Ο Φρέντερικ είχε μόλις φτάσει σε αδιέξοδο. Μπροστά του απλωνόταν γκρεμός και το άλογο του σταμάτησε την τελευταία στιγμή. Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, έπρεπε να διασχίσει τον γκρεμό. Όταν όμως είδε τον Φεγγαροτό να στέκετε στην απέναντι πλευρά και να βηματίζει ανήσυχος, πάγωσε. Αναρωτήθηκε αν ήταν αργά, αν την είχαν ήδη βρει οι δυνάμεις του σκότους… αλλά κυρίως, αναρωτιόταν αν ήταν καλά. Απέρριψε το ενδεχόμενο να την έχουν βλάψει βασιζόμενος στο γεγονός ότι την χρειάζονταν. Αλλά αυτό δεν τον καθησύχαζε.
Αν όμως ο μύθος ήταν αληθινός…
Όχι… όχι, όχι…
Δεν άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί από μάταιες σκέψεις και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι στα γρήγορα.
Κάθε στιγμή ήταν πολύτιμη.
***
Η Νεφέλη ένιωθε τα γόνατα της να λυγίζουν, αλλά συνέχισε να τρέχει. Η ανάσα της γινόταν κοφτή και τα βράχια δεν τη διευκόλυναν καθόλου. Έπρεπε διαρκώς να απλώνει το χέρι της για να απομακρύνει τα κλαδιά των δέντρων που έμπαιναν στο δρόμο της. Δεν ήξερε που πήγαινε και είχε την εντύπωση πως η πορεία της ήταν ένας κύκλος.
Ξάφνου πετάχτηκε μπροστά της ο Φρέντερικ. Την τρόμαξε και οπισθοχώρησε σκοντάφτοντας σε μία πέτρα και πέφτοντας κάτω.
«Φεύγεις τόσο γρήγορα;» της είπε ειρωνικά. Μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα, το πανέμορφο αυτό αγόρι τυλίχτηκε σε μία σκοτεινή και παχύρευστη ουσία αλλάζοντας έτσι τη μορφή του σε αυτή ενός κοντού ευτραφή άντρα χωρίς καθόλου μαλλιά ενώ οι σιλουέτες τριών ακόμη αντρών ξεπρόβαλαν πίσω από τους κορμούς των δέντρων, όλοι τους μαυροντυμένοι. «Μη φοβάσαι, αν θέλαμε να σε σκοτώσουμε, θα ήσουν ήδη νεκρή.»
«Ποιοί είστε;» προσπάθησε να κρύψει το φόβο της πίσω από τις ερωτήσεις της και είχε την πεποίθηση ότι το είχε κάνει καλά. Σηκώθηκε και πάλι όρθια ζυγίζοντας με το βλέμμα της τους νεοφερμένους.
«Οι μόνοι και μοναδικοί.»
«Μετριόφρον.» τον ειρωνεύτηκε.
«Πνευματώδης, μου αρέσεις.»
«Κρίμα, δεν είναι αμοιβαίο.» είπε μέσα από τα δόντια της.
«Εγώ πάλι είμαι σίγουρος ότι αν μου δώσεις μία ευκαιρία… αν με γνωρίσεις, θα αλλάξεις γνώμη.»
«Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα σου δώσω μια τέτοια ευκαιρία;» του είπε προσπαθώντας να ακουστεί όσο πιο αναιδής μπορούσε. Η απάντηση του άντρα ήταν η εντολή που έδωσε σε έναν από τους συντρόφους του.
Εκείνος πήγε πίσω από τον κορμό όπου είχε πρωτοφανερωθεί και επέστρεψε κρατώντας στα χέρια του ένα σακί. Το ακούμπησε μπροστά σε εκείνη και την παρότρυνε να το ανοίξει. Η Νεφέλη ακολούθησε τις οδηγίες του διστακτικά και αυτό που βρήκε μέσα στο σακί την έκανε να παγώσει από φόβο.
Εκεί βρισκόταν αναίσθητος και δεμένος ο Τόμι. Αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν ένα ακόμη κόλπο. Πριν από λίγο μόλις εκείνος ο άντρας είχε δανειστεί τη μορφή του Φρέντερικ, κάτι που την έκανε να αναρωτηθεί που βρισκόταν ο φίλος της. Η επόμενη σκέψη της την τρόμαξε. Αν το αγόρι είχε πάθει κάτι στην προσπάθεια του να την βρει;
Όχι… όχι, όχι.
Η Σοφία της είχε πει πως ήταν ο καλύτερος στις πολεμικές τέχνες… Απλώς έπρεπε να τους καθυστερήσει λίγο ακόμα μέχρι να τους βρει.
«Και πως ξέρω ότι είναι αυτός;»
«Πολύ φοβάμαι πως η μόνη απόδειξη είναι ο λόγος μας.»
«Τί θέλετε από εμένα;» τους φώναξε.
«Ώστε δεν ξέρεις τίποτα ακόμα για τον μύθο.» διαπίστωσε ευχαριστημένος.
«Ποιό μύθο;» είχε κουραστεί να ακούει τους πάντες γύρω της να αναφέρονται σε αυτόν. Αλλά δεν ήταν σίγουρη πως ήθελε να μάθει.
«Σαν η προδοσία γεννήσει πρωτόγνωρη δύναμη, το φως και το σκοτάδι θα αναμετρηθούν για ακόμη μία φορά. Ένα κορίτσι, ο σπόρος της προδοσίας, θα κρίνει το τέλος.»
«Ωραία, και τι σχέση έχω εγώ με αυτό τον μύθο;»
«Προσπαθείς να κερδίσεις χρόνο, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε καχύποπτα. «Έχεις περάσει τα όρια μικρή, οι φίλοι σου δεν μπορούν να σε βρουν εδώ.»
«Ποιά όρια;» είχε κουραστεί από τις συνεχείς υποθέσεις του πως ήξερε για τι πράγμα μιλούσε, είχε κουραστεί να ρωτάει. Όμως είχε καταλάβει ένα πράγμα.
Ο Φρέντερικ δεν μπορούσε να τη βρει.
«Εσείς οι νέοι δεν έχετε καθόλου σεβασμό! Όμως ακόμη δεν πήρα την απάντηση μου.»
«Δε θυμάμαι να μου έκανες κάποια ερώτηση.» του είπε αμυντικά.
«Φυσικά, αμέλεια μου. Η αλήθεια είναι ότι έχω να σου κάνω μία πρόταση και θέλω να μου πεις αν σκοπεύεις να τη δεχτείς ή όχι.»
«Εννοείς ότι έχω επιλογή;» επέλεξε να τον ειρωνευτεί.
«Φυσικά, μπορείς να δεχτείς την προσφορά μου, που σημαίνει ότι το αγόρι ζει… αλλά μπορείς και να αρνηθείς… με τις επακόλουθες συνέπειες βέβαια.» η Νεφέλη αποφάσισε πως αυτό ήταν ένα ρίσκο που δεν μπορούσε να πάρει. Είτε αυτός μπροστά της ήταν ο Τόμι, είτε όχι… έπρεπε να δεχτεί την προσφορά του. Δεν μπορούσε να τους νικήσει σε μία μάχη και δεν μπορούσε να συνεχίσει να τρέχει. Οπότε οι μόνες επιλογές της ήταν να πεθάνει εκεί και να γίνει η αιτία να σκοτώσουν τον Τόμι, ή να τους ακολουθήσει και να κερδίσει χρόνο.
«Αν κάνω αυτό που θες, θα τον αφήσεις ελεύθερο;»
«Όχι, αλλά θα είναι ασφαλής, για λίγο καιρό ακόμη τουλάχιστον.» δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά ο φόβος είχε αρχίσει να την εγκαταλείπει σιγά σιγά.
«Και ποια είναι η προσφορά;»
«Έρχεσαι μαζί μας και εμείς θα σε διδάξουμε να εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο τις δυνάμεις σου. Θα το διαπιστώσεις και μόνη σου, όταν μυηθείς στα μυστικά της μαύρης μαγείας, δε θα σε ελκύει τίποτα περισσότερο από αυτήν.» συνέχισε υπνωτισμένος από τα ίδια του τα λόγια.
«Φαίνεται ότι δε μου δίνεις και πολλές επιλογές. Θα… θα έρθω μαζί σου.» κατένευσε με βαριά καρδιά.
«Πολύ καλά, τότε είναι η ώρα για τα πρώτο σου μάθημα. Η αδυναμία, ή όπως εσείς συνηθίζεται να την ονομάζεται, αγάπη… ενδιαφέρον, δεν είναι δεκτά στον κόσμο μας. Πάρτε αυτό το ψοφίμι από τα πόδια μου.» συνέχισε με μία έκφραση αηδίας στο πρόσωπο του. «Στα μπουντρούμια θα είναι ασφαλής.» τέσσερα άλογα εμφανίστηκαν ανάμεσα από τα δέντρα. «Θα ήταν συνετό να προχωρήσουμε, έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.» ένα όμορφο κατάμαυρο άλογο στεκόταν τώρα δίπλα της. Αφού χάιδεψε τη μουσούδα του, το καβάλησε και ακολούθησε τους υπόλοιπους άντρες κοιτώντας κάθε τρεις και λίγο πάνω από τον ώμο της με την ελπίδα να δει τον Φρέντερικ.
Θα έρθει… θα μας βρει. Απλώς χρειάζεται λίγο χρόνο. Έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της.
***
Από τα απομεινάρια της γέφυρα είχε μείνει αρκετό σκοινί για να περάσει στην άλλη πλευρά. Όταν τα κατάφερε, ο Φρέντερικ χάιδεψε τη χαίτη του ανήσυχου αλόγου και κατευθύνθηκε προσεκτικά προς το δάσος. Λίγα μέτρα πιο κάτω υψωνόταν προστατευτικά ένα αόρατο τοίχος από αρχαία ξόρκια έτσι ώστε καμία δύναμη του καλού να μην μπορεί να το προσπεράσει. Ένα όμοιο βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά, αυτή τη φορά κατασκευασμένο για να κρατήσει το κακό μακριά. Ανάμεσα τους απλωνόταν άγριο το δάσος, μια ουδέτερη ζώνη.
Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, όχι τώρα και όχι μόνος του. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, να σχεδιάσει μια επίθεση… κάτι που θα έπαιρνε την Νεφέλη μακριά από εκείνο το μέρος. Εκείνη μπορούσε να περάσει το τοίχος, ήταν ακόμα ουδέτερη… αλλά για πόσο ακόμα;
Έπρεπε να βιαστεί, να γυρίσει πίσω.
Στην κουζίνα του πύργου βρισκόντουσαν όπως κάθε απόγευμα μαζεμένα τα μέλη του αρχηγείου.
«Φρέντερικ!» αναφώνησε ο Αντρέας. «Μα τα γένια μου, σε έψαχνα όλη μέρα. Πού στο καλό εξαφανίστηκες; Δε λέω, καλή η φιλενάδα σου αλλά…»
«Την πήραν.» τον διέκοψε.
«Ποιά πήραν;» ρώτησε πρώτη η Μαργαρίτα παρατηρώντας την Σοφία να σωριάζετε ανήσυχη σε μία καρέκλα.
«Τέτοια αγωνία θα μπορούσα μόνο να την συμμεριστώ… μα πως; Αφού δεν ξέρω ποιο είναι το κακό!» είπε ο Λούνι μπερδεμένος.
«Πήραν την Νεφέλη!» είπε εξαγριωμένος.
«Μα… ποιοι;» απόρησε ο Χάρης. Όμως ο Φρέντερικ δεν απάντησε, έσφιξε τις γροθιές του και προσπάθησε να ανακτήσει την ψυχραιμία του.
Αυτό αρκούσε.
Τα βλέμματα όλων διασταυρώθηκαν για λίγο, είχαν καταλάβει τα πάντα.
«Μα πώς;» δεν μπορεί να περάσει τα όρια.» διαμαρτυρήθηκε ανήσυχα η Ρόζα.
«Είναι ακόμα ουδέτερη.» ήρθε η απάντηση από τον Τόμας.
«Όλοι ξέρουμε πως η σκοτεινή πλευρά χρησιμοποιεί κάθε είδους παραπλανητικά μέσα. Παραισθήσεις, μεταμφιέσεις...» το αγόρι είχε υψώσει τον τόνο της φωνής του άθελα του, έτσι όλα τα βλέμματα ήταν τώρα καρφωμένα επάνω του.
«Μα τι στο καλό σκεφτόσουνα;» τον μάλωσε η Μαργαρίτα. «Γιατί δε μας είπες ποια πραγματικά ήταν;»
«Πρέπει να την πάρουμε πίσω!» της είπε το αγόρι απεγνωσμένο. «Και σύντομα μάλιστα.»
«Ξέρεις πολύ καλά ότι κανείς από εμάς δεν μπορεί να περάσει τα όρια.» του θύμισε ο Αντρέας
«Τότε θα περιμένουμε μέχρι να τα περάσουν εκείνοι.»
«Αυτό μπορεί να αργήσει και το ξέρεις.» είπε η Σοφία. «Δεν μπορούμε να αφήσουμε την πολιτεία απροστάτευτη και…»
«Τότε θα το κάνω εγώ τότε! Θα προσέχω τα σύνορα μόνος μου.» της απάντησε το αγόρι.
«Και τι θα πετύχεις με αυτό;» τον ρώτησε ήρεμα ο Τόμας. «Αν διαλέξει εκείνους δεν μπορείς να την πάρεις πίσω και αν διαλέξει εμάς, θα πεθάνει.»
«Κάτι θα βρω να κάνω.» είπε αποφασισμένος γυρνώντας τους την πλάτη του.
«Φρέντερικ περίμενε!» του φώναξε ο Χάρης, αλλά το αγόρι είχε ήδη φύγει.
«Τί θα κάνουμε;» ρώτησε η Ρόζα. «Δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τη θέση μας, είναι ανέφικτο.»
«Δεν μπορούμε να τη βοηθήσουμε πλέον και το ξέρετε.» επενέβη ο Τόμας. Ακολούθησε βαθιά σιωπή, όλοι ήξεραν πως ο άντρας είχε δίκιο.
«Ναι αλλά αν μείνει εκεί και δεν είναι πραγματικά στο δικό τους πλευρό, τα ξόρκια θα τη σκοτώσουν.» είπε με η Σοφία φόβο μετά από λίγο.
Ο Φρέντερικ τώρα έτρεχε αλαφιασμένος. Το πανέμορφο χαμόγελο που φώτιζε συνήθως το πρόσωπο του είχε υποχωρήσει μπροστά σε εκείνη έκφραση φόβου. Αναρωτιόταν αν η Νεφέλη ήταν καλά και κατηγορούσε τον εαυτό του που είχε επιτρέψει κάτι τέτοιο να συμβεί. Δεν έπρεπε να της είχε κρύψει τις εικασίες του για την πραγματική της προέλευση και δεν έπρεπε να την είχε πάει στο δάσος. Όμως πως ήξεραν πως ο καρπός της προδοσίας ήταν ανάμεσα τους;
Κάποιος τους είχε προδώσει.
Οι προδότες ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να βρεθούν κάτω από τα δύο τείχη χωρίς καμία επίπτωση. Οπότε έπρεπε να βρει έναν και να τον αναγκάσει να τη φέρει πίσω.
***
Η Νεφέλη είχε την εντύπωση πως, εδώ και ώρα, έκαναν κύκλους. Προσπαθούσε να αποστηθίσει το δρόμο όμως κατέληξε μπερδεμένη και αβέβαιη. Κάθε τρεις και λίγο έριχνε κλεφτές ματιές στον Τόμι, δεν είχε συνέλθει ακόμα, κάτι που την έκανε να αναρωτηθεί αν ήταν καλά. Εκείνη τη στιγμή ευχήθηκε να ήταν εκεί ο Φρέντερικ αλλά μάλωσε τον εαυτό της για αυτήν της τη σκέψη, ήταν μόνη της. Έπρεπε να γίνει ο δικός της ήρωας γιατί κανείς δεν μπορούσε να τη βρει, κανείς δε θα την έσωζε.
Μια δυνατή σουβλιά στον ώμο της της θύμιζε πως είχε χτυπήσει. Γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κρατηθεί από το άλογο και ήλπιζε πως σύντομα θα έφταναν στο τέλος της διαδρομής τους.
Σαν μια άγνωστη δύναμη να είχε μόλις εισακούσει τις σκέψεις της, μπροστά τους ξετυλίχτηκε ένα παζάρι. Πρόσεξε πως ένας από τους πάγκους τους οποίους και προσπέρασαν είχε μια ταμπέλα που έλεγε πως πουλούσαν ανθρώπινα μέλη. Ένιωσε αηδία και αποστροφή και βιάστηκε να στρέψει το βλέμμα της αλλού.
Ξαφνικά ένιωσε ένα τράνταγμα. Όταν γύρισε για να βρει κάποιο σκοπό, είδε έναν άντρα πεσμένο στα γόνατα. Την κοιτούσε στα μάτια και της μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν γνώριζε ενώ μετά σηκώθηκε όρθιος. Το άλογο το οποίο ίππευε ήταν ιδιαίτερα ανήσυχο από την παρουσία του, αλλά εκείνος επέμενε. Την έπιασε από το πόδι και τότε συνειδητοποίησε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν γεμάτος αίμα. Τρομοκρατήθηκε, ένα συναίσθημα που το άλογο της συμμερίστηκε και πισωπάτησε λίγο πριν καλπάσει.
Η συνοδεία της αντιλήφθηκε το πρόβλημα και έσπευσε να απομακρύνει τον άντρα, αλλά δεν ήταν εύκολο, είχε σχεδόν γαντζωθεί από επάνω της. Ο άντρας που την είχε ξεγελάσει υιοθετώντας τη μορφή του Φρέντερικ ήταν αυτός που έδειχνε να έχει τον ρόλο του αρχηγού. Διέταξε λοιπόν τους υπόλοιπους με μία βουβή εντολή, προτρέποντας τους έτσι να τραβήξουν τα μαχαίρια από τα ζωνάρια τους και να καρφώσουν τον άντρα.
Οι κραυγές του πρέπει να ήχησαν αρκετά μακριά, αλλά αυτό δεν τράβηξε την προσοχή κανενός… κανείς δεν τον βοήθησε. Μια έκφραση φρίκης αποτυπώθηκε στο πρόσωπο της Νεφέλης. Αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που ο άντρας προσπαθούσε να της πει και αν η ίδια θα είχε την ίδια κατάληξη όταν θα σταματούσε να τους είναι πια χρήσιμη.
Τα μάτια του έμειναν να την κοιτάζουν κενά, άψυχα αλλά εκείνη προσπάθησε να πάρει το μυαλό της από το γεγονός, εστιάζοντας έτσι στο περιβάλλον γύρω της. Δεν υπήρχαν πολλά σπίτια, αυτό που ξεχώριζε όμως ήταν ένα κάστρο χτισμένο στο χείλος ενός γκρεμού.
***
Ο Φρέντερικ σκεφτόταν ξανά και ξανά τα όσα είχαν συμβεί, ανέλυε πιθανότητες και σκεφτόταν εναλλακτικές. Δεν ήξερε καν αν το όνομα της ήταν Νεφέλη, της είχαν παραχωρήσει το όνομα μιας θεότητας που ήταν ξακουστή για την ομορφιά της και άνηκε σε ένα παλιό παραμύθι που του έλεγε η μητέρα του όταν ήταν μικρός. Όταν όμως του εκμυστηρεύτηκε πως δε θυμόταν ποια πραγματικά ήταν, αυτό ήταν το μόνο όνομα που του ήρθε στο μυαλό και που σκέφτηκε ότι θα της ταίριαζε απόλυτα.
Σε λίγες μέρες θα έπρεπε να ταξιδέψει στη δυτική κοιλάδα και θα ήταν ένα πολύ μακρύ ταξίδι. Ίσως του έπαιρνε καιρό να γυρίσει και δεν άντεχε τη σκέψη πως θα έφευγε χωρίς να ξέρει πως ήταν και πάλι ασφαλής.
Η ανάμνηση της Νεφέλης του θύμισε πόσο ξεροκέφαλη μπορούσε να γίνει καμιά φορά. Σκέφτηκε πως μια τέτοια συμπεριφορά δε θα περνούσε εκεί και δεν μπορούσε να δεχτεί την ιδέα ότι μπορεί να της έκαναν κακό. Έπρεπε να βρει τον προδότη γρήγορα.
Στο αρχηγείο τα μέλη είχαν συγκαλέσει συνέλευση. Έπρεπε να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο η κοπέλα να επιστρέψει… αλλά και για αυτό του να μην επιστρέψει.
«Αν αυτό το αγόρι μας είχε μιλήσει νωρίτερα!» γκρίνιαξε ο Αντρέας. «Μα γιατί δε μας είπε τίποτα;»
«Γιατί τότε η πληροφορία θα διέρρεε και ο κόσμος θα αναστατωνόταν, θα πανικοβαλλόταν. Πόσο μάλλον τώρα που έχει περάσει στην άλλη πλευρά.» του απάντησε η Μαργαρίτα.
«Μα μόνο εμείς αν το μαθαίναμε, κάτι θα προφταίναμε.» άκουσαν τον Λούνι να λέει.
«Η Μαργαρίτα έχει δίκιο. Άλλωστε δεν οφείλει να συζητάμε για πράγματα που έχουν ήδη συμβεί, πρέπει να εστιάσουμε σε αυτά που θα συμβούν.» επενέβη η Σοφία.
«Η κοπέλα έχει αμνησία. Και εγώ αν βρισκόμουν πάνω σε ένα αφηνιασμένο άλογο στη μέση του πουθενά και περικυκλωμένη από ανθρώπους που απειλούσαν να με σκοτώσουν, θα τους ακολουθούσα. Άλλωστε δεν πρέπει να προτρέχουμε, μπορεί να βρει τρόπο να ξεφύγει. Εμένα μου φαίνετε πολύ έξυπνη.» τους είπε δειλά η Ρόζα.
«Ναι, αλλά εμείς δεν μπορούμε να εφησυχάστηκε με αυτό.» της εξήγησε ο Χάρης υπομονετικά.
«Ούτε όμως μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Πρέπει να της έχουμε εμπιστοσύνη και να αυξήσουμε τα μέτρα προστασίας για τους υπόλοιπους. Είμαστε σε κρίσιμο σημείο. Δεν ξέρουμε ποια μπορεί να είναι η επόμενη κίνηση του αντιπάλου και αυτό μας φέρνει σε μειονεκτική θέση.» είπε με την σειρά του ο Τόμας.
«Ναι!» συμφώνησε με πάθος ο Αντρέας. Όμως μετά έγινε και πάλι σκεπτικός… επιφυλακτικός. «Εγώ όμως ακόμα δεν μπορώ να χωνέψω ότι ήξεραν για εκείνη. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχει ένας προδότης ανάμεσα μας.» είπε παίρνοντας πρώτα μια βαθιά ανάσα.
«Μην είσαι τόσο καχύποπτος, ποιός θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;» αναρωτήθηκε η Μαργαρίτα.
«Κάποιος που φοβόταν για τη ζωή του ή της οικογένειας του.» επέμεινε στις εικασίες του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου