλά αμελητέας σημασίας μπροστά στα δρώμενα.
«Και με αυτό εννοείς ότι περιμένεις να κάνω αυτό που με διατάζεις ή…»
«Απλά ήθελα να σου το πω.»
«Συγχαρητήρια τότε.» της είπε αναγκάζοντας τον εαυτό της να χαμογελάσει.
«Ξέρεις το δρόμο, έτσι δεν είναι;»
«Ναι.» της είπε βλοσυρά στην ανάμνηση της τελευταίας φοράς που είχε ακολουθήσει το συγκεκριμένο μονοπάτι. Τότε έτρεχε να ξεφύγει και τώρα έτρεχε πάλι πίσω.
Τι ειρωνεία… Σκέφτηκε.
«Σου το λέω γιατί πρέπει να προσέχουμε τις σφήνες τους, αν μας δουν θα καταλάβουν πως κάτι σκαρώνουμε.»
«Ποιές σφήνες;» τη ρώτησε μπερδεμένη. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε αυτήν την ορολογία.
«Κατάλαβα, ας το σε εμένα. Δεν το πιστεύω ότι ανησυχούσα πως θα μου φας τη θέση.»
«Έλα τώρα! Ήμουν άρρωστη, είχες καθαρά το προβάδισμα.»
«Ακόμα και ο Τόμι ξέρει για τις σφήνες.» υπό άλλες συνθήκες, τα πειράγματα της θα είχαν ανταπόκριση. Αλλά τώρα το μυαλό και η καρδιά ήταν αλλού. Ήθελε τόσο παιδιάστικα να γυρίσει πίσω στον Φρέντερικ, να μείνει στο πλευρό του μέχρι το τέλος. Και ταυτόχρονα ανησυχούσε για τον Νίκολα, δεν μπορούσε να πιστέψει πως η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν πάντα τόσο… απόρθητος. «Λένε πως η αγάπη σε κάνει δυνατότερο, αν είναι έτσι χαίρομαι που αγαπάς.» ξεκίνησε να λέει διστακτικά μετά από λίγο. «Θα τα καταφέρουμε, αρκεί να το πιστέψουμε.» Τα λόγια της την παρηγορούσαν και έφεραν ένα χαμόγελο στα χείλη της. Χαιρόταν που δεν ήταν μόνη της. Χαιρόταν που την είχε ακολουθήσει.
Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικές, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από στρατιώτες και των δυο πλευρών ενώ καυγάδες ξεσπούσαν κάθε τρεις και λίγο. Είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τον Νίκολα, φανερώνοντας του το σημείο που σκόπευαν να σπάσουν τον κλοιό της φρουράς και να διεισδύσουν, αλλά δεν ήταν σίγουρη για το αν την είχε ακούσει.
Όταν πλέον έφτασαν έξω από τα τείχη αναζήτησαν κάλυψη πίσω από ένα γέρικο κορμό περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθούν. Αλλά άντρες πηγαινοέρχονταν διαρκώς και έκαναν αυτήν την απόφαση πολύ δύσκολη.
«Δε γίνεται να περιμένουμε άλλο.» μουρμούρισε η Ναταλί.
«Ναι, σε λίγο θα αλλάξουν βάρδια.» συμφώνησε η Νεφέλη κάνοντας ένα βήμα μπροστά. Δημιούργησε μία φλόγα για αντιπερισπασμό και ύστερα κινήθηκε αθόρυβα και χτύπησε τον έναν από τους δύο φρουρούς στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Εκείνος έπεσε αφήνοντας το συνάδελφο του αντιμέτωπο μαζί της. Ήταν ένας εύκολος αντίπαλος αλλά σύντομα είχαν παρέα. Μισή ντουζίνα από άντρες τις είχαν περικυκλώσει.
Τώρα μπορούσε να καταλάβει γιατί ο Νίκολα αμφέβαλε για το κατά πόσο θα κατάφερνε να περάσει τη φρουρά ζωντανός. Η Νεφέλη συγκεντρώθηκε στις ρίζες των δέντρων τις οποίες και κίνησε για να παγιδέψει τους δύο άντρες που στέκονταν κοντύτερα στο δέντρο. Τώρα τρεις άντρες στάθηκαν ενώπιον της αποζητώντας μια άνιση μάχη. Το κορίτσι τράβηξε το σπαθί που η Ναταλί της είχε παραχωρήσει στο δρόμο για εκεί και περίμενε το πρώτο χτύπημα.
Όμως επιτέθηκαν και οι τρεις μαζί. Δεν ήταν καλή ξιφομάχος, αυτό το ήξερε. Αλλά δεν περίμενε να μείνει άοπλη μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Διακινδύνεψε να μειώσει την απόσταση ανάμεσα σε εκείνη και έναν από τους επίδοξους αντιπάλους της με σκοπό να κόψει την ροή του αίματος του μέσο μιας λαβής που του έκανε στο λαιμό, μετά τον χρησιμοποίησε σαν ανθρώπινη ασπίδα.
Η Ναταλί ήταν πολύ πιο αποτελεσματική και αφού ελευθερώθηκε από τους δύο αντιπάλους της έσπευσε να τη βοηθήσει. Έπειτα έσυραν τα αναίσθητα σώματα μακριά από το σημείο της μάχης και η Νεφέλη ανασήκωσε το χώμα με μία μικρή έκρηξη δημιουργώντας έτσι έναν τάφο. Τους έριξαν μέσα και τον έκλεισε χρησιμοποιώντας τις ρίζες των δέντρων ενώ η Ναταλί μάζεψε μερικά ξερά κλαδιά και τα έριξε ακατάστατα από επάνω.
Όταν πέρασαν τα όρια η Ναταλί είχε αρχίσει να νιώθει σθεναρά πιο αδύναμη και η Νεφέλη ήξερε πως δε θα μπορούσαν να πάνε μακριά. Κρύφτηκαν πίσω από μία ξύλινη δεξαμενή με θέα την αγορά και πλάτη μια παλιά μισογκρεμισμένη μάντρα. Έπρεπε να παραμείνουν κρυμμένες, να περιμένουν τον Νίκολα, αλλά ο άντρας δε φαινόταν πουθενά και η Νεφέλη έπρεπε να σπάσει την ασπίδα… και να το κάνει γρήγορα. Ωστόσο αυτό θα τις έβαζε σε δεινή θέση αν κάποιος στρατιώτης τις ανακάλυπτε, η Ναταλί ήταν πολύ αδύναμη για να αμυνθεί και η ίδια δε θα είχε επαφή με το περιβάλλον γύρω της.
Έτσι αποφάσισε να περιμένει για λίγο ακόμα, κρατούσε τσίλιες όταν ένιωσε κάποιον να την τραβάει απότομα προς το μέρος του κρατώντας της το στόμα κλειστό.
«Νόμιζα ότι σου είπα να μην έρθεις.» ο Νίκολα ψιθύρισε στο αυτί της. Μόλις ο άντρας χαλάρωσε για λίγο την λαβή του η Νεφέλη του δάγκωσε τα δάχτυλα.
«Άου… τι σε έπιασε;»
«Πού ήσουνα;» τον ρώτησε θυμωμένα.
«Ξέρεις, μπορεί να μοιάζει με την καλύτερη δυνατή επιλογή αν θες να περάσεις τις στρατιές από έξω, αλλά δεν είναι και το πιο εύκολο σημείο αν πρέπει να περάσεις τις στρατιές μέσα από τα όρια.» γκρίνιαξε. «Χρειάζεται να σου θυμίσω ότι με θέλουν νεκρό;»
«Νεφέλη, πρέπει να σπάσεις το ξόρκι.» της είπε με δυσκολία η Ναταλί.
«Τί κάνει αυτή εδώ και τι είναι αυτά που λέει.» η Νεφέλη όμως δεν κάθισε για να του εξηγήσει. Έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε την τελευταία της συνάντηση με τον πατέρα της όσο πιο δυνατά μπορούσε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου