Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Σεσίλ

Ένας όμορφος ψηλός νεαρός άντρας καθόταν στο θρόνο του κάστρου του. Είχε μαύρα σγουρά μαλλιά που ακουμπούσαν τους ώμους του και πράσινα διαπεραστικά μάτια. Παρά το νεαρό της ηλικίας του ήταν ο αρχηγός τους μιας ολόκληρης στρατιάς αντρών και ο ανερχόμενος βασιλιάς.
Ένα μεγάλο κόκκινο χαλί ξεκινούσε από την κεντρική πόρτα του δωματίου και κατέληγε στο υπόβαθρο όπου είχαν στηθεί οι δύο θρόνοι. Δεξιά και αριστερά από αυτούς υπήρχαν κίονες που βαστούσαν την οροφή και που πίσω από αυτούς κρυβόντουσαν περαιτέρω πόρτες που οδηγούσαν στα υπόλοιπα δωμάτια και από τις οποίες μπαινόβγαιναν διαρκώς υπηρέτες. Πίσω από τους θρόνους υπήρχαν αγκαθωτά αναρριχόμενα φυτά. Είχαν ανθίσει μονάχα τρία λουλούδια και αυτά θύμιζαν τουλίπες με βαθύ κόκκινο χρώμα και λευκές ανταύγειες.
Ένας ακόμα άντρας έμπαινε τώρα από το κατώφλι. Ήταν μεγάλος σε ηλικία με μέτριο ανάστημα και αραιά καστανά μαλλιά και μάτια.
 «Έφτασε η καλεσμένη μας άρχοντα μου.»
«Περιέγραψε μου την Βέλος.» του ανέθεσε χτυπώντας ρυθμικά τα δάχτυλα του στο μπράτσο του θρόνου.
«Ε… είναι πανέμορφη.» του απάντησε εμφανώς συνεπαρμένος από την ανάμνηση.
«Πολύ ενθουσιώδη σε βρίσκω.» σχολίασε κοφτά.
«Ακόμη και η Θεά Νεφέλη θα ζήλευε την ομορφιά της. Τέτοια πλάση θεωρείς εξαφανίστηκε από τον πλανήτη μας.» συνέχισε ακόμα πιο ένθερμα αυτή τη φορά.
«Καλά, πες τους να μου τη φέρουν μέσα.» συνέχισε αδιαφορώντας για τον ενθουσιασμό του υπηκόου του.
«Μάλιστα αφέντη μου.» είπε και έτρεξε προς την έξοδο από όπου έκανε νόημα στον Κόναρ να τη φέρει μέσα. Ήταν χλομή και το χέρι της κρεμόταν αφύσικα από τον ώμο της. Αλλά τίποτα από αυτά δεν επισκίαζε την ομορφιά της.
Το πρώτο πράγμα που η Νεφέλη πρόσεξε όταν την έφεραν ενώπιων εκείνου του άντρα, ήταν το άνθος που φυόταν πίσω από εκείνον, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από επάνω του… ώσπου η φωνή του Κόναρ την έφερε πίσω στην πραγματικότητα.
«Ο πατέρας σας… άρχοντα μου;»
«Όπως βλέπεις δεν είναι εδώ. Είμαι όμως εγώ, απογοητεύτηκες;»
«Φυσικά και όχι. Συγχωρέστε με, απλώς δε σας περίμενα.»
«Ο πατέρας μου είναι ένας πολύ απασχολημένος άντρας, μου ζήτησε να αναλάβω την επισκέπτρια μας. Για αυτό φύγετε, θα προτιμούσα να κάνετε κάτι χρήσιμο.»
«Όχι περίμενε!» τον σταμάτησε η Νεφέλη. «Τί θα κάνεις με τον Τόμι; Μου υποσχέθηκες ότι θα είναι ασφαλής, θέλω να τον αφήσεις!» ο Κόναρ όμως δεν της απάντησε. Γύρεψε το νεύμα του αφεντικού του και ύστερα έφυγε μαζί με το Βέλος αφήνοντας το κορίτσι μόνο και απηυδισμένο με αυτόν τον μυστηριώδη άντρα. Αυτός την κοίταξε εξεταστικά και έπειτα…
«Έχεις χτυπήσει.»
«Το ξέρω.» μουρμούρισε νευριασμένα. «Τί θα…» η κοπέλα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και η πόρτα άνοιξε ξανά για να μπει μέσα άλλος ένας υπηρέτης. Η Νεφέλη κοιτούσε καχύποπτα, μια το νεοφερμένο και μία τον άντρα που καθόταν στον θρόνο.
Οπισθοχώρησε όταν κατάλαβε πως ο υπηρέτης όχι μόνο ερχόταν προς το μέρος της, αλλά σκόπευε να την αγγίξει.
«Μη φοβάσαι, θα σε βοηθήσει.»
«Ποιός σου είπε ότι…» οι διαμαρτυρίες της δε σταμάτησαν τον άντρα που ψαχούλευε πλέον το δεξί της ώμο πιέζοντας τον. Στην αρχή την πόνεσε, ύστερα όμως ο πόνος εξαφανίστηκε τελείως. Κούνησε για λίγο το χέρι της δύσπιστα αλλά δεν άλλαξε συμπέρασμα.
«Πώς σε λένε;»
«Νεφέλη.» είπε μέσα από τα δόντια της βλέποντας τον άνθρωπο που την είχε γιατρέψει να φεύγει.
«Θα σε φωνάζω Σεσίλ.»
«Καλά κουφός είσαι; Δεν άκουσες τι σου είπα;» μετάνιωσε όμως αμέσως για το ξέσπασμα της, βρισκόταν σε ένα μέρος όπου τέτοιου είδους αντιδράσεις δεν μπορεί να ήταν αποδεκτές. Αλλά εκείνος δε θύμωσε, ούτε απάντησε. Έτσι πήρε και πάλι το λόγο. «Εσένα πως σε λένε;» είπε προσέχοντας τον τόνο της αυτή τη φορά.
«Έχει σημασία;» τη ρώτησε με μία υποψία χαμόγελου.
«Αν σκεφτείς ότι δε σκοπεύω να σε φωνάζω άρχοντα, ή τίποτα παραπλήσιο… πρέπει να σε φωνάζω κάπως, σωστά;»
«Σωστά.» συνέχισε με το ίδιο ύφος. «Νίκολα. Ο φίλος σου θα φυλάγετε στα μπουντρούμια του κάστρου. Θα είναι ασφαλής εκεί. Μπορείς να τον επισκέπτεσαι όποτε θέλεις. Αν και δε θα ήταν ιδιαίτερα φρόνιμο από μέρους σου από την στιγμή που δεν μπορείς να υπερασπιστεί τον εαυτό σου.»
«Και ποιος σου είπε ότι δεν μπορώ;» αντέτεινε θιγμένη.
«Δεν χρειάζεται να μου το πει κανείς. Είσαι σαν αγρίμι περικυκλωμένο από κυνηγούς… πολύ μακριά από τα λημέρια του.»
«Τότε γιατί με χρειάζεσαι;»
«Σε χρειάζομαι; Όχι, απλώς θα σε εκπαιδεύσω και τότε μόνο θα μπορείς να αποτελέσεις ένα καλό πλεονέκτημα.»
«Και δε φοβάσαι ότι το αγρίμι θα σου χιμήξει όταν εσύ δεν κοιτάς, ή θα σου δαγκώσει το χέρι όταν πας να το ταΐσεις;» τον ρώτησε ειρωνευόμενη με τον τρόπο της τα λόγια του.
«Όχι, είμαι καλός δαμαστής.» έδειχνε να απολαμβάνει ιδιαίτερα τη μικρή τους συζήτηση, κάτι που εκνεύριζε την Νεφέλη ακόμα περισσότερο.
«Και πως παίζεται αυτό το παιχνίδι;»
«Τα λεγόμενα μου θα είναι οι κανόνες σου. Αν τα παραβείς, θα τιμωρήσε.» τα λόγια του την πείσμωναν, αλλά με τη ζωή του Τόμι στο σκοινί, δεν μπορούσε να αφήσει τον εγωισμό της να κερδίσει.
«Πότε αρχίζουμε;» του είπε βιάζοντας ένα χαμόγελο στα χείλη της.
«Ω, έχουμε ήδη αρχίσει. Θα μείνεις εδώ, στο κάστρο. Μαζί με το χαρέμι. Μην ανησυχείς, δε θα σε ακουμπάει κανείς.» συμπλήρωσε όταν είδε το μορφασμό στο πρόσωπο της. «Σε λίγο θα δειπνήσεις με εμένα και τον βασιλιά. Εν τω μεταξύ, οι υπηρέτες θα σε οδηγήσουν στα λουτρά και θα σου δώσουν καθαρά ρούχα. Αργότερα θα προχωρήσουμε στο πρώτο σου μάθημα.»
«Ο προσωπικός μου δάσκαλος, θα έπρεπε να με τιμάει αυτό φαντάζομαι.» του είπε επιδιώκοντας να ακουστεί σαρκαστική.
«Το μόνο που πρέπει να ξέρεις είναι ότι δεν είμαι επιεικής, τα υπόλοιπα θα τα μάθεις… με τον χρόνο.» η Νεφέλη δεν ήθελε να δώσει περισσότερη έκταση στη συζήτηση τους, έτσι άφησε τους τρεις υπηρέτες που είχαν μόλις μπει στο δωμάτιο να την οδηγήσουν μακριά.
***

Ο Τόμι βρισκόταν πίσω από την πόρτα της κουζίνα στη βάση της σκάλας. Δε σκόπευε να μπει μέσα γιατί τότε θα σταματούσαν τη συζήτηση και θα του ζητούσαν να πάει να κοιμηθεί. Έτσι περίμενε εκεί και άκουγε όλα όσα έλεγαν. Όταν ο ήχος από τα βήματα κάποιου έσπασε την ησυχία που επικρατούσε στην είσοδο, έκανε μεταβολή και πήρε το πιο αθώο του βλέμμα. Ο Φρέντερικ ερχόταν τώρα προς το μέρος του και έμοιαζε πολύ κουρασμένος. Το παιδί ήλπιζε μονάχα να μην έχει την διάθεση να τον κατσαδιάσει.
«Εσύ δε θα έπρεπε να κοιμάσαι;»
«Εε… ήθελα να πιω λίγο νερό.»
«Πώς τα πάνε με τη συνέλευση;» τον ρώτησε αγνοώντας το ψέμα του.
«Όχι πολύ καλά.» του είπε προσπαθώντας να φανεί… μεγάλος. «Πού ήσουν;»
«Γιατί δεν πάς να κοιμηθείς;» του είπε ανακατεύοντας τα μαλλιά του ενώ ο άνοιξε την πόρτα και μπήκε στην κουζίνα.
***

Η ώρα του γεύματος είχε έρθει και η Νεφέλη φορούσε το φόρεμα που της είχε δώσει ένας υπηρέτης. Στο χώρο της τραπεζαρία υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι στη μία άκρη του οποίου καθόταν ένας εύσωμος άντρας με μακριά ξανθά ίσια μαλλιά πιασμένα αλογοουρά. Είχε καστανά μάτια και μία μεγάλη ουλή στο δεξί του μάγουλο.
Ο Νίκολα καθόταν στα δεξιά του πατέρα του. Οι υπηρέτες την άφησαν στην είσοδο και οι δύο άντρες την κοιτούσαν τώρα εξεταστικά. Δεν περίμενε πρόσκληση, προχώρησε προς το εσωτερικό και πήρε τη θέση της δύο θέσεις μακριά από τα αριστερά του βασιλιά. Καθ’ όλη της τη διαδρομή είχε το βλέμμα της καρφωμένο στο μεγαλύτερο σε ηλικία άντρα ελπίζοντας να του δείξει ότι δεν τον φοβόταν… παρόλο που κάτι τέτοιο δεν ήταν αλήθεια. Έριξε μια κλεφτή ματιά στον Νίκολα και τον βρήκε να χαμογελάει, σα να περίμενε πως η κοπέλα θα αντιμετώπιζε έναν άντρα όπως τον πατέρας του με τόσο θράσος.
«Χαίρομαι που πήρες τις σωστές αποφάσεις και διάλεξες να σταθείς στο πλευρό μας. Είμαι ο Φαίδος.» έσπασε πρώτος τη σιωπή ο άντρας. «Φαίνεσαι έξυπνη κοπέλα, αυτό μόνο μια καλή συνεργασία μπορεί να μας εξασφαλίσει. Πίστεψε με, δε με θέλεις για εχθρό σου. Πλέον ανήκεις σε εμένα. Όταν αποφασίσεις πως αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί… δε θα ανήκεις σε κανέναν.» συνέχισε κοφτά. Η Νεφέλη δεν μπορούσε να τον αφήσει να την τρομοκρατήσει, αλλά δεν πίστευε πως βρισκόταν σε θέση όπου μπορούσε να εκφέρει ελεύθερα τη γνώμη της, οπότε συνέχισε να τον κοιτάζει με το πιο υπεροπτικό και συνάμα αδιάφορο βλέμμα που είχε. «Όμως θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσουμε το γεύμα μας.» είπε και με ένα του νεύμα άνοιξαν οι πόρτες και υπηρέτες ξεχύθηκαν στην αίθουσα. Εκείνη προσπαθούσε να παραμείνει ήρεμη, αλλά τα γόνατα της έτρεμαν. Ένιωθε πως έμπαινε στα βαθιά και δεν ήξερε να κολυμπάει. «Πες μου κάτι για τον κόσμο σου.»
«Τον… κόσμο μου;» αντέτεινε μπερδεμένη. Τότε όμως θυμήθηκε το μύθο που της είχε αφηγηθεί νωρίτερα ο Κόναρ. Οι λέξεις του τριβέλιζαν το μυαλό της.
Κορίτσι… προδοσία…
Ξαφνικά θυμήθηκε τα λεγόμενα του Φρέντερικ.
Αυτό θεωρήθηκε προδοσία…
Παράλληλοι κόσμοι…
Θύμωσε με τον εαυτό της που δεν το είχε σκεφτεί πιο πριν. Οι δικοί της πρόγονοι ήταν εκείνοι που είχαν εγκαταλείψει τον κόσμο στον οποίο άνηκαν… Είχαν λιποτακτήσει. Αναρωτήθηκε αν αυτό της το συμπέρασμα σήμαινε πως ο Φρέντερικ της είχε πει ψέματα…
Ας πούμε πως έρχεσαι από μακριά… από πολύ διαφορετικά μέρη…
Δεν ήξερε τι να σκεφτεί, χρειαζόταν χρόνο για να οικειοποιηθεί των καινούριων αυτών δεδομένων.
«Δε θυμάμαι.» έδωσε την απάντηση της κοφτά.
«Δε θυμάσαι; Τί ακριβώς σημαίνει αυτό;» μίλησε για πρώτη φορά ο Νίκολα. Όλα έδειχνα πως η απάντηση της του είχε κινήσει το ενδιαφέρον κατά πολύ.
«Ότι δε θυμάμαι τίποτα πέρα από τις τελευταίες μέρες της ζωής μου.» οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν μεταξύ σους σα να είχαν μόλις καταλάβει πολλά περισσότερα από όσα η απάντηση της κοπέλας φυλούσε για την ίδια.
Οι περαιτέρω συζητήσεις τους αφορούσαν κυρίως πατέρα και γιο ενώ προχώρησαν σε γενικόλογα. Η Νεφέλη προσπαθούσε να παρατηρεί τις αντιδράσεις και τις κινήσεις των δυο τους. Αλλά αυτό που πρόσεξε κατά κύριο λόγο ήταν πως ο Νίκολα την κοιτούσε αρκετά συχνά με βλέμμα γεμάτο περιέργεια… αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
***

Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και μέσα μπήκε ο Φρέντερικ. Ξαφνικά, όλες οι συζητήσεις σταμάτησαν. Το αγόρι έκανε μερικά βήματα προς το τραπέζι χωρίς να κοιτάξει κανέναν τους, τράβηξε μία καρέκλα και κάθισε σιωπηλός στηρίζοντας το κεφάλι του στα χέρια ενώ περνούσε τα δάχτυλα του μέσα από τα μαλλιά του για να καταλήξει να σταυρώσει τα μπράτσα του μπροστά στο στήθος του. Κανείς από τους προδότες που γνώριζε δεν είχε δεχτεί να συνεργαστεί μαζί του, έβρισκαν το σχέδιο του πολύ ριψοκίνδυνο για τις άθλιες ζωές τους. Έριξε μια πρόχειρη ματιά στους υπόλοιπους.
 «Αποφασίσαμε να πάρουμε βάρδιες στα σύνορα… να περιμένουμε για εκείνη να φτάσει μέχρι εκεί.» τον ενημέρωσε η Σοφία.
«Υπάρχει προδότης ανάμεσα μας, το ξέρετε έτσι;» το αγόρι κατάφερε επιτέλους να εκμυστηρευτεί αυτήν του τη σκέψη με τους υπόλοιπους. Τριβέλιζε το μυαλό του εδώ και ώρες ενώ είχε ήδη ψάξει έξω από το αρχηγείο για να επιβεβαιώσει τις εικασίες του.
«Να γειάσει το στόμα σου!» αναφώνησε ο Αντρέας. «Είδατε; Που με λέγατε κακόβουλο!»
«Τί εννοείται…; Εδώ, στο αρχηγείο;» τους ρώτησε διστακτικά η Ρόζα κοιτώντας τρομαγμένα γύρω της.
«Μόνο έτσι εξηγείται.» συνέχισε το αγόρι.
«Τώρα έρχεσαι στα λόγια μου.» τον ενθάρρυνε ο Αντρέας.
«Μα… από πού και ως που;» είπε σιγανά η Μαργαρίτα.
«Δεν έχουμε την πολυτέλεια να ασχοληθούμε με εικασίες.» τους συμβούλεψε ο Χάρης. «Οι φάρσες έχουν κοστίσει τη ζωή δύο ανθρώπων ενώ πληθαίνουν σε αριθμούς και αυξάνουν σε βία… σε σημείο που δε νομίζω ότι είναι φάρσες. Αν είναι να μιλήσουμε για προδότες, ας εστιάσουμε σε αυτούς που δημιουργούν πιο επίκαιρα προβλήματα. Τώρα που το θυμήθηκα, τελικά θα πρέπει να φύγουμε αύριο για τη δυτική κοιλάδα.» συνέχισε απευθυνόμενος στον Φρέντερικ.
Το αγόρι τον κοίταξε ξαφνιασμένο αλλά αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερα έτσι. Όσο πιο γρήγορα ξεμπέρδευε με αυτήν του την υποχρέωση, τόσο πιο σύντομα θα έστρεφε την προσοχή του στην Νεφέλη.
Έτσι σηκώθηκε να φύγει. Έπρεπε να επιστρέψει στο δωμάτιο του και να ξεκουραστεί, δεν μπορούσε να ταξιδέψει σε αυτά τα χάλια.
***

Η Νεφέλη βρισκόταν τώρα σε έναν τεράστιο κήπο που όμως δεν είχε λουλούδια ούτε χορτάρι, μονάχα τρία δέντρα. Περίμενε τον Νίκολα, έτσι είχε λίγο χρόνο για να σκεφτεί.
Δεν έπαυε να πιστεύει στον Φρέντερικ, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να αναρωτιέται γιατί εκείνος δεν της είχε αναφέρει αυτόν τον ανόητο μύθο νωρίτερα. Ο Νίκολα και οι δύο υπηρέτες που τον ακολουθούσαν κουβαλώντας σπαθιά και κοντάρια, διέκοψαν τον ειρμό των σκέψεων της. Οι ακόλουθοι τους άφησαν τον εξοπλισμό στο έδαφος και ύστερα τους άφησαν μόνους.
«Τί θα κάνουμε;» τον ρώτησε ανέκφραστα. Εκείνος την επεξεργάστηκε για λίγο και μετά της πέταξε ένα κοντάρι που σήκωσε από το έδαφος χρησιμοποιώντας το πόδι του. Αναμνήσεις από το μοναδικό μάθημα που είχε κάνει με τον Φρέντερικ και την Σοφία ήρθαν στο μυαλό της. Τότε δεν τα είχε πάει καθόλου καλά και κάτι της έλεγε ότι αυτό το γεγονός δεν επρόκειτο να αλλάξει τώρα. Ο Νίκολα έβγαλε ένα μαύρο μαντίλι από την τσέπη του και την πλησίασε. «Τί κάνεις;» τον ρώτησε αμυντικά.
«Δε μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι. Σου εξήγησα τους κανόνες. Θα κάνεις αυτό που σου λέω… τόσο απλά.» η Νεφέλη κατάπιε την πικρόχολη απάντηση της μαζί με την αξιοπρέπεια της και τον άφησε να την πλησιάσει, διαπιστώνοντας πως ήθελε να της δέσει τα μάτια. Δεν της άρεσε η ιδέα πως δε θα ήταν σε θέση να βλέπει τι συνέβαινε γύρω της. «Προσπάθησε να συγκεντρωθείς στους ήχους όσο εγώ θα σου επιτίθεμαι.
Άντε πάλι τα ίδια. Σκέφτηκε.
Όταν έπραξε σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ένιωσε τον Νίκολα να απομακρύνετε. Έκανε κρύο… οι φυλλωσιές των δέντρων κινούνταν από τον αέρα. Προσπάθησε να διώξει κάθε σκέψη από το μυαλό της, αλλά πριν τα καταφέρει ένιωσε έναν γρήγορο ρυθμό κάπου κοντά της και πριν προλάβει να αντιδράσει, ένιωσε ένα πολύ δυνατό χτύπημα στο στομάχι της.
Έπεσε στα γόνατα όμως σηκώθηκε ξανά. Επιδίωξε να συγκεντρωθεί και έσφιξε το κοντάρι στα χέρια της. Όμως ούτε αυτήν τη φορά τα κατάφερε. Την χτύπησε στο σπλήνα της κάνοντας τη να χάσει την ανάσα της. Πλέον ανέπνεε με δυσκολία και ζαλιζόταν. Δεν είχε καταλάβει πως είχε πέσει και πάλι στα γόνατα μέχρι που ο Νίκολα της έβγαλε το μαντίλι.
«Πρέπει να βγάλεις τον πόνο από το μυαλό σου.» της είπε αυστηρά.
«Δεν βρίσκετε εκεί.» μουρμούρισε σε μια προσπάθεια να ακουστεί σαρκαστική.
«Εκεί βρίσκονται όλα.»
«Δηλαδή θέλεις να μου πεις πως απλώς πρέπει να ξεχάσω ότι πονάω;» τον ρώτησε απηυδισμένη.
«Όχι, απλώς να τον παραμερίσεις για λίγο. Θα σου δώσει ένα προβάδισμα κλασμάτων του δευτερολέπτου που σου εξασφαλίζει μια ευκαιρία να επιτεθείς ξανά. Αψήφησε τον. Το ίδιο και με τα αισθήματα σου, σε κάνουν αδύναμη.»
«Κάνεις λάθος!» του είπε με σθένος ενώ σηκωνόταν ξανά.
«Είχα την εντύπωση ότι δε θυμώσουν τίποτα από τη ζωή σου. Πώς ξέρεις αν κάνω λάθος ή όχι;» αυτή ήταν μια ερώτηση που η Νεφέλη δεν μπορούσε να απαντήσει… όσο και αν το ήθελε. «Βάλε ξανά το μαντίλι.» της είπε αυστηρά.
«Μήπως θα ήταν καλύτερα αν…»
«Βάλε ξανά το μαντίλι.»
Η προπόνηση συνεχίστηκε για ώρες. Η Νεφέλη δεν είχε καταφέρει να αποκρούσει ούτε μία επίθεση αλλά μερικές φορές ήταν σε θέση να καταλάβει από πια πλευρά θα δεχόταν το χτύπημα. Μετάνιωνε που γκρίνιαζε στον Φρέντερικ ότι ήταν σκληρός μαζί της ενώ εκείνος της φερόταν πολύ καλά σε σύγκριση με τον Νίκολα. Ωστόσο κάτι της έλεγε ότι ο καινούριος της προπονητής δεν χρησιμοποιούσε ούτε στο μισό τη δύναμη του κατά την διάρκεια των χτυπημάτων του.
Το σώμα της την έκαιγε και πονούσε. Όταν επιτέλους έφτασε στο χαρέμι έμεινε έκθαμβη.
Στο επίκεντρο της αίθουσας υπήρχε ένα μεγάλο λουτρό και γύρω από αυτό είχαν τοποθετηθεί μαξιλάρες σε διάφορα γήινα χρώματα και μεγέθη στα οποία καθόντουσαν πανέμορφες κοπέλες. Άλλες νέες, άλλες μεγάλες και άλλα παιδιά. Έδειχναν να είναι χαρούμενες και συζητούσαν πρόσχαρα μεταξύ τους ενώ αρκετές από αυτές φορούσαν ένα πανομοιότυπο μεταγιόν. Επικρατούσε μία βαβούρα από φωνές και από γέλια, ήχοι που δεν περίμενε να ακούσει σε ένα τέτοιο μέρος. Κανείς δε φάνηκε να την προσέχει, έτσι έκανε μερικά βήματα και κάθισε στην πρώτη άδεια μαξιλάρα που βρήκε.
«Έ, κοπελιά.» της φώναξε μία μεσήλικη γυναίκα με κοντά ίσια κόκκινα μαλλιά. Τα γαλάζια της μάτια φαινόντουσαν απειλητικά. «Αυτή είναι η δικιά μου μεριά, τράβα αλλού.» της είπε αρπάζοντας την από το μπράτσο και σπρώχνοντας την. Όμως δεν άφησε τη λαβή της. Αυτή την φορά την τράβηξε προς το μέρος της και την κοίταξε εξεταστικά. «Εσύ έχεις τα χάλια σου. Ποιός σε σακάτεψε;»
«Όχι, δεν… έπεσα από τις σκάλες.» είπε το πρώτο ψέμα που της ήρθε στο μυαλό.
«Καλά ντε, μην σκιάζεσαι. Έλα, πρέπει να καθαρίσουμε τις πληγές σου. Έχεις πολύ όμορφο δέρμα για να είναι τόσο ταλαιπωρημένο.» την έβαλε πάλι να κάτσει και την επεξεργάστηκε για λίγο ακόμα. «Αντζέλικα, φέρε λίγο καθαρό νερό και λάδι.» μια όμορφη ξανθιά κοπέλα με καστανά μάτια που μέχρι πρότινος περιποιούταν τις μπούκλες της, σηκώθηκε όρθια. «Δε σε έχω ξαναδεί. Καινούρια είσαι;» συνέχισε βοηθώντας τη να βγάλει τα ρούχα της.
«Ναι.»
«Πρέπει να προσέχεις, αυτές οι κακιασμένες δε θέλουν καλό από εσένα.» συνέχισε κοιτώνας καχύποπτα γύρω της.
«Πολλές από εσάς φοράτε το ίδιο μεταγιόν, γιατί;» της είπε προσπαθώντας να μη δώσει πολύ προσοχή στα λόγια της γυναίκας. Δεν ήταν πως δεν την πίστευε, απλά δεν ήθελε να ασχοληθεί με αυτό τώρα. Η γυναίκα κοίταξε νοσταλγικά το στέρνο της από όπου και κρεμόταν ένας χρυσός κρίκος με τρεις ακατάστατες διαμέτρους στο εσωτερικό.
«Μας κρατάει ζωντανές από τα ξόρκια του τοίχου. Υπάρχουν τέσσερις τρόποι να παραμείνεις μέσα στο τείχος τους. Ο ένας είναι να είσαι σαν τα μούτρα τους, ο δεύτερος είναι να είσαι ουδέτερος… ξέρεις, να μην υποστηρίζεις καμία πλευρά, όπως οι περισσότερες από εμάς στην αρχή, να είσαι προδότης και να φοράς αυτό το μεταγιόν… γιατί αργά ή γρήγορα διαλέγεις πλευρά και τότε αρρωσταίνεις.» η απάντηση της την έκανε να αναρωτηθεί τι είδους άνθρωπος ήταν η ίδια.
Επανέλαβε στο μυαλό της τη σημασία του να είσαι ουδέτερος και δεν της άρεσε. Πίστευε ότι ήταν με τους καλούς, ήθελε να είναι με τους καλούς… και αποφάσισε πως ένα χαζό ξόρκι δεν είχε σημασία.
«Εσύ όμως με βοηθάς… είπες ότι δε θέλουν καλό από εμένα, εσύ όμως με βοηθάς.» η Αντζέλικα είχε επιστρέψει κρατώντας ένα μικρό καλάθι.
«Είμαι η Μαίρη και καλά θα κάνεις να με ακούσεις. Μην ξανοίγεσαι με δαύτους. Και αν χρειαστείς κάτι να έρθεις σε εμένα.» συνέχισε αυστηρά.
«Νεφέλη, ευχαριστώ.»
«Η Αντζέλικα θα σου δείξει τα κατατόπια.» η κοπέλα που εκείνη τα στιγμή βουτούσε ένα σφουγγάρι σε ένα μπολ με νερό και φύλλα από μαντζούνια, γύρισε προς το μέρος της και της χαμογέλασε καλοσυνάτα. Αφού περιποιήθηκαν τις πληγές της, την ενημέρωσαν πάνω στις τρέχοντες ίντριγκες και τα πράγματα που έπρεπε να προσέξει ως καινούρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου