Ο χρόνος περνούσε και το αρχηγείο ετοιμαζόταν για πόλεμο. Προπονούσε άντρες και γυναίκες και επανεξέταζε σχέδια και στρατηγικές. Η Νεφέλη δεν είχε πολλές μέρες που είχε γίνει καλά και σε λίγο θα ξεκινούσε για την αποστολή της. Ήταν πολύ νευρική και αυτό την οδηγούσε σε διαρκή μικρά ατυχήματα όπως αυτό του να ρίξει το γάλα της πάνω στον Αντρέα.
«Μα τα γένια μου κορίτσι μου, πρέπει να ηρεμίσεις. Πώς θα καταφέρεις να φέρεις εις πέρας τη δοκιμασία αν είσαι τόσο ανήσυχη;»
«Συγγνώμη… ειλικρινά λυπάμαι.»
«Έτοιμη;» ο Τόμας με τον Φρέντερικ είχαν μόλις μπει μέσα στην κουζίνα και της απεύθυναν το λόγο. Ο Αντρέας και η Σοφία την κοιτούσαν προβληματισμένοι αλλά η Ρόζα και ο Λούνι την ενθάρρυναν με το βλέμμα τους. Ανάγκασε τον εαυτό της να χαμογελάσει ενώ ένευσε και τους ακολούθησε, οι δυο τους θα την οδηγούσαν στο σημείο όπου θα ανοιγόταν η πύλη.
Όταν έφτασαν στους στάβλους εκείνη ίππευσε με το άλογο του Φρέντερικ, έχοντας έτσι την ευκαιρία να τον κρατήσει σφιχτά καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Δεν ήθελε να καταλάβει ότι φοβόταν, αλλά αν αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον κρατούσε στα χέρια της, δεν ήθελε να υποκρίνεται.
Ο Τόμας προσπαθούσε να απαλύνει το κλίμα με ψιλοκουβέντα και τα δύο παιδιά τον βοήθησαν αλλά αυτό δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο τα συναισθήματα της κοπέλας. Όταν πλέον έφτασαν σε ένα ξέφωτο αρκετά κοντά στα σύνορα τους, σταμάτησαν.
Ο Φρέντερικ έβγαλε το σπαθί μαζί με το θηκάρι του και της το έδωσε. Δεν σκόπευε να τη συμβουλέψει και δεν σκόπευε να την αποχαιρετήσει. Ήταν ο τρόπος του να της πει πως θα γυρνούσε πίσω, πως πίστευε σε εκείνη. Η Νεφέλη κρέμασε το σπαθί στους ώμους της και του χαμογέλασε ενθαρρυντικά, παρόλο που δεν της περίσσευε κουράγιο. Έμειναν για λίγο να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και έπειτα πήδησε στην αγκαλιά του και τον φίλησε. Αυτός την κράτησε σφιχτά και ανταποκρίθηκε με πάθος που λύγιζε την αποφασιστικότητα της. Όταν την άφησε από τα χέρια του ένιωσε πως στεκόταν μόνη της σε έναν σκοτεινό και άσχημο κόσμο.
Αλλά έπρεπε να συνεχίσει.
«Καμία πρόβλεψη για εμένα;» ρώτησε τον Τόμας.
«Πολύ φοβάμαι ότι στο μέλλον σου επιδρούν πολλοί παράγοντες για να μπορώ να το προβλέψω.» της είπε με ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι είσαι πιο γενναία από όσο νομίζεις και ότι πρέπει να γυρίσεις πίσω.»
«Αυτό δεν ήταν και τόσο παρήγορο.» μουρμούρισε κακοδιάθετα.
Έδωσε το κλειδί στον Φρέντερικ και απομακρύνθηκε. Εκείνος μαζί με τον Τόμας άρχισαν να μουρμουρίζουν κάτι ακατάληπτο για εκείνη. Το κορίτσι προσπαθούσε να ηρεμίσει ανησυχώντας πως αυτό που βρισκόταν πίσω από την πύλη μπορούσε να μυριστεί τα συναισθήματα της και να τα χρησιμοποιήσει κατά κάποιο τρόπο εναντίον της.
Ήταν η πρώτη φορά που θα έβλεπε μία πύλη να ανοίγει και κοιτούσε τα πάντα γύρω της σα να ήταν η πρώτη φορά, περιμένοντας να δει τι επρόκειτο να συμβεί. Ένιωσε το περιβάλλον να της στέλνει δονήσεις και ζαλιζόταν. Είχε νιώσει ξανά αυτό το συναίσθημα… τότε ακόμα βρισκόταν στο δικό της κόσμο. Οι ρίζες των δέντρων ανεγέρθηκαν από το έδαφος και σε συνδυασμό με τα κλαδιά τους, σχημάτισαν μία πύλη. Ο άνεμος σήκωνε το χώμα και σχημάτιζε ανθρωπόμορφες σιλουέτες που την τρόμαζαν. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά στην πύλη και τότε είδε την Αντζέλικα να στέκεται αυτάρεσκη μπροστά της.
Οι δονήσεις γινόντουσαν ολοένα και πιο δυνατές ενώ μετά βίας άκουσε τη φωνή του Φρέντερικ να της φωνάζει πως έπρεπε να περάσει. Έτσι πήρε μια βαθιά ανάσα και παραμέρισε την πρώην φίλη της για να περάσει.
«Τα λέμε στην κόλαση.» της ψιθύρισε η Αντζέλικα.
«Ανυπομονώ.» είπε ψέματα.
Ένιωσε τη θερμοκρασία να αυξάνεται και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Την επόμενη κιόλας στιγμή έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Όταν άνοιξε και πάλι τα μάτια της βρισκόταν στο ίδιο σημείο μέσα στο δάσος, μόνο που ήταν σκοτάδι και τα πάντα γύρω της ήταν σαπισμένα ή μαραμένα.
Σηκώθηκε μετά δυσκολίας και χάραξε μία τυχαία πορεία. Το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο νου ήταν η προειδοποίηση του Φρέντερικ σχετικά με την παράμετρο του χρόνου.
Η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να την επηρεάζει αρνητικά έτσι επανέλαβε από μέσα της το πρώτο τραγούδι που της ήρθε στο μυαλό. Ο δρόμος της τώρα χωρίζονταν σε δύο μονοπάτια και κοντοστάθηκε για να αποφασίσει πιο θα ακολουθήσει.
Ένιωσε ένα υγρό να στάζει πάνω στα ρούχα και στο πρόσωπο της και υπέθεσε ότι είχε αρχίσει να ψιχαλίζει όμως όταν σκούπισε το μάγουλο της κατάλαβε πως ήταν αίμα. Έντρομη, κοίταξε επάνω και είδε τα κλαδιά του δέντρου να στάζουν με ολοένα και πιο αυξημένο ρυθμό μέχρι που έσπασαν. Άφησε ένα επιφώνημα και πισωπάτησε τρομαγμένη. Αλλά επέβαλε στον εαυτό της να ηρεμίσει.
Αισθάνθηκε μια κίνηση από τα δεξιά της και γύρισε απευθείας για να αντιμετωπίσει αυτό που ερχόταν. Όμως δεν υπήρχε τίποτα. Ένας απροσδιόριστος ήχος έσπασε την ησυχία της νύχτας αλλά δεν μπορούσε να βρει την εστία του. Προσπάθησε να ηρεμίσει αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό. Έτσι αποφάσισε να απομακρυνθεί μέχρι η πρόκληση της να γίνει πιο ξεκάθαρη.
Ακολούθησε το μονοπάτι που της επέβαλε το ένστικτο της και συνέχισε να περπατάει. Τσάκωσε τον εαυτό της να ξεχνά τα λόγια από το τραγούδι που επικαλούταν από μέσα της και της γινόταν όλο και πιο δύσκολο να θυμηθεί εφόσον η συγκέντρωση της έπασχε από το φόβο της για το άγνωστο. Παρατηρούσε το περιβάλλον γύρω της και κρατούσε στο νου της πως έπρεπε να φέρει εις πέρας αυτήν την αποστολή προκειμένου να γυρίσει πίσω, πίσω στον Φρέντερικ.
Όταν επιτέλους είδε μπροστά της ένα γνώριμο πρόσωπο δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να χαρεί ή όχι. Ήταν η μητέρα του Φρέντερικ. Την κοιτούσε τρομοκρατημένη και δε μιλούσε, μονάχα σήκωσε το χέρι της για να της δείξει μία πορεία και ύστερα χάθηκε. Η Νεφέλη ακολούθησε το μονοπάτι που της υπέδειξαν. Δεν έφτασε μακριά προτού εκείνος ο θόρυβος ηχήσει ξανά. Αυτή τη φορά ήταν πιο ξεκάθαρος, πιο δυνατός. Το κορίτσι στάθηκε σε επιφυλακή αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να εντοπίσει την εστία του. Περίμενε λίγο ακόμα και ύστερα ξέσπασε ένας ολιγόλεπτος σεισμός.
Μετά από αυτό, δύο μαύρες σιλουέτες την πλησίασαν από τα έγκατα του δάσους. Ήταν δύο άντρες. Επανέλαβε στον εαυτό της πως μπορούσε να το κάνει, πως μπορούσε να αναμετρηθεί μαζί τους.
Ο ένας από αυτούς πέρασε σε επίθεση και η Νεφέλη τον απέκρουσε με ευκολία ενώ τράβηξε το σπαθί του Φρέντερικ και περίμενε για την επόμενη κίνηση. Τώρα μπορούσε πλέον να δει ξεκάθαρα τη μορφή του αντιπάλου της… και αναρίγησε από φόβο. Το δέρμα του βρισκόταν σε αποσύνδεση αποκαλύπτοντας έτσι μερικά σημεία του σκελετού του. Η ιδέα πως αυτό το αποκρουστικό πλάσμα την είχε ακουμπήσει, της προκαλούσε αηδία όμως έπρεπε να πολεμήσει.
Ο δεύτερος άντρας δε φορούσε καμπαρτίνα, έτσι κατάφερε να δει πως δεν είχε σάρκα γύρω από ένα σημείο στη σπονδυλική του στήλη. Τον άφησε να έρθει αρκετά κοντά της και αφού απέκρουσε την επίθεση του τον χτύπησε στο κεφάλι με την λαβή του σπαθιού. Αισθάνθηκε τον πρώτο της αντίπαλο να ζυγώνει και έκανε μεταβολή για να τον αντιμετωπίσει. Όμως δεν ήταν αρκετά γρήγορη και σύντομα έπεσε φαρδιά πλατιά στο έδαφος.
Κύλισε στο χώμα για να αποφύγει το επόμενο χτύπημα του και τότε οσφράνθηκε μία οικεία και δυσάρεστη μυρωδιά. Δύο γιότλυ στην ίδια κατάσταση αποσύνδεσης με τον έναν από τους αντιπάλους της στεκόντουσαν σε απόσταση αναπνοής από εκείνη. Σηκώθηκε έντρομη και έσκυψε για να αποφύγει το ένα από αυτά που πήδησε στον αέρα για να την κατασπαράξει. Δεν κατάφερε ωστόσο να ξεφύγει από το δεύτερο που έμπηξε τα κοφτερά του δόντια στα πλευρά της.
Η Νεφέλη άφησε μία κραυγή και έπιασε τις γνάθους του για να το σταματήσει και να το πετάξει μακριά της. Άκουσε το κλάμα του και το είδε να τρέπεται σε άτακτο φυγή ενώ το ταίρι του της επιτέθηκε ξανά. Χρησιμοποίησε το σπαθί για να αμυνθεί κόβοντας του το κεφάλι. Το αποτέλεσμα αυτής της της πράξης έκανε το στομάχι της να σφιχτεί. Μπορεί αυτό το πλάσμα να ήταν δόλιο και να σκόπευε να τη φάει ζωντανή, αλλά δεν της άρεσε που συμπεριφερόταν τόσο βίαια σε ένα ζώο.
Αυτό που προείχε όμως ήταν οι δύο άντρες που είχαν απομείνει… όχι, δεν ήταν δύο. Κοίταξε ολόγυρα και είδε άντρες και γυναίκες να την κυκλώνουν. Έτσι αποφάσισε πως η καλύτερη στρατηγική θα ήταν να το βάλει στα πόδια. Έσπασε τον κλειώ τους και άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση που της είχε υποδείξει η μητέρα του Φρέντερικ όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Τους ένιωθε να την ακολουθούν και αυτή η ιδέα στοίχειωνε το μυαλό της και σκόρπιζε το φόβο της. Δεν ήξερε ποιος ήταν ο προορισμός της και η έλλειψη κάποιου στόχου μείωνε την αποφασιστικότητα της. Τότε ένιωσε κάποιον να την τραβάει από τον ώμο και να τη στρέφει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ήταν μία γυναίκα με πρόσωπο καλυμμένο από τατουάζ. Την άρπαξε από το λαιμό και τη σήκωσε στον αέρα. Η θηλιά από τα δάχτυλά της έκαιγαν τον λαιμό της και δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά τα χτυπήματα της ήταν αδύναμα.
Το πλήθος που την είχε κυκλώσει είχε πλέον χαθεί, ένας άντρας έμεινε μόνο να ακολουθεί. Όταν τους έφτασε άρπαξε τη γυναίκα από τα μαλλιά αναγκάζοντας τη να πέσει στο έδαφος και μαζί με εκείνη, έπεσε και η Νεφέλη. Όταν το κορίτσι τον είδε να σκύβει από επάνω τους, υπέθεσε πως το έκανε για να την πιάσει και μπουσούλισε μακριά τους. Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά πάνω από τον ώμο της, είδε τον άντρα να δαγκώνει την αντίπαλο της στο λαιμό. Τόσο η εικόνα, όσο και οι κραυγές της γυναίκας, την έκαναν να παγώσει στη θέση της αλλά το βλέμμα του κανίβαλου που τώρα στράφηκε σε εκείνη την ώθησε να σηκωθεί και να τρέξει.
Άκουσε ένα μουγκρητό, ερχόταν για εκείνη και ήξερε πως έπρεπε να τον αποφύγει, αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί. Κράτησε το σπαθί όσο πιο σφιχτά μπορούσε αλλά τα χέρια της έτρεμαν και τα γόνατα της λύγιζαν.
Έφερε την ανάμνηση του Φρέντερικ στο μυαλό της και αυτό της έδωσε δύναμη. Έπρεπε να γυρίσει πίσω σε εκείνον… Ήθελε να γυρίσει πίσω σε εκείνον. Έτσι όρμισε στον άντρα αλλά ήταν πολύ επιδέξιος για εκείνη και το μόνο που κατάφερνε ήταν να αποφύγει τα δικά του χτυπήματα. Όταν τις δόθηκε η ευκαιρία την άδραξε και κάρφωσε τη λεπίδα στο κρανίο του. Έπειτα τράβηξε το σπαθί μακριά και έκανε εμετό δίπλα στο αναίσθητο σώμα του. Μετά από λίγο όμως εκείνος άρχισε να σαλεύει ξανά. Η Νεφέλη τινάχτηκε στον αέρα και άρχισε να τρέχει ξανά.
Όταν ήταν πλέον πολύ κουρασμένη για να συνεχίσει, σταμάτησε. Δεν αναγνώριζε το μέρος στο οποίο βρισκόταν. Ένιωθε λες και ήταν ο ήρωας σε κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι και άλλαζε πίστες καθώς προχωρούσε ενώ αναρωτιόταν αν μπορούσε να κάνει restart στην περίπτωση που πέθαινε.
Μπροστά της τώρα απλωνόταν ο πύργος του αρχηγείου. Μόνο που βρισκόταν σε λάθος τοποθεσία. Παρ’ όλα αυτά πλησίασε και μπήκε μέσα. Όμως τίποτα δεν έμοιαζε οικείο, παρόλο που όλα ήταν ίδια. Κοντοστάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη όπως κάποτε είχε κάνει με συντροφιά της τον Τόμας. Στην αντανάκλαση είδε και πάλι τον εαυτό της και όπως και την προηγούμενη φορά, δεν μπορούσε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα.
«Πρέπει να φύγεις!» άκουσε τη φωνή της μητέρας του Φρέντερικ να της λέει. Κοίταξε γύρω της αλλά δεν την είδε πουθενά. «Γύρισε πίσω…» την άκουσε να λέει ξανά. «Βρίσκεται εκεί που είναι η καρδιά σου… Γρήγορα!» δεν μπορούσε να βγάλει άκρη από τα λεγόμενα της. Το μόνο που μπορούσε να υποθέσει ήταν ότι έπρεπε να πάει στο δωμάτιο του Φρέντερικ.
Της είχε πει πως κάτι βρισκόταν εκεί που είναι η καρδιά της. Εφόσον αυτή η φράση δεν έβγαζε νόημα κυριολεκτικά, σκέφτηκε ότι αναφερόταν στον Φρέντερικ.
Ανέβηκε τη σκάλα στα γρήγορα άνοιξε την πόρτα από το δωμάτιο του αγοριού της. Όμως δεν υπήρχε τίποτα για να πάρει, τίποτα διαφορετικό. Προσπάθησε να ηρεμίσει ελπίζοντας αυτό να τη βοηθήσει να σκεφτεί. Και τότε άκουσε ένα οικείο ήχο. Ήταν το χτύπημα μίας καρδιάς.
Έκλεισε την πόρτα πίσω της και έψαξε το δωμάτιο έχοντας πλέον πιστεί πως κάποιο άλλο ζωντανό πλάσμα βρισκόταν μαζί της. Κοίταξε κάτω από το κρεβάτι και εκεί βρήκε ένα σεντούκι. Ο ήχος προερχόταν από αυτό. Προσπάθησε να το τραβήξει αλλά είχε σκαλώσει κάπου. Έβαλε περισσότερη δύναμη και τότε το πρόσωπο ενός μικρού παιδιού πετάχτηκε από το πουθενά και της χίμηξε.
Η Νεφέλη κουτούλισε στην κάσα του κρεβατιού αλλά πρόλαβε να αρπάξει το μικρό αγόρι από τους ώμους και να τον σπρώξει μακριά της. Εκείνο την κοιτούσε εξαγριωμένο και έτοιμο να της επιτεθεί αλλά η Νεφέλη δεν σκόπευε να βλάψει ένα μικρό παιδί.
«Κάτσε φρόνιμος.» του είπε αυστηρά. Εκείνη έσκυψε και πάλι κάτω από το κρεβάτι και τράβηξε το σεντούκι. Το ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι τη στιγμή που η πόρτα του άνοιξε με πάταγο από τη συνοδεία δυνατού αέρα. Η Αντζέλικα μπήκε μέσα κρατώντας στα χέρια της ένα νυστέρι. Στη θέα της το αγόρι άρχισε να φωνάζει και έτρεξε να φύγει φοβισμένο ενώ η Νεφέλη σηκώθηκε όρθια με σκοπό να την αντιμετωπίσει.
«Δεν πίστευα ότι θα το άκουγες. Βέβαια είχες βοήθεια, αλλά ούτε εγώ έπαιξα δίκαια. Βλέπω…» είπε δείχνοντας με ένα νεύμα τις πληγές της. «δυσκολεύτηκες μέχρι να έρθεις. Καλύτερα που ήρθες όμως, τώρα θα έχω την απόλαυση να σε ακούσω να κραυγάζεις από τον πόνο… να με παρακαλάς.» της είπε με φωνή χαμηλή, απειλητική.
«Θα έπρεπε να καταλαβαίνω τι λες;» αντέτεινε προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της ατάραχη.
«Δεν ήθελα να έρθεις μέχρι εδώ, αλλά τα κατάφερες. Και τώρα βρήκες την καρδιά του κόσμου μας. Όποιος ελέγχει την καρδιά κρατάει αυτόν τον κόσμο στα χέρια του. Και εσύ ήρθες εδώ διεκδικώντας τον.» η Νεφέλη είχε ένα πάρα πολύ άσχημο προαίσθημα για αυτό. «Είναι λοιπόν δικός σου… αν το αντέξεις.» όμως εξακολουθούσε να μην βγάζει άκρη από τα λόγια της. Η μητέρα του Φρέντερικ ξεπρόβαλε θλιμμένη από πίσω της και στάθηκε στο πλευρό της.
«Η δοκιμασία ήταν να ακούσεις το κάλεσμα της. Είσαι ικανή λοιπόν. Όμως τώρα πρέπει να αντέξεις.» της εξήγησε με τη σειρά της.
«Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε.» είπε υψώνοντας τον τόνο της φωνής της.
«Τη βρήκες… και τώρα την κρατάς.» της είπε η Αντζέλικα με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
Την επόμενη κιόλας στιγμή, χέρια την έπιασαν και την ακινητοποίησαν στο κρεβάτι. Ξαφνικά το δωμάτιο ήταν γεμάτο κόσμο, γεμάτο πρόσωπα που την τρόμαζαν. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, όσο και αν προσπαθούσε. Τα ανθρώπινα δεσμά της ήταν δυνατότερα από εκείνη και το πρόσωπο της μητέρας αυτού που αγαπούσε την κοιτούσε θλιμμένο και τρομαγμένο προτού εξαφανιστεί.
Κάποιος της έσκισε την μπλούζα και τώρα το στήθος της ήταν γυμνό. Η Αντζέλικα, με πρόσωπο παραμορφωμένο από σαδισμό ακούμπησε το νυστέρι στο στήθος της και έκοψε το δέρμα της κατά μήκος της καρδιά της. Η Νεφέλη ούρλιαξε από τον πόνο και το σώμα της τώρα χρησιμοποιούσε όση δύναμη και νεύρο της είχε απομείνει για να ξεφύγει από αυτούς που την κρατούσαν. Κάποιος άνοιξε το σεντούκι και κράτησε την καρδιά που βρισκόταν μέσα σε αυτό. Χτυπούσε παρόλο που κανένα σώμα δεν της παρείχε το αίμα που χρειαζόταν για αυτήν της τη λειτουργία.
Η Νεφέλη προσπαθούσε διαρκώς να κρατήσει στο νου της τις αισθήσεις που το μεσημέρι εκείνο με τον Φρέντερικ της είχε προσφέρει. Ήλπιζε πως αυτό θα απομάκρυνε τον πόνο. Όμως έκανε λάθος. Αυτό που κατάλαβε προτού λιποθυμήσει ήταν πως επρόκειτο να της μεταμοσχεύσουν την καρδιά. Αλλά δεν έβγαζε νόημα, οι μεταμοσχεύσει καρδιάς απαιτούσαν εξοπλισμό που θα έκανε τη δουλειά της καρδιάς κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης. Όμως υπέθεσε πως αφού μία καρδιά μπορούσε να χτυπά χωρίς κάποιο σώμα ή κάποια υποστήριξη, όλα ήταν πιθανά. Ξαφνικά, τα λεγόμενα της Αντζέλικα έβγαζαν νόημα.
…τη βρήκες και τώρα θα την κρατήσεις…
…τώρα πρέπει να αντέξεις…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου