Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες από το παρελθόν

Ο Φρέντερικ βρισκόταν στο πλευρό της. Είχε ξεκουμπώσει τη νυχτικιά που φορούσε και χάιδευε απαλά το σημάδι πάνω στο στήθος της. Δεν είχε καταλάβει ότι η κοπέλα είχε ξυπνήσει και έδειχνε πολύ αφηρημένος. Η Νεφέλη όμως ένιωθε άβολα και ο γρήγορος χτύπος στην καρδιά της την πρόδωσε.
«Συγγνώμη.» της είπε αμήχανα ενώ κάλυπτε το εκτεθειμένο της δέρμα.
«Έφυγες.» του είπε με παράπονο.
«Δεν άντεχα να στέκομαι δίπλα σου, όχι μετά από αυτό που σε παρότρυνα να κάνεις.» οι ενοχές του είχαν σχεδόν πνίξει τη φωνή του και επισκίαζαν το πρόσωπο του. «Έπρεπε να είμαι εγώ στην θέση σου.»
«Δεν ήξερες περί τίνος επρόκειτο… Άλλωστε αν δεν το ήθελα, δε θα το έκανα.»
«Ο Νίκολα μου είπε γιατί το έκανες.» δεν μπορούσε να καταλάβει και πολλά από το ύφος του, οπότε έμεινε σιωπηλή και περίμενε για εξηγήσεις. «Βρήκε την πύλη… νομίζαμε ότι ήρθε για να σε πάρει αλλά μας βοήθησε να σε μεταφέρουμε με ασφάλεια, χωρίς να μας καταλάβουν οι δικοί του και… μας έδωσε ένα βότανο για το φάρμακο σου. Είναι πολύ σπάνιο και φυτρώνει μόνο στη δική τους πλευρά. Ήθελε να σε βοηθήσει, να περάσει και εκείνος την πύλη αλλά όλα έγιναν τόσο γρήγορα... Τώρα ξέρω γιατί μου ζήτησες να τον εμπιστευτώ.»
«Τί εννοείς;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Πέρασε κατά λάθος τα όρια μας. Ήταν απρόσεκτος. Μου είπε ότι αυτό δεν σήμαινε τίποτα και πως δε θα άφηνε ένα ξόρκι να διαλέξει την μοίρα του. Ότι η θέση του ήταν δίπλα στο πλευρό του πατέρα του και πως ο μόνος λόγος που συνεργάστηκε μαζί μας ήταν επειδή σε θέλει για εκείνον… ότι και εσύ τον θες… ότι θα το καταλάβεις σύντομα.»
«Μην τον ακούς! Λέει βλακείες!» διαμαρτυρήθηκε στη θύμηση της τελευταίας τους συνομιλίας. Ο Φρέντερικ χαμογέλασε αδύναμα.
«Ξέρω ότι τον θες και ότι μιλάς μαζί του στα όνειρα σου, αλλά είσαι ερωτευμένη μαζί μου.» η Νεφέλη κόντεψε να εκραγεί από το θυμό της, δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της.
«Είσαι βλάκας!! Έχει κάτι το νερό σας και επιδρά στην αυτοπεποίθηση σας; Βλάκα!» η σύγχυση έκανε το τραύμα της να την πονέσει και αυτό έφερε μια γκριμάτσα στο πρόσωπο της.
«Ηρέμισε, δεν πρέπει να ταράζεσαι.» της είπε στοργικά ενώ έπαιζε με τα μαλλιά της. «Ο Τόμας μου είπε ότι θέλεις να σου κάνω συχράμ.» συνέχισε με ένα χαμόγελο.
«Α… ναι, θα μου κάνεις;» της είπε προβληματισμένη από την προειδοποίηση του Λούνι.
«Όχι.» της είπε χωρίς καν να το σκεφτεί.
«Γιατί;» εκείνος χαμογέλασε σαν σε ένα προσωπικό αστείο και διάλεξε τα λόγια του.
«Γιατί… προτιμώ το γυναίκειο σώμα έτσι όπως το έπλασε ο δημιουργός του. Άσπιλο. Ειδικά αυτό που θα κρατάω στα χέρια μου.» η απάντηση του την έκανε να κοκκινίσει και αυτό φάνηκε να τον διασκεδάζει… και να τον φέρνει σε αμηχανία. Έτσι η Νεφέλη πέρασε στην αντιπαράθεση.
«Πολύ αργά για αυτό, σπιλώθηκε. Εγώ θέλω απλά να το ομορφύνω. Και μη δίνεις υποσχέσεις που δεν κρατάς!» συμπλήρωσε αυστηρά.
«Δεν έδωσα καμία υπόσχεση.»
«Είπες πως δεν θέλεις το σώμα που θα κρατάς στα χέρια σου να είναι σπιλωμένο. Δεν το κρατάς όμως.»
«Είσαι άρρωστη.» προσπάθησε να υπεκφύγει.
«Ναι, σε είδα και όταν δεν ήμουν.» είπε μέσα από τα δόντια της.
«Πολλά πράγματα αλλάζουν σε δύο εβδομάδες.»
«Τώρα αυτό ήταν υπόσχεση ή όχι;» τον ρώτησε καχύποπτα. Εξέλαβε το χαμόγελο του ως κατάφαση και ξαφνικά δεν ήξερε τι να πει. «… Έχεις και άλλο από αυτό το βότανο;» τον ρώτησε θέλοντας στα αλήθεια να του πει πόσο ανυπομονούσε για να γίνει καλά.
«Δεν είσαι πολύ μικρή για να μιλάς έτσι;»
«Δε είμαι και τόσο μικρή, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κολλάς στα νούμερα τόσο πολύ. Μακάρι να μην χρειαζόσουν τον Νίκολα για να σου αλλάξεις γνώμη. Είναι λίγο προσβλητικό… νομίζω. Είναι σαν δύο σκύλοι που μαλώνουν για ένα κόκκαλο.»
«Δεν είναι εξ αιτίας του.» διευκρίνισε θυμωμένος. «Όλο αυτό το… παιχνιδάκι είναι στο μυαλό του Νίκολα.»
«Δηλαδή δε θα έκανες τίποτα για να με κρατήσεις;»
«Είσαι μικρή, αλλά αρκετά μεγάλη για να πάρεις τις αποφάσεις σου. Θα τις σεβαστώ όποιες και αν είναι. Άλλωστε πιστεύω σε εσένα, δε θα προδώσεις το αρχηγείο ακόμα και αν διαλέξεις τον Νίκολα.» δεν ήξερε τι συμπέρασμα έπρεπε να βγάλει από τα λεγόμενα του. Ωστόσο ένιωθε ανακούφιση, πίστευε σε εκείνη. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δε θεωρούσε δεδομένο πως ο Φρέντερικ έπρεπε να την εμπιστεύεται με αυτήν της την επιλογή, για αυτό και δεν γκρίνιαξε.
«Τότε;»
«Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα.» της είπε τσιμπώντας την μύτη της.
«Γιατί δε δοκιμάζεις να μιλήσεις ξεκάθαρα για μια φορά;» ενοχλήθηκε.
«Ίσως την επόμενη φορά.» της είπε και σηκώθηκε.
«Θα φύγεις;» τον ρώτησε απογοητευμένη.
«Σκεφτόμουν να κοιμηθώ, είναι αρκετά αργά.» της είπε διστακτικά.
«Με την Ναταλί;»
«Πρέπει κάποιος να μείνει μαζί σου… μπορεί να χρειαστείς κάτι το βράδυ.» της είπε καθώς έβγαζε την μπλούζα του και ξάπλωνε δίπλα της. Η Νεφέλη κούρνιασε στο πλευρό του ικανοποιημένη, παρόλο που την πονούσε το στήθος της.
«Έχεις παρατηρήσει ότι από τότε που ήρθα εδώ καταλήγω συνέχεια τραυματισμένη;»
«Φαίνεται πως ο δικός σου κόσμος δεν είχε ανάγκη από ήρωες.»
«Έχει, απλά θέλει διαφορετικούς ήρωες.» του είπε νοσταλγικά. «…Εγώ πάντως θα κάνω το συχράμ.» μουρμούρισε προτού κοιμηθεί.

Το επόμενο πρωί ο Φρέντερικ ήταν ακόμα ξαπλωμένος στο πλευρό της. Ήταν ξύπνιος και μύριζε υπέροχα ενώ φορούσε διαφορετικά ρούχα. Η Νεφέλη είχε ξυπνήσει από τον πόνο στο στήθος της, ήταν πολύ ενοχλητικός ενώ δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Προσπάθησε να κουνηθεί εφόσον κοιμόταν πάνω στο αγόρι και ήθελε να του δώσει πίσω τον προσωπικό του χώρο, αλλά της κόπηκε η ανάσα και ο πόνος επιδεινώθηκε.
«Αιμορραγείς.» της είπε ανήσυχος και έσπευσε να φέρει πανιά και μια λεκάνη με νερό που βρισκόντουσαν στον πάγκο στην άλλη άκρη του δωματίου. Το κορίτσι είδε τόσο τα σεντόνια όσο και τα καινούρια ρούχα του αγοριού καλυμμένα με αίμα και ένιωσε ένοχη για αυτό.
«Δεν πιστεύεις ότι θα σε αφήσω να με αλλάξεις, έτσι δεν είναι;» του είπε προσπαθώντας να κρατήσει το νάζι στη φωνή της για να μην τον τρομάξει.
«Θα δω κάτι που δεν έχω ήδη δει ή αγγίξει;» της είπε αυστηρά. Η Νεφέλη στένεψε τα μάτια της και του έβγαλε την γλώσσα κάνοντας τον να απηυδήσει. «Άσε τα νάζια, έχεις χάσει πολύ αίμα.»
«Μπορώ να το κάνω εγώ αν αυτό σε κάνει να νιώσεις καλύτερα.» η Μαργαρίτα είχε μόλις μπει στο δωμάτιο και απευθυνόταν σε εκείνη ενώ κρατούσε το δίσκο με το πρωινό της. «Πήγαινε να αλλάξεις.» συμβούλεψε τον Φρέντερικ. Το αγόρι κοίταξε την Νεφέλη ανήσυχο αλλά ακολούθησε την προτροπή της Μαργαρίτας. «Ξέρεις… δεν έφυγε καθόλου από το πλευρό σου.» συνέχιζε η γυναίκα καθώς την πλησίαζε για να ξεκουμπώσει τη νυχτικιά της και να περιποιηθεί το τραύμα της. «Για δύο εβδομάδες ήταν μαζί σου, δεν έφυγε καθόλου. Σε αγαπάει πολύ, αλλά του είναι δύσκολο να το παραδεχτεί. Ξέρεις, είναι πολύ κλειστός, όμως έχει μια καρδιά χρυσάφι. Του ήταν πολύ δύσκολο όταν έχασε την οικογένεια του. Στην αρχή μας έκανε τη ζωή δύσκολη, ήταν πολύ άτακτος, αλλά μετά έμαθε να διαχειρίζεται τον πόνο του διαφορετικά. Η δική σου οικογένεια; Δε μιλάς ποτέ για εκείνους.»
«Η μητέρα μου πέθανε στη γέννα. Με μεγάλωσε ο πατέρας μου. Δε μιλάω για εκείνον γιατί μου λείπει πολύ. Μου έλεγε συνέχεια ένα σορό ιστορίες… τις έβγαζε από το μυαλό του φυσικά, αλλά είχαν πάντα κάποιον απώτερο σκοπό, ένα δίδαγμα όπως του άρεσε να λέει. Δεν πρόλαβα ούτε καν να τον αποχαιρετήσω.» συνέχισε συγκρατώντας μετά βίας τα δάκρια της. «Του άξιζε τουλάχιστον αυτό.»
«Θα πάρουμε πίσω το κλειδί και θα αποχαιρετήσεις τον πατέρα σου.» την ενθάρρυνε.
«Υποτίθεται ότι είμαι νεκρή.» της θύμισε σκουπίζοντας το πρόσωπο της.
«Το μυαλό των ανθρώπων παίζει παράξενα παιχνίδια, μπορείς να το κάνεις να φανεί σαν όνειρο. Απλά για να του πεις ότι είσαι καλά και ευτυχισμένη.» η ιδέα της Μαργαρίτας ήταν πολύ καλή αλλά το ύφος της πρόδιδε κάτι που η Νεφέλη δεν μπορούσε να προσδιορίσει.
«Είχα ακούσει… να, πως έχεις μία κόρη.» ξεκίνησε να λέει δειλά.
«Ναι, έφυγε… Ο Τόμι ήρθε να μου μιλήσει λίγο αφότου μαθεύτηκε ποια πραγματικά ήσουν. Μου είπε ότι εκείνη και ο Χάρη τον βοήθησαν να ανοίξει την πύλη. Ήθελε να φύγει η ίδια για τον κόσμο σου. Δε μου άφησε ούτε ένα γράμμα, τόσο πολύ με απεχθανόταν.»
«Να σε απεχθάνεται; Για ποιο λόγο;» αναρωτήθηκε σοκαρισμένη από την προοπτική.
«Δεν της άρεσε ποτέ ο κόσμος στον οποίο ζούμε… εγώ έλειπα συνέχεια λόγω της δουλειάς μου στο αρχηγείο και ο πατέρας της είχε πεθάνει σε μία αποστολή. Δεν ήθελε άλλο αυτόν τον πόλεμο, τον είχε σιχαθεί. Ήθελε… μια εξέλιξη όπως πολύ συχνά έλεγε, κάτι διαφορετικό. Έπρεπε να καταλάβω πως σκόπευε να περάσει την πύλη.»
«Θα τη σταματούσες αν το ήξερες;» η Μαργαρίτα την κοίταξε με τα μάτια μιας γυναίκας ταλαιπωρημένης από τον πόνο της απώλειας και συνάμα αποφασισμένης και σίγουρης.
«Όχι… της αξίζει κάτι καλύτερο. Όμως με τρώει η ανησυχία. Δεν ξέρω αν… αν τα καταφέρνει, αν βρήκε αυτό που έψαχνε… δεν ξέρω τίποτα για τον κόσμο σας.» αν ζητούταν από την Νεφέλη να περιγράψει τον κόσμο στον οποίο ζούσε οποιαδήποτε άλλη στιγμή, θα έλεγε πως ήταν μία ζούγκλα που δεν χωρούσε χαμένα μυαλά και αδύναμους. Αλλά πως μπορούσε να πει κάτι τέτοιο στην Μαργαρίτα τώρα που της άνοιγε τα εσώψυχα της, τώρα που παραδεχόταν τους φόβους της.
«Θα τα καταφέρει μια χαρά. Μπορώ να την ψάξω αν καταφέρω να γυρίσω… ξέρεις, για να αποχαιρετήσω τον πατέρα μου.»
«Όχι, δε θα στο ζητούσα αυτό. Θα έλειπες για χρόνια αν καθόσουν στον κόσμο σου για μία μέρα. Δε θα το έκανα αυτό στον Φρέντερικ… δε θα το ήθελα αυτό για εσένα. Πήρε την απόφαση της, οι ζωές μας πήραν τον δρόμο τους.» της είπε κοφτά. Η αλήθεια ήταν πως δεν ένιωθε και τόσο ηρωική στην ιδέα ότι θα άφηνε τον Φρέντερικ πίσω της για ένα χρόνο. Αντιθέτως, απέρριψε την ιδέα για την αναζήτηση της κόρης της… Ωστόσο υπήρχε κάτι που μπορούσε να δοκιμάσει, κάτι που αν πετύχαινε θα ήταν ακίνδυνο.
Αν η επικοινωνία της με τον Νίκολα μπορούσε να παραβλέψει τις ισχυρές κατάρες που δομούσαν τα τείχη, τότε ίσως μπορούσε να επικοινωνήσει με τον πατέρα της, ίσως και με την κόρη της Μαργαρίτας.
«Πώς λένε την κόρη σου; Έχεις φωτογραφία της;» η γυναίκα δεν εξεπλάγην από το αίτημα της Νεφέλης. Έβγαλε μια φωτογραφία από τον κόρφο της και αφού την κοίταξε για λίγο νοσταλγικά, την έδειξε στο κορίτσι.
«Τη λένε Ριάννα.» ένα κορίτσι μετρίου αναστήματος με μακριά καστανά μαλλιά και μαύρα μάτια ακριβώς σαν της μητέρας της την κοιτούσε τώρα κατσούφικα.
«Ωραίο όνομα.» άφησαν το θέμα εκεί. Η Μαργαρίτα δεν έδειχνε πρόθυμη να συνεχίσει και η Νεφέλη δεν ήθελε να την πιέσει
Την ώρα που τη βοηθούσε να αλλάξει νυχτικιά, ο Φρέντερικ επέστρεψε μουτρωμένος. Η γυναίκα τους άφησε μόνους τους παίρνοντας πρώτα την υπόσχεση ότι η Νεφέλη θα έτρωγε όλο της το φαγητό.
«Πώς είσαι;» τη ρώτησε το αγόρι.
«Θύμωσες;» τον ρώτησε αβέβαιη.
«Ναι.» της απάντησε κοφτά. «Αυτό δεν είναι αστείο, πρέπει να προσέχεις και όταν χρειάζεσαι βοήθεια να το ζητάς και όχι να κάνεις την αήττητη.»
«Δεν είναι αυτό… απλά, δε θέλω όταν με ακουμπάς να σκέφτεσαι πως πιάνεις το αδύναμο σώμα κάποια κοπέλας. Θέλω να σε αναστατώνει, να μην μπορείς να συγκεντρωθείς. Θέλω να πιάνεις το σώμα αυτής που αγαπάς… που ποθείς.» του εξήγησε αμήχανα. «…Και μη μου πεις ότι είμαι πολύ μικρή για να σκέφτομαι έτσι.» προέβλεψε αυτήν του την αντίδραση κοιτώντας απλά το πρόσωπο του.
«Πρέπει να φας.» άλλαξε θέμα. Όμως η Νεφέλη είχε την εντύπωση πως σκόπευε να της πει κάτι άλλο.
«Δεν π… καλά θα φάω.» άλλαξε γνώμη όταν την κοίταξε αυστηρά. «Αλλά θέλω να βάλουμε ένα στοίχημα… σχετικά με αυτά που λέγαμε χθες.» ο Φρέντερικ την κοίταξε καχύποπτα, αβέβαιος για το πώς έπρεπε να αντιδράσει.
«Τί στοίχημα;»
«Δεν ξέρω ακόμα, αλλά ξέρω το αντίτιμο. Αν χάσεις, θα μου κάνεις το συχράμ και αν κερδίσεις…»
«Δε θα σημαδέψεις το δέρμα σου.»
«Ωραία λοιπόν, τι στοίχημα θα βάλουμε;»
«Όχι, δε με κατάλαβες. Δε θα σημαδέψεις το δέρμα σου, τέλος. Χωρίς στοιχήματα.»
«Φοβάσαι ότι θα χάσεις;» τον προκάλεσε. Αλλά η τεχνική της δε φάνηκε να αποδίδει.
«Φάε το πρωινό σου.» της είπε κοφτά ακουμπώντας ένα δερμάτινο βιβλίο στο κομοδίνο της.
«Τί είναι αυτό;»
«Για να μη βαριέσαι.»
«Σκοπεύεις να φύγεις;» του είπε παίρνοντας το βιβλίο στα χέρια της.
«Πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου. Η κατάκτηση της πύλης δε σημαίνει πως οι διαμάχες μας σταματάνε εδώ.» η Νεφέλη ήθελε να του πει να μη φύγει, να της κρατήσει παρέα, αλλά δεν μπορούσε να φανεί τόσο παιδί. Έτσι βίασε ένα χαμόγελο στα χείλη της.
«Σε ευχαριστώ.» είπε και ξεκίνησε να τρώει. Η αντίδραση της παραξένεψε το αγόρι που έδειχνε να είναι πεπεισμένο ότι σκόπευε να διαμαρτυρηθεί. «Και μην ξεχάσεις το στοίχημα μας.» του θύμισε λίγο πριν φύγει. Το αγόρι έκανε μία γκριμάτσα δυσαρέσκειας και παρέμεινε βουβό. «…θα μπορούσε τουλάχιστον να με φιλήσει.» μουρμούρισε στον εαυτό της.
«Μπορώ ακόμα να σε ακούσω.» της είπε και η φωνή του χανόταν στον διάδρομο.
«Ναι αλλά δεν κάνεις κάτι με αυτό.» του φώναξε χαρωπά.

Όσες φορές και αν προσπάθησε να εκτελέσει το σχέδιο της, δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με τον πατέρα της ή την Ριάννα. Είχε μόλις αρχίσει να βρίσκει ξανά τη φόρμα της και ο Φρέντερικ είχε δεχτεί να συνεχίσουν την εκπαίδευση της. Ωστόσο ήταν απαράλλακτος στο θέμα του συχράμ. Όμως η Νεφέλη δεν μπορούσε να το ξεχάσει. Καθόταν καθημερινά μπροστά από τον καθρέφτη στο δωμάτιο της και το κοιτούσε. Ήξερε πως δεν μπορούσε να διώξει τις αναμνήσεις, αυτές είχαν χαραχθεί ανεξίτηλα στο μυαλό της όπως αυτό το σημάδι χάραζε το σώμα της. Όμως ήθελε να διώξει την ασχήμια του, ήθελε να αισθάνεται ξανά όμορφα με το σώμα της.
Σκόπευε να στρέψει την προσοχή της αλλού, να ζητήσει από τον Τόμας να της βρει μια γυναίκα που να φημίζεται στα συχράμ. Αλλά δε θα είχε λεφτά να την πληρώσει.
«Ξέρεις, πρέπει να βρω μια δουλειά.» είπε στον Φρέντερικ μόλις τελείωσαν το μάθημα.
«Θα σου κάνω το συχράμ.» της είπε εκείνος απηυδισμένος.
«Αλήθεια;» του είπε μη μπορώντας να πιστέψει στα αυτιά της. «…εννοώ, δεν είναι μόνο αυτό. Τώρα που ζω εδώ… δεν μπορώ να ζω εις βάρος σας.»
«Δεν ζεις εις βάρος μας.»
«Ναι αλλά θέλω να μπορώ να βγάζω τα δικά μου χρήματα… να σε βγάλω έξω κάποια φορά.» το αγόρι την κοίταξε παραξενευμένο και έδειχνε σκεπτικό. «Θα μπορούσα να κάνω τα πάντα… ίσως λάντζα ή σερβιτόρα. Δε με πειράζει.» συνέχισε.
«Υπάρχει μια θέση στο αρχηγείο, τώρα που ο Χάρη… έφυγε. Αλλά η Ναταλί την διεκδικεί εδώ και εβδομάδες. Για αυτό έμεινε… αλλά ίσως θα μπορούσες να διαγωνιστείς μαζί της.» της είπε απορροφημένος από τις σκέψεις του.
«Η Ναταλί; Στο αρχηγείο;» επανέλαβε προσπαθώντας να συγκρατήσει το θυμό της. «Γιατί δεν πάει… στα μέρη της; Γιατί δε σε αφήνει ήσυχο;»
«Αυτό δεν αφορά εμένα, είναι μια πολύ καλή θέση. Είναι λογικό να τη θέλει. Άλλωστε είναι πολύ καλή, και χρειαζόμαστε άξια μέλη όπως εκείνη.» όμως τα λόγια του την εξαγρίωσαν ακόμα περισσότερο. Ένιωθε την ανάγκη… να βλάψει εκείνη την κοπέλα με βίαιο τρόπο.
«Θέλω να διαγωνιστώ. Πρέπει να κερδίσω τον χρόνο που έχασα.» είπε αποφασισμένη.
«Μόλις τώρα έγινες καλά. Δεν μπορείς να πιέζεις τον εαυτό σου.» παρόλο που τα λόγια του εδείκνυαν ανησυχία, ο τόνος του ήταν ουδέτερος. Αλλά αυτός ήταν ο Φρέντερικ, έπρεπε να το πάρει απόφαση.
«Ναι αλλά έχω κάτι που η Ναταλί δεν έχει.» είπε αντλώντας ικανοποίηση από τα ίδια της τα λόγια.
«Για αυτό στο πρότεινα. Ένα μέλος με τόσο δυνατή μαγεία, θα μας είναι πολύ χρήσιμο. Αλλά αν είναι να βλάψεις τον εαυτό σου…»
«Θα είμαι μια χαρά.» συνόδευσε την απάντηση της με ένα φιλί και ύστερα κατευθύνθηκαν στην κουζίνα όπου βρήκαν την Μαργαρίτα και τον Αντρέα να μαλώνουν σαν το σκύλο με τη γάτα.
«Είσαι… είσαι… κρεμανταλάς. Α… καλημέρα.» τους χαιρέτησε πρώτη η Μαργαρίτα δείχνοντας να κατανοεί πως είχε βρεθεί εκτός εαυτού.
«Τί γίνεται μικρή; Σταμάτησαν οι εφιάλτες;» η Νεφέλη κοίταξε τον Φρέντερικ διστακτικά. Δεν ήξερε σε τι αναφερόταν ο Αντρέας. Το αγόρι αγριοκοίταξε τον άντρα που έδειχνε να καταλαβαίνει πως είχες μόλις πει κάτι που θα ήταν καλύτερο αν κρατούσε για τον εαυτό του.
«Θέλει να διαγωνιστεί για τη θέση… αν δεν είναι αργά.» άλλαξε θέμα ο Φρέντερικ. Τα άλλα δύο μέλη έδειχναν συνάμα χαρούμενα και προβληματισμένα με αυτό το νέο.
«Η Ναταλί έχει κάνει πολύ μεγάλη πρόοδο.» είπε ο Αντρέας διστακτικά.
«Η Νεφέλη όμως θα ήταν ένα άσος στο μανίκι μας.» συμπλήρωσε τη σκέψη του η Μαργαρίτα.
«Αλλά δεν είναι έτοιμη.» διαφώνησε ο Αντρέας. «Εννοώ… σε μια μάχη δε θα μπορούσε να αντέξει και πολύ. Δεν ξέρω.» κατένευσε σκεπτικός.
«Θέλω να προσπαθήσω. Θα τα καταφέρω.» τους είπε με αποφασιστικότητα. «Η Ναταλί έχει ήδη κερδίσει αρκετό χρόνο… μπορώ να ξεκινήσω και τώρα. Είμαι έτοιμη.» συνέχισε με περισσότερο σθένος. Κανείς τους δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος αλλά εν τέλει, η Μαργαρίτα ένευσε καταφατικά.
«Μπορείς να πας με τη βάρδια του Λούνι και του Τόμας. Θα σου εξηγήσουν τα καθέκαστα.» της είπε στη θέα των δύο αντρών να μπαίνουν. Η Νεφέλη γύρισε προς το μέρος τους κοιτώντας τους χαρωπά. Ο Λούνι έδειχνε προβληματισμένος αλλά ο Τόμας της χαμογελούσε ενθαρρυντικά.
«Ας ελπίσουμε να τα πας καλύτερα από την Ναταλί.» της είπε ο δεύτερος. Αγκάλιασε τον Φρέντερικ από τον ενθουσιασμό της και τον φίλησε φέρνοντας τον σε αμηχανία. Μετά ακολούθησε τους φίλους της που πέρασαν από την κουζίνα μόνο και μόνο για να τσιμπήσουν κάτι. Ο Λούνι πήρε ένα αχλάδι από την πιατέλα στο τραπέζι ενώ έδωσε ένα μήλο στον Τόμας. Της έκλεισε το μάτι και ύστερα της έκανε νόημα να τους ακολουθήσει.
Στο στάβλο έπεσαν πάνω την Ναταλί. Είχε ήδη ετοιμάσει το άλογο της και περίμενε για τον Λούνι και τον Τόμας. Η Νεφέλη εξαγριώθηκε όταν την είδε, όμως αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερα αν καταπίεζε αυτό της το συναίσθημα.
«Τί είναι αυτό;» τους ρώτησε θυμωμένα δείχνοντας την Νεφέλη.
«Υπήρξε μια αλλαγή σχεδίων.» της εξήγησε ευγενικά ο Τόμας.
«Η Νεφέλη τη θέση στο αρχηγείο θέλει.»
«Ω σταμάτα επιτέλους με τις ομοιοκαταληξίες Λούνι! Από πού και ως που; Είναι… άχρηστη!»
«Δεν υπάρχει λόγος να την προσβάλεις. Και αν είναι όντως άχρηστη, δεν υπάρχει τίποτα για να φοβάσαι.» της είπε ο Τόμας κοφτά. «Η θέση είναι ανοιχτή σε όλους.»
«Ναι αλλά εγώ προσπαθώ τόσο καιρό! Τη δικαιούμαι Τόμας.» του είπε χάνοντας για λίγο το νεύρο της.
«Το ότι διαγωνίζεται δε σημαίνει ότι θα την πάρει Ναταλί.» της είπε καθησυχαστικά. Όμως τα λόγια του απογοήτευσαν την Νεφέλη, πίστευε ότι ήταν με το μέρος της.
«Καλύτερα να ξεκινήσουμε, αλλιώς δεν ξέρω που θα καταλήξουμε.» επενέβη ο Λούνι ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην Νεφέλη. Η Ναταλί έδωσε τα χαλινάρια του αλόγου της στον Τόμας και έφυγε απαξιώντας να την κοιτάξει. Ο άντρας με την σειρά του της παρέδωσε το άλογο της Ναταλί ενώ ξεκίνησε να σελώνει το δικό του.
«Πάρε αυτό Λούνι, θα ετοιμάσω μόνη μου το δικό μου.» είπε και έψαξε για τον Φεγγαροτό.
«Η θέση δε θα κερδηθεί με συμπάθεια, αλλά με το πια είναι πιο άξια.» άκουσε τον Λούνι να της λέει καθώς απομακρυνόταν.
«Ωραία, γιατί δε θέλω να κερδίσω αν δεν το αξίζω.» είπε μέσα από τα δόντια της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου