Ένας πίδακας νερού και φωτιάς στροβιλίζονταν μαζί στον αέρα. Η Νεφέλη καθόταν ανάσκελα στην οροφή του πύργου και κοιτούσε τον καταγάλανο ουρανό ώσπου άκουσε τα βήματα κάποιου να έρχονται προς το μέρος της. Οι δύο πίδακες ενώθηκαν σε ένα μικρό συννεφάκι ατμού και το κορίτσι σηκώθηκε όρθιο.
Ήταν ο Φρέντερικ και η Ναταλί. Όταν τους είδε μαζί ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά το στήθος της και έγινε ξαφνικά ακόμα πιο δυστυχισμένη.
«Γεια… αυτή είναι η Ναταλί. Ναταλί, η Νεφέλη.» το αγόρι τις σύστησε.
«Γνωριστήκαμε.» αντέτεινε με ψεύτικη ευγένεια η Ναταλί. Η Νεφέλη δεν της απάντησε, μονάχα την κοίταξε για λίγο και ύστερα έφυγε. Όμως ο Φρέντερικ τη σταμάτησε στο κατώφλι της πόρτας.
«Συμβαίνει κάτι;» τη ρώτησε.
«Ναι, αλλά δεν χρειάζεται να σε απασχολεί αυτό… άλλωστε έχεις δουλειά!» του απάντησε πικρόχολα.
«Μα…» αλλά η Νεφέλη είχε ήδη φύγει. Αφήνοντας τον προσκολλημένο στο διάβα της.
«Θυμάσαι που ερχόμασταν εδώ;» πήρε τον λόγο η Ναταλί, αποσπώντας του έτσι την προσοχή.
«Ναι, πότε θα γυρίσεις πίσω;» τη ρώτησε κοφτά, άκεφα.
«Θες να με διώξεις;» τον ρώτησε περιπαιχτικά ενώ πήγε να τον φιλήσει. Εκείνος όμως τραβήχτηκε. «Τί συμβαίνει;»
«Τί περίμενες; Ότι θα γυρίσεις και όλα θα είναι όπως τα άφησες;» της είπε θυμωμένα.
«Όχι, μα…» η κοπέλα προσπάθησε να διαφωνήσει σαστισμένη.
«Συγγνώμη, όμως έχουμε συμβούλιο.» την απέφυγε.
«Ωραία, θα έρθω και εγώ.» του είπε προσπαθώντας να φανεί ευδιάθετη.
«Όχι, δεν μπορείς.»
«Γιατί;»
«Γιατί… κάνε ότι θες.» μουρμούρισε μπουχτισμένος κουνώντας ακανόνιστα το χέρι του στον αέρα.
«Ωραία, θα έρθω.» του είπε ζωηρά και τον ακολούθησε.
Η πόρτα στο δωμάτιο της Νεφέλης χτύπησε όμως εκείνη δεν απάντησε. Έτσι άνοιξε χωρίς την άδεια της μετά από λίγο για να μπει μέσα η Σοφία.
«Δε με άκουες;» τη ρώτησε παραξενευμένη η γυναίκα.
«Απλώς ήθελα να μείνω για λίγο μόνη… συγγνώμη, έπρεπε να απαντήσω.» της είπε μετανιωμένη για την αγένεια της και ανακάθισε στο κρεβάτι της.
«Μην είσαι ανόητη, απλώς κάνουμε συμβούλιο και θέλαμε να είσαι εκεί.» της είπε καλοσυνάτα.
«Εντάξει, έρχομαι σε λίγο.» της είπε και ξάπλωσε για λίγο ακόμα στο κρεβάτι όταν η πόρτα έκλεισε και πάλι. Δεν ήθελε να κατέβει.
Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει ολόκληρο το συμβούλιο. Ήταν αρκετά δύσκολο με ένα μόνο μέλος. Ήξερε πως η κακή της διάθεση οφείλονταν κυρίως στις περιπέτειες του Φρέντερικ, αλλά δεν σκόπευε να το παραδεχτεί. Έτσι σηκώθηκε και πήρε το δρόμο της.
Όταν η Νεφέλη άνοιξε την πόρτα της κουζίνας δεν περίμενε να δει την Ναταλί. Η παρουσία της είχε αρχίσει να την εκνευρίζει ολοένα και περισσότερο.
«Τί κάνεις εσύ εδώ;» της είπε η Ναταλί.
«Το μόνο ερώτημα που ταιριάζει εδώ είναι τι κάνεις εσύ εδώ;» αντέτεινε θυμωμένα.
«Εγώ ήμουν εδώ πολύ πριν από εσένα!» γρύλισε.
«Αρκετά.» ακούστηκε η επιβλητική φωνή της Μαργαρίτας να τους λέει. «Η Νεφέλη έχει δίκαιο Ναταλί, αν κάποιος δεν έχει θέση εδώ μέσα, αυτή είσαι εσύ. Ωστόσο μπορείς να μείνεις.» κατένευσε μειώνοντας τους τόνους. Η απρόσμενη υπεράσπιση της καθώς και η γκριμάτσα στο πρόσωπο της Ναταλί τη χαροποίησαν ιδιαίτερα, ο Φρέντερικ όμως δεν είχε μπει στον κόπο να τη βάλει στη θέση της ο ίδιος.
Θα μπορούσε… Σκέφτηκε.
Ήταν βουβή συνεννόηση όλων πως η συνέλευση μπορούσε τώρα να αρχίσει. Ο Τόμας μετέφερε στους υπόλοιπους όσα η Νεφέλη του είχε εκμυστηρευτεί το πρωί καθώς και τις ολοκληρωμένες θεωρίες του πάνω στο θέμα. Η κοπέλα ένιωθε άβολα αλλά προσπάθησε να κρατηθεί στο ύψος των περιστάσεων.
«Πρέπει να βρούμε το μεταγιόν πριν από αυτούς.» δήλωσε αποφασισμένα ο Χάρης.
«Ναι αλλά δεν έχουμε το παραμικρό στοιχείο για το που μπορεί να βρίσκεται.» τόνισε ο Φρέντερικ.
«Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από τα μέρη που ζούσαν τα άτομα που το φυλούσαν την τελευταία φορά.» τους πρότεινε η Σοφία.
«Πιστεύεται δηλαδή πως έχει πραγματικά χαθεί;» τους ρώτησε η Νεφέλη τραβώντας την προσοχή.
«Τί εννοείς;» τη ρώτησε ο Αντρέας.
«Θα μπορούσαν να το έχουν κρύψει… για να μην το βρει ποτέ κανένας.»
«Έχει δίκαιο…» μουρμούρισε ο Χάρης. «όμως και πάλι, είμαστε σε αδιέξοδο.»
«Γιατί δεν χρησιμοποιούμε και εμείς κάποιον προδότη;» επενέβη η Ναταλί. «Θα μπορούσαμε να μάθουμε τα μέρη που ο Φαίδος έχει ήδη ψάξει και εμείς θα προχωρήσουμε στα υπόλοιπα.»
«Και με ποιον τρόπο θα τον προσηλυτίζαμε;» την ρώτησε η Νεφέλη απροκάλυπτα.
«Όλοι φοβούνται τον θάνατο.» η Νεφέλη άφησε να της ξεφύγει ένα γέλιο, δεν ήταν ειδική πάνω σε τέτοιου είδους θέματα και ήταν ειρωνικό το πόσο καλύτερα τους ήξερε σε σχέση με κάποιον που ζούσε σε εκείνον τον κόσμο πολύ περισσότερο απ’ ότι εκείνη. «Το βρίσκεις αστείο;»
«Το μόνο πράγμα που δεν φοβούνται είναι ο θάνατος.» της εξήγησε.
«Και τι ξέρεις εσύ;» τη ρώτησε αποσκοπώντας στο να την υποτιμήσει με το ύφος της.
«Τί ξέρω εγώ…; Για να σκεφτώ.» άρχισε να λέει νοιώθοντας πως βρισκόταν στα όρια της. «Εγώ έζησα μαζί τους και εγώ είδα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κρατούσαν τους φυλακισμένους. Θέλεις να σου πω τι έκαναν; Τους μαστίγωναν, τους έβγαζαν το δέρμα, έσπαγαν τα κόκαλα τους… παρακαλούσαν για θάνατο σα να επρόκειτο για κάποιο δώρο. Τους είδα να αποχωρίζονται οικειοθελώς μέρη του σώματος τους για να εκπληρώσουν τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί. Εγώ… έζησα σε αυτά τα κελιά.» δεν είχε καταλάβει πως είχε σηκωθεί από την καρέκλα της, ούτε ότι είχε υψώσει τον τόνο της φωνής της.
«Όπως επίσης, εσύ ήσουν αυτή που πήγες οικειοθελώς σε εκείνο το μέρος εξ αρχής!» της φώναξε αρνούμενη να δει το δίκιο της.
«Οικειοθελώς;! Οικειοθελώς;! Δεν ξέρεις τι σου γίνεται...» είχε παρασυρθεί. Αισθήματα αδικίας καθώς επίσης και σκοτεινές σκέψεις που έμεναν μαζί της τον τελευταίο καιρό, άρχιζαν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Αλλά ξαφνικά συνειδητοποίησε πως δεν ήθελε να τη βλέπουν έτσι. Το δίκιο της την έπνιγε, αλλά δεν ήθελε να το βρει με αυτόν τον τρόπο. «Με συγχωρείται.» απολογήθηκε για το ξέσπασμα της.
Η Ναταλί όταν συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να την αντικρούσει, σηκώθηκε και έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της με πάταγο. Η Νεφέλη κάθισε και πάλι στη θέση της αποφεύγοντας αυτή τη φορά το βλέμμα των υπολοίπων. Δεν ήθελε να πιστεύουν πως επιδίωκε να την αντιμετωπίζουν σαν ηρωίδα, όμως το ξέσπασμα της πρόδιδε το αντίθετο.
«Μη στεναχωριέσαι για εμάς.» η Νεφέλη χρειάστηκε χρόνο για να συνδέσει την απάντηση της Σοφίας με την προηγούμενη απολογία της.
«Αυτό πάει πολύ, να μιλάει για πράγματα που δεν γνωρίζει υποτιμώντας κάποιον που τα έχει ζήσει.» μουρμούρισε η Μαργαρίτα.
«Εγώ δεν… γιατί δεν συνεχίζουμε;» τους παρότρυνε δειλά.
«Καλή ιδέα.» είπε διστακτικά ο Αντρέας.
Έτσι μέχρι το βράδυ είχαν μοιράσει τις περιοχές για την αναζήτηση του μεταγιόν. Μέχρι τότε, η Νεφέλη είχε απεικονίσει στο μυαλό της μόνο την κοιλάδα τους, το δάσος και τα όρια του Φαιδού. Όμως υπήρχαν τόσα πολλά μέρη, όπως εγκαταλελειμμένοι πύργοι, λιμάνια με φάρους, σπηλιές κοντά ή μέσα στη θάλασσα όπου παλιά διεξάγονταν ιεροτελεστίες.
Στην αρχή δεν της είχαν αναθέσει καμία περιοχή, όμως τους έπεισε να μοιραστεί την ευθύνη με κάποιο άλλο μέλος… έτσι διάλεξε τον Φρέντερικ. Το αγόρι την κοιτούσε με απροσδιόριστο βλέμμα κάνοντας τη να κοκκινίσει. Έστρεψε το βλέμμα της μακριά, όμως κρίνοντας από το αμήχανο χαμόγελο του λίγο πριν ακουμπήσει την πλάτη του πίσω στην καρέκλα ενώ περνούσε τα δάχτυλα του από τα μαύρα του μαλλιά… την είχε δει.
Όταν τελείωσαν η Σοφία τους πρότεινε να μαγειρέψει, κάτι και προσπάθησαν να αρνηθούν αλλά…
«Μη λέτε ανοησίες, δεν είναι κόπος.» έτσι δεν μπόρεσαν να αρνηθούν.
Ακολούθησαν πειράγματα και παλιές αστείες ιστορίες που έκαναν τον χρόνο να κυλήσει ευχάριστα για την κοπέλα. Ήταν ευτυχισμένη… πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό. Το φαγητό δεν τρωγόταν, όμως όλοι έβαλαν τα δυνατά τους και το έφαγαν. Η επιβράβευση τους ήρθε σαν ένα δροσερό ποτήρι από χυμό αχλάδι. Μετά από αυτό η Νεφέλη επέμεινε να πλύνει τα πιάτα, ένιωθε πως εκμεταλλευόταν τη φιλοξενία τους και ήθελε να συνεισφέρει σε κάτι.
Όταν έφτασε η ώρα να καληνυχτίσουν ο ένας τον άλλο, η κοπέλα άφησε τον Φρέντερικ τελευταίο. Ήθελε να του μιλήσει… όμως καθώς βοηθούσε την Μαργαρίτα να μαζέψει τις καρέκλες, εκείνος έφυγε. Ήταν η πρώτη φορά που της πέρασε από το μυαλό ότι ουσιαστικά την απέφευγε. Έτσι γύρισε στο δωμάτιο της απογοητευμένη.
Όταν βάλθηκε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο της ανοίγοντας το για να πάρει καθαρό αέρα, είδε το φίλο της να περπατάει με την Ναταλί πειράζοντας την και χαμογελώντας. Το στομάχι της είχε γίνει κόμπος, οι πεταλούδες που μέχρι πρότινος πετούσαν ξέφρενες είχαν χαθεί και τώρα ένιωθε λυπημένη. Πριν από μόλις λίγο περνούσε τις καλύτερες στιγμές της ζωής της.
Κάθισε στο κρεβάτι, ήταν αργά και έπρεπε να κοιμηθεί. Αλλά δεν μπορούσε. Έτσι άφησε τη σκέψη της καινούρια της συνεργασίας με τον Φρέντερικ να την παρηγορήσει και…
«Ααα!! Αααα!!» τινάχτηκε όρθια και πισωπάτησε στη θέα των δύο φιδιών που κρυβόντουσαν κάτω από τα σεντόνια της. Αν υπήρχε ένα πράγμα που σιχαινόταν και φοβόταν περισσότερο από ο, τιδήποτε στον κόσμο, αυτό ήταν τα φίδια. Και τώρα την κοιτούσαν με τα στενεμένα τους μάτια απειλητικά.
Με το βλέμμα της καρφωμένο στα δύο ζώα έκανε σταθερά και αργά βήματα προς την πόρτα. Αλλά ακόμα και αν το ήθελε, τίποτα δεν μπορούσε να της αποσπάσει την προσοχή από τα κίτρινα μικρά τους μάτια. Εκτός βέβαια από τους σκορπιούς που ξεπρόβαλαν κάτω από το κρεβάτι της.
Η Νεφέλη άφησε ακόμα μία κραυγή και το έβαλε στα πόδια. Ήταν σίγουρη πως ένα από τα φίδια είχε περάσει ξυστά από το μάγουλο της λίγο πριν ανοίξει την πόρτα του δωματίου της και περάσει στο διάδρομο.
Έκλεισε την πόρτα με δύναμη και είδε το κεφάλι του να πέφτει στο δάπεδο αποκομμένο πλέον από το υπόλοιπο σώμα. Το κοιτούσε με φρίκη, ανίκανη να κουνηθεί. Άκουσε βήματα στο διάδρομο και γύρισε να δει ποιος ερχόταν.
Η Σοφία, ο Χάρη, ο Φρέντερικ και η Ναταλί την κοιτούσαν αλαφιασμένοι.
«Τί έγινε;» ρώτησε πρώτος ο Φρέντερικ ανήσυχος.
«Φιδ… στα σεντόνια… κρεβ… σκορπι…» δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη και σύντομα κατάλαβε πως έτρεμε ολόκληρη. Όμως χαλιναγώγησε τον εαυτό της και τους εξήγησε… λίγο πριν σωριαστεί λιπόθυμη.
Ξύπνησε στο δωμάτιο της Σοφίας. Εκείνη της εξήγησε πως ένας από τους σκορπιούς την είχε δαγκώσει όμως ο Χάρης είχε αφαιρέσει το δηλητήριο εγκαίρως και τώρα θα γινόταν καλά. Η γυναίκα της ζήτησε να μείνει στο κρεβάτι όμως εκείνη δεν την άκουσε.
Όταν κατέβηκε στην κουζίνα όλοι είχαν πλέον μάθει για τη χθεσινή της περιπέτεια.
«Είσαι πολύ τυχερή που βγήκες έγκαιρα.» της είπε ο Χάρης, όμως διέκρινε έναν παράξενο τόνο στη φωνή του.
«Έτσι φαίνεται.» του είπε νιώθοντας μπερδεμένη.
«Μα ποιος θα ήθελε να δει ένα τόσο γλυκό κοριτσάκι για πάντα να κοιμάται;» άκουσαν τον Λούνι να λέει θλιμμένα. Η Νεφέλη περίμενε πως αφότου έφυγε από το πλευρό του Νίκολα θα προσπαθούσαν να την σκοτώσουν. Όχι όμως μέσα στον πύργο.
Μια φριχτή ιδέα πέρασε από το μυαλό της. Ήταν κάποιος από το αρχηγείο. Ήταν απόλυτα σίγουρη για αυτό.
«Άμα έπιανα στα χέρια μου αυτό το κάθαρμα…» γρύλισε ο Αντρέας. Και τότε ο Χάρη πνίγηκε με τον καφέ του.
«Αντρέα, μήπως ξέρεις που είναι ο Φρέντερικ; Υποτίθεται πως θα πηγαίναμε μαζί για να ψάξουμε για το μεταγιόν.» του είπε καρφώνοντας τα μάτια της στο νάνο.
«Εμ… να… ξέρεις, έχει φύγει… με την Ναταλί… για να ξεκουραστείς.»
«Τί… μα…» δεν έμεινε για να ακούσει περισσότερα. Ο Φρέντερικ για ακόμα μία φορά την είχε παρατήσει. Σηκώθηκε από την καρέκλα της και βγήκε από την κουζίνα μπουχτισμένη από τη συμπεριφορά του αγοριού, δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν.
Στον προθάλαμο του πύργου και μπροστά από τον καθρέφτη στεκόταν τώρα ο Τόμας. Η Νεφέλη σκέφτηκε πως αυτή του η κίνηση εξέφραζε μεγάλη ειρωνεία εφόσον ο ίδιος ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει το είδωλο του. Όμως όταν τον πλησίασε συνειδητοποίησε πως το αντικείμενο δεν εικόνιζε το είδωλο του. Αντιθέτως, εκεί υπήρχε μόνο σκοτάδι.
«Καταπληκτικό, έτσι δεν είναι;» της είπε ο άντρας.
«Ναι… δε δείχνει… τίποτα»
«Τίποτα; Εγώ νομίζω ότι εικονίζει πάρα πολλά. Αυτός δεν είναι ένα κοινός καθρέφτης. Όταν κοιτάζεις μέσα του δε βλέπεις το είδωλο σου, αλλά αυτό που φοβάσαι περισσότερο.» της εξήγησε ενώ παραμέρισε για να της δώσει την ευκαιρία να κοιτάξει. Έφερε δύο διστακτικά βήματα, ανήσυχη για αυτό που θα έβρισκε. Το αποτέλεσμα όμως την παραξένεψε.
«Εγώ βλέπω τον εαυτό μου.» του είπε μπερδεμένη.
«Παράξενο.» της είπε. Όμως κάτι στον τόνο του την έκανε να πιστέψει πως δεν έβρισκε το αποτέλεσμα καθόλου παράξενο.
«Χάλασε;»
«Όχι, απλά αυτό που φοβάσαι περισσότερο είναι ο εαυτός σου. Η αλήθεια είναι πως πρώτη φορά το βλέπω αυτό.»
«Και εγώ που νόμιζα ότι ήταν τα φίδια.» είπε βιάζοντας ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της, παρόλο που δεν μπορούσε να την δει.
«Δεν αντιλέγω… απλά τα φοβάσαι λιγότερο από τον ίδιο σου τον εαυτό.»
«Όταν κοιτούσες εσύ δε υπήρχε τίποτα.» συνέχισε προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει.
«Ίσως δεν κοίταξες αρκετά καλά. Δεν είμαι ατρόμητος. Φοβάμαι το σκοτάδι, είτε αυτό αντιπροσωπεύεται από δυνάμεις του σκότους, είτε με μια φωτεινή μέρα χωρίς κανέναν στο πλευρό μου, είτε το σκοτάδι που όλοι κρύβουμε μέσα μας.»
«Καταλαβαίνω τι εννοείς.» μουρμούρισε συνεπαρμένη από την εξομολόγηση του. «Το έχω νιώσει και εγώ… Είναι σα… να παγώνεις την πιο ζεστή μέρα, να μιλάς όμως η φωνή σου να σκορπάει στον άνεμο… φοβάσαι να νιώσεις. Έχεις παραλύσει και όμως συνεχίζεις να προχωράς. Είσαι μόνος, χαμένος, ανίσχυρος. Έτσι είναι το σκοτάδι μέσα σου. Και μια μέρα δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, κάτι άλλο κινεί το σώμα σου.»
«Ακριβώς.»
«Δεν έχεις συγγενείς; Οικογένεια;»
«Όλοι έχουμε, όμως δεν τους γνώρισα ποτέ. Μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο. Εκεί γνώρισα τον Φρέντερικ. Εκείνος ήρθε πολύ αργότερα από εμένα, στα δέκα τρία, όταν πέθαναν οι γονείς του.»
«Πώς πέθαναν;» τον ρώτησε ένοχα. Ίσως δεν έπρεπε να ρωτάει τόσο προσωπικές ερωτήσεις και σίγουρα δεν ήταν πρέπον να ζητάει τις απαντήσεις από τρίτους. Αλλά δεν ήξερε τίποτα για εκείνο το αγόρι και τις περισσότερες ώρες της ημέρας της τις περνούσε για να τον σκέφτεται. Ένιωθε πως είχε την ανάγκη να τον πλησιάσει.
«Παλαιότερα τα κλειδιά ήταν διασκορπισμένα σε ολάκαιρο τον κόσμο. Οι γονείς του ήταν μέλη του αρχηγείου. Ο πατέρας του έψαχνε το όγδοο κλειδί όμως δεν κατάφερε να το βρει. Πέθανε κατά τη διάρκεια της αναζήτησης του. Η μητέρα του συνέχισε την έρευνα αλλά δεν είχε καλύτερη τύχη.»
«Λυ… λυπάμαι. Και πώς γίνατε μέλη του αρχηγείου;»
«Ο Φρέντερικ βρήκε το κλειδί για το οποίο οι γονείς του έδωσαν τις ζωές τους. Παραλίγο να ακολουθήσει το παράδειγμα τους. Όμως τα κατάφερε, και κατά την γνώμη μου, αρκετά καλά. Εγώ και ο Λούνι τον βοηθήσαμε. Και έτσι… να ‘μαστε. Ο Φρέντερικ έγινε μέλος του αρχηγείου στην ηλικία των δέκα πέντε.»
«Θα πρέπει να ήταν σκληρό… να μεγαλώνεις μόνος σου.»
«Κανείς μας δεν ήταν μόνος του. Το αρχηγείο υπήρξε ανέκαθεν η οικογένεια μας. Εσύ;»
«Εγώ τι;» τον ρώτησε αμυντικά.
«Πώς είναι η δική σου οικογένεια;»
«Μια χαρά.» βιάστηκε να απαντήσει.
«Δε σου λείπουν; Ξέρω πως θυμάσαι.» την προειδοποίησε να μην του πει ψέματα.
«Είναι… μπερδεμένο.»
«Και υποθέτω πως δε θες να το συζητήσεις.»
«Δεν είναι αυτό… απλώς… δεν ξέρω.»
«Όταν θελήσεις να μιλήσεις πάντως, εγώ θα είμαι εδώ.»
«Σε ευχαριστώ Τόμας… Τί θα έλεγες αν ερχόμουν μαζί σου στη σπηλιά;» τον ρώτησε δειλά. Είχε την εντύπωση πως αρκετά από τα μέλη του αρχηγείου την αντιμετώπιζαν ως ευθύνη τους. Μία πολύ μεγάλη ευθύνη που κανένας δεν ήθελε πραγματικά. Το να την πάρουν μαζί τους μακριά από την προστασία που τους προσέφεραν τα τείχη, ήταν ριψοκίνδυνο. Αλλά δεν ήθελε να μείνει πίσω.
«Ότι είναι μια πολύ βαρετή διαδρομή και πως θα χρειαστώ παρέα.» της είπε χαρούμενος από μια τέτοια προοπτική.
«Τέλεια!... εννοώ, ευχαριστώ.»
«Πρέπει να φύγουμε.» τη συμβούλεψε με ένα χαμόγελο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου