Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Ζήλια

Όταν δεν ήρθε κανείς για να την επισκεφτεί κατάλαβε πως έπρεπε να είχαν συγκαλέσει συνέλευση, έτσι αποπειράθηκε να κατέβει στην κουζίνα. Ένιωθε πολύ αδύναμη αλλά δεν ήθελε αυτό να τη σταματήσει.
Δεν είχε φτάσει μακριά όταν άκουσε τη φωνή του Φρέντερικ. Βρισκόταν στη δίπλωση της σκάλας, η Ναταλί τον κρατούσε από το χέρι ενώ ακουμπούσε με το σώμα της το δικό του και τα χείλη της σχημάτιζαν τη λέξη: σ’ αγαπάω.
Η Νεφέλη περίμενε να δει την αντίδραση του όμως…
«Μα καλά τι κάνεις όρθια;» η Σοφία και η Μαργαρίτα είχαν μόλις ξεπροβάλει από πίσω τους κρατώντας στα χέρια τους φαγητό που υπέθεσε ότι έφερναν σε εκείνη. «Είσαι κατάχλωμη! Μα τι σκεφτόσουνα;»
«Η κόρη του Χάρη;» ψέλλισε όταν την είδε. Οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν ένοχα μεταξύ τους… η Αντζέλικα είχε πεθάνει. Το συμπέρασμα της την έκανε να νιώσει απαίσια. Αλλά δεν μπορούσε να είχε χειριστεί την κατάσταση διαφορετικά. Σκέφτηκε. «Εσύ πως το έμαθες;» όμως δεν μπορούσε να παραδεχτεί πως ήταν απόρροια των δικών της πράξεων.
Δεν μπορούσε να πάρει το θάνατο της Αντζέλικας στους ώμου της και δε μίλησε. Έριξε μία κλεφτή ματιά στον Φρέντερικ και τον είδε αποστασιοποιημένο από την Ναταλί αλλά είχε δει όλα όσα χρειαζόταν να δει. Έκανε μεταβολή σκεφτόμενη να επιστρέψει στο δωμάτιο της, ένιωθε άρρωστη και όχι μόνο εξ αιτίας της πληγής της. Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα προτού η εξάντληση τη γονατίσει. Ένιωσε τα χέρια του Φρέντερικ να τυλίγονται γύρω της και να την σηκώνουν.
Τη γύρισε πίσω στο δωμάτιο της και την ξάπλωσε και πάλι στο κρεβάτι της ενώ βάλθηκε να της φτιάξει μερικές κομπρέσες καθώς η Σοφία προσπαθούσε να την ταΐσει.
«Δεν μπορώ να φάω τίποτα.» επέμεινε δυσανασχετισμένη.
«Ανοησίες, κοιμόσουν για δύο μέρες! Πρέπει να φας κάτι.»
«Θα το φάω αργότερα.» είπε ψέματα. Το στομάχι της είχε γίνει κόμπος.
«Εντάξει λοιπόν.» επενέβη η Μαργαρίτα παροτρύνοντας την Σοφία να σηκωθεί. «Φρέντερικ, είσαι υπεύθυνος.» του είπε με νόημα. Το αγόρι την κοίταξε με μία αστεία γκριμάτσα που η γυναίκα εξέλαβε ως κατάφαση. «Και μην την κρατήσεις ξύπνια για πολύ.» του είπε αυστηρά προτού φύγουν. Αυτός την κοίταξε απηυδισμένος και όταν εκείνες έφυγαν, κάθισε στο πλευρό τη Νεφέλης. Όμως δεν τον άφησε να της βάλει τις κομπρέσες.
«Πες μου τι έγινε στην Αντζέλικα.» του είπε ξερά.
«Τη βρήκαν στα σύνορα… Είχαν αφαιρέσει αρκετά ζωτικά όργανα από το πτώμα της, μάλλον για να τα πουλήσουν. Ο Χάρη δεν το άντεξε… κρεμάστηκε.»
«Έχεις πάρει ποτέ κάποια απόφαση που να στοιχήσει τη ζωή κάποιου άλλου;» δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια παρόλο που ήθελε να δει την έκφραση στο πρόσωπο του. Ωστόσο μπορούσε να νιώσει την αμηχανία του.
«Μερικές φορές όποια απόφαση και να πάρεις υπάρχουν απώλειες, οπότε πρέπει να πάρεις αυτήν που πονάει λιγότερο.» η θλίψη στη φωνή του την έκανε να αναζητήσει το βλέμμα του και αυτό που βρήκε στο πρόσωπο του την έκανε να νιώσει πιο άνετα με τη δική της απόφαση.
Άλλωστε δεν μπορούσε να σώσει και τις δύο ζωές και ήξερε πως θα διάλεγε αυτήν του Φρέντερικ ακόμα και αν έπρεπε να τη βάλουν σε εκείνη την θέση χίλιες φορές ακόμα. Με τις άκρες των δαχτύλων της ακούμπησε το μεταγιόν στο λαιμό της και…
«Είναι το πραγματικό.» του είπε διστακτικά.
«Ναι, το πρόσεξα… στη σκάλα.» της είπε με ένα δειλό χαμόγελο.
«…Σκόπευα να πάω πίσω για να πάρω την Αντζέλικα αλλά…» η μητέρα του την ανάγκασε να διαλέξει μόνο έναν και εκείνη δεν μπορούσε παρά να διαλέξει τον ίδιο; Όχι, δεν μπορούσε να θίξει ένα τέτοιο θέμα χωρίς να είναι σίγουρη για το τι ακριβώς είχε συμβεί.
«Αν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα… έσωσες πολύ περισσότερες ζωές με αυτό.» της είπε με κατανόηση. Ίσως αυτή θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να αναφέρει πως η Αντζέλικα ήταν φίλη της. Αλλά ποιος ο λόγος να κλαψουρίζει; Είχε ήδη πάρει την απόφαση της.
«Θέλεις να ανοίξω την πύλη;»
«Όχι... Δηλαδή δεν ξέρω. Όσο το κλειδί είναι εδώ, δεν χρειάζεται να βιαστούμε να πάρουμε μία απόφαση.»
«Ναι αλλά ο Φαίδος έχει το όγδοο.»
«Και θα πρέπει να το πάρουμε πίσω. Αλλά αυτός δεν είναι ο δικός σου πόλεμος.» τα λόγια του την ενόχλησαν. Δεν είχε ξεχάσει πως δεν ήταν μία από αυτούς, αλλά θα της άρεσε να είναι.
«Προσπαθείς να μου πεις κάτι;» τον ρώτησε επιφυλακτική για το που θα κατέληγε αυτή η συζήτηση.
«Ο Χάρης σε έφερε εδώ επειδή τον ανάγκασε ο Φαίδος. Όμως αυτός δεν είναι ο κόσμος σου και δεν πρέπει να συμπεριφερόμαστε σα να είναι.»
«Δε θέλω να φύγω… και δε θα με αναγκάσεις να το κάνω!» του φώναξε ενώ προσπαθούσε να σηκωθεί. Να απομακρυνθεί από εκείνον σαν αυτό να την απομάκρυνε αυτόματα από τον πόνο. Όμως δεν την άφησε.
«Έχεις μία οικογένεια πίσω σου.»
«Δ-Ε Μ-Ε Ν-Ο-Ι-Α-Ζ-Ε-Ι.»
«Πώς μπορείς να το λες αυτό; Θα έδινα τα πάντα για να έχω την οικογένεια μου πίσω.» της φώναξε αγανακτισμένος.
«Μερικές φορές όποια απόφαση και να πάρεις υπάρχουν απώλειες, οπότε πρέπει να πάρεις αυτήν που πονάει λιγότερο.» χρησιμοποίησε τα δικά του λόγια εναντίον του. «Πώς τολμάς να μου ζητάς να φύγω; Ανήκω εδώ όσο και εσύ, δε διάλεξα να φύγω από εδώ. Και δε θα το κάνω τώρα.» το αγόρι έδειχνε να κατανοεί τα λεγόμενα της, αλλά δεν συμμερίζονταν την απόφαση της.
«Πρέπει να ξεκουραστείς.» μουρμούρισε.
«Όχι.» βιάστηκε να του πει ενώ κράτησε το χέρι του. Μετάνιωσε όμως για τον παρορμητισμό της και έκανε να τον αφήσει. Εκείνος έγειρε στο πλευρό της και τη φίλησε. Παρασύρθηκε από αυτό και πίεσε το σώμα του πάνω στο δικό της με αποτέλεσμα να την πονέσει. Τραβήχτηκε μακριά της και την κοίταξε σαν εκείνη να ήταν η αιτία που έχανε τον έλεγχο… και αυτό της άρεσε.
«Πρέπει να ξεκουραστείς.» της είπε τσιμπώντας το μάγουλο και φιλώντας την ξανά, στο λαιμό αυτή τη φορά. Η Νεφέλη συμφώνησε και πήγε να ξεκουμπώσει το μεταγιόν για να του το δώσει. «Κράτα το, σου πηγαίνει.» όμως προτού ανοίξει την πόρτα για να φύγει, τον σταμάτησε για ακόμα μία φορά.
«Τί θα γίνει αν το σώμα μου πεθάνει;»
«Θα ανήκεις πλέον εδώ… ολοκληρωτικά.»
«Αυτό σημαίνει ότι θα είμαι πιο δυνατή…; Εννοώ, η μαγεία μου θα είναι πιο δυνατή;»
«Ναι, αυτό σημαίνει.» της απάντησε νοσταλγικά.
«Εσύ γιατί δε με θέλεις εδώ;»
«Νόμιζα ότι θα κοιμόσουν.» μουρμούρισε ηττημένος.
«Ναι αλλά δε μου είπες ακόμα τίποτα για την εξομολόγηση της φιλεναδίτσας σου… στη σκάλα.»
«Και ούτε σκοπεύω.» της είπε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Η Νεφέλη έκανε μία γκριμάτσα την οποία και το αγόρι είδε εφόσον μπήκε και πάλι στο δωμάτιο αφηρημένος επειδή είχε ξεχάσει το σπαθί του. Την κοίταξε απορημένος και η κοπέλα γύρισε το κεφάλι της αλλού κόκκινη από αμηχανία. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να κουνάει το κεφάλι του απηυδισμένος, πήρε το σπαθί του και έφυγε.
«Καληνύχτα.» της είπε. Όμως εκείνη δεν του απάντησε, είχε βαρεθεί τα μισόλογα του. Κάθισε για λίγο ακόμα ήσυχα στο κρεβάτι της αλλά σύντομα αποφάσισε να πάει να τον βρει. Έτσι πήγε στο δωμάτιο του. Για ακόμα μία φορά δεν χτύπησε την πόρτα του, όπως και για ακόμα μία φορά βρέθηκε προ απροόπτου με αυτό που αντίκρισε.
«Τί κάνει αυτή εδώ;» του φώναξε όταν είδε την Ναταλί σχεδόν γυμνή μέσα στο δωμάτιο του. Ο Φρέντερικ στεκόταν με την πλάτη του γυρισμένη σε εκείνη και μπροστά από μερικά πρόχειρα στρωσίδια στο πάτωμα, όμως τα δεδομένα δεν άλλαζαν.
«Άντε πάλι.» ψιθύρισε πτοημένο το αγόρι ενώ η Ναταλί φόρεσε κάτι στα γρήγορα και πέρασε σε επίθεση.
«Ποιός σου είπε ότι μπορείς να μπαίνεις στο δωμάτιο μας χωρίς να χτυπάς;»
«Το δωμάτιο σας;» επανέλαβε στρέφοντας την προσοχή της στον Φρέντερικ.
«Δεν είχε που να μείνει.» δικαιολογήθηκε εκείνος. Η Νεφέλη όρθωσε το ανάστημα της και έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της ενώ κοπάνησε τη δική της για να περάσει το μήνυμα της.
Ήταν θυμωμένη και είχε την ανάγκη να ξεσπάσει πάνω σε κάτι, έτσι άρχισε να χτυπάει τα μαξιλάρια πάνω στο κρεβάτι της και να τα πετάει στο πάτωμα. Πούπουλα άρχισαν να πετάνε στον αέρα και φωνές ακούγονταν τώρα από το διπλανό δωμάτιο. Σταμάτησε για λίγο για να ακούσει καλύτερα αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν και στάθηκε πιο κοντά στην πόρτα... όταν αυτή άνοιξε για να μπει μέσα ο Φρέντερικ. Χτύπησε το κεφάλι της στην γωνία της και πισωπάτησε μέχρι που έπεσε.
«Δε σου έχουν μάθει να χτυπάς;» γκρίνιαξε.
«Κοίτα ποιος μιλάει. Εσένα δε σου έχουν πει ότι δεν κάνει να κρυφακούς ξένες συζητήσεις;» τη ρώτησε κοιτώντας εξεταστικά γύρω του. Ύστερα πέταξε το σάκο του σε μία γωνία και άρχισε να στρώνει στο πάτωμα.
«Δεν κρυφάκουγα.» διαμαρτυρήθηκε.
«Εννοείς ότι δεν τα κατάφερες.» την διόρθωσε.
«Κοιμόσουν μαζί της!» τον κατηγόρησε με σκοπό να ξεγλιστρήσει.
«Το κάνεις να ακούγετε πιο δελεαστικό από ότι ήταν.» την πείραξε.
«Τί κάνεις εκεί;» τον ρώτησε όταν τον είδε να ξαπλώνει στη στρωματσάδα.
«Σκοπεύω να κοιμηθώ.»
«Και δεν σου κάνει το κρεβάτι;»
«Εκεί θα κοιμηθείς εσύ.»
«Γιατί έφυγες από το δωμάτιο σου;» τον ρώτησε ρίχνοντας για λίγο την άμυνα της.
«Γιατί δεν υπάρχουν άλλα δωμάτια, η Ναταλί πρέπει να κοιμηθεί κάπου και εσένα δεν σου αρέσει να μένω μαζί της.»
«Θα έπρεπε να μου αρέσει;» τον ρώτησε θιγμένη.
«Κοιμόμουν στο πάτωμα!»
«Θα μπορούσες να κοιμάσαι με τον Τόμας… τον Λούνι… μαζί μου!»
«Δεν εισβάλω στο χώρο των άλλων επειδή εγώ έχω… Είσαι πίσω μόλις λίγες μέρες και από τότε έχουν συμβεί πολλά πράγματα. Το τελευταίο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν αν θα κοιμάμαι στο δικό σου πάτωμα ή στο δικό μου.»
«Πόσο καιρό είναι εκείνη εδώ;»
«Περίμενες να περνάω τα βράδια μου στο δωμάτιο σου; Λες και δεν ήταν αρκετό το ότι έπρεπε να ζήσω με…» δεν ολοκλήρωσε τη φράση του, σηκώθηκε απηυδισμένος και έκανε να φύγει από το δωμάτιο. Όμως η Νεφέλη στάθηκε μπροστά από την πόρτα εμποδίζοντας το δρόμο του. Δεν μπορούσε να τον κοιτάξει, τον ντρέπονταν. Εκείνος ακούμπησε τα χέρια του στην πόρτα και γύρω από εκείνη, στηρίζοντας ταυτόχρονα λίγο από το βάρος του στις γροθιές του.
«Θα με βοηθούσε αν δεν περίμενες να καταλάβω τι γίνεται από μόνη μου.» είπε μέσα από τα δόντια της.
«Θα με βοηθούσε αν άνοιγες τα μάτια σου και άρχιζες να καταλαβαίνεις μερικά πράγματα από μόνη σου.» αντέτεινε εκείνος.
«Δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά με εκείνη μέσα στα πόδια σου… με εκνευρίζει.» εξακολουθούσε να έχει το βλέμμα της στραμμένο στο κενό ενώ ο τόνος της ήταν ιδιαίτερα χαμηλός. Ένιωσε τα δάχτυλα του να χαϊδεύουν το πρόσωπο της και ευθύς αμέσως τα μάγουλα της έγιναν κατακόκκινα και η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Προχώρησαν στο λαιμό της και ύστερα στο ντεκολτέ της για να σταματήσουν εκεί. Η Νεφέλη σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε όμως τα γόνατα της λύγισαν από την εξάντληση, ο Φρέντερικ την έπιασε λίγο προτού πέσει.
«Πρέπει να ξεκουραστείς.» αφού την έβαλε στο κρεβάτι και τη σκέπασε, ξάπλωσε ξανά στην κουκέτα του ανοίγοντας να διαβάσει ένα βιβλίο. Η κοπέλα αρνήθηκε να μείνει εκεί και γλίστρησε δίπλα του σκεπάζοντας και εκείνον με την κουβέρτα της… και αποφεύγοντας την οπτική επαφή. Εκείνος όμως σηκώθηκε ξανά και την έβαλε πίσω στο κρεβάτι της. Αυτή τη φορά ξάπλωσε στο πλευρό της και πέρασε τα χέρια του γύρω της. «Είσαι τόσο πεισματάρα.» μουρμούρισε. Όμως η Νεφέλη ήταν πολύ νυσταγμένη για να του απαντήσει.

Το βράδυ είδε τον πατέρα της στα όνειρα της. Εκείνη ήταν ξανά παιδί και μαζί τριγυρνούσαν σε πλακόστρωτους δρόμους, αγοράζοντας λιχουδιές και λέγοντας αστεία. Έτσι ήταν η σχέση της μαζί του. Η μητέρα της είχε πεθάνει στη γέννα και μεγαλώνοντας, το μόνο στήριγμα του ενός ήταν ο άλλος. Ήταν ο καλύτερος της φίλος και σύμβουλος.
Είχε αποκτήσει τη μνήμη της εδώ και λίγες μόνο μέρες, αλλά της έλλειπε τόσο πολύ. Ωστόσο αυτός ήταν ο κόσμος της τώρα και δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Όχι μόνο γιατί δεν μπορούσε να τον αποχαιρετήσει αλλά και γιατί δεν άντεχε τον ίδιο της τον εαυτό κάθε φορά που σκεφτόταν πόσο εύκολο της ήταν να τον αφήσει. Δεν ήταν πλέον μόνος, είχε παντρευτεί με μία συμπαθητική γυναίκα, όμως αυτό δεν άλλαζε τίποτα.
Πάντα φοβόταν εκείνη της την πλευρά, αυτήν που έπαιρνε τις πιο δύσκολες αποφάσεις για εκείνη και όμως τις έκανε να φαντάζουν εύκολες… Τότε όμως το όνειρο της διαστρεβλώθηκε.
Είδε τον Νίκολα. Έδειχνε εξουθενωμένος ενώ από το γυμνό του στήθος κρεμόταν ένα φυλαχτό. Ήταν ένας κύκλος με τρεις ακατάστατες διαμέτρους στο εσωτερικό του, ήταν το φυλαχτό που τον προστάτευε κάτω από τα ξόρκια τους τείχους. Τότε όμως το αγόρι αντιλήφθηκε την παρουσία της. Ή τουλάχιστον αυτό υπέθεσε εφόσον τρόμαξε και ξύπνησε προτού διαπιστώσει αν οι υποψίες της αλήθευαν.
Ο Φρέντερικ κοιμόταν ακόμα στο πλευρό της, κάτι που της δημιούργησε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα. Βάλθηκε να τον χαζέψει και ύστερα άφησε τα δάχτυλα της να ακολουθήσουν τις καμπύλες του σώματος του, να τον εξερευνήσει όσο μπορούσε. Το αγόρι όμως έπιασε το χέρι της σταματώντας την και τη φίλησε στο μέτωπο.
«Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω.» του είπε δειλά.
«Δε με ξύπνησες… δηλαδή όχι τώρα. Έβλεπες εφιάλτες.» η θύμηση του καυγά τους την παρότρυνε να μην αναφέρει το όνειρο που είχε για τον Νίκολα, αν και αυτό δεν ήταν εφιάλτης.
«Παραμιλούσα;»
«Όχι, αλλά ήσουν πολύ ανήσυχη.»
«Συγγνώμη, δεν πρέπει να σε άφησα να κοιμηθείς.»
«Δεν χρειάζεται να απολογείσαι για το κάθε τι. Άλλωστε Θα μπορούσα πάντα να γυρίσω στο δωμάτιο μου.» την πείραξε ενώ σηκωνόταν. Ένας απροσδιόριστος ήχος βγήκε από το στήθος της Νεφέλης ως ένδειξη ζήλιας. Δεν το ήθελε, το έκανε ανεπαίσθητα και παραξένευσε το αγόρι που βρήκε την αντίδραση της ιδιαίτερα διασκεδαστική.
«Πρέπει να κατέβω, θα ζητήσω να σου φέρουν το πρωινό.» της είπε ενώ διάλεγε τα ρούχα του.
«Θα έρθω και εγώ.»
«Όχι, θα μείνεις στο κρεβάτι.» της είπε ενώ έκλεινε την πόρτα πίσω του. Η Νεφέλη διάλεξε να τον αγνοήσει και σηκώθηκε όμως σύντομα κατάλαβε πως ο Φρέντερικ είχε δίκιο, ήταν πολύ εξασθενημένη για να κάνει το ο, τιδήποτε. Θύμωσε με αυτήν της την αδυναμία και μουτρωμένη, κάθισε ξανά στο κρεβάτι αναλογιζόμενη πράγματα που μπορούσε να κάνει για να αξιοποιήσει τον χρόνο της σε έναν κόσμο όπου δεν υπήρχε τηλεόραση ή διαδίκτυο.
Θυμήθηκε πως ο Φρέντερικ είχε αποπειραθεί να διαβάσει ένα βιβλίο το προηγούμενο βράδυ. Δεν ήθελε να ψάξει τα πράγματα του, έτσι κοίταξε ολόγυρα ευχόμενη να το έχει αφήσει σε εμφανές σημείο. Το βρήκε στο πάτωμα δίπλα από την κουκέτα του.
Στην πρώτη σελίδα βρήκε ένα σκίτσο. Απεικόνιζε τη γυναίκα που ανεξήγητα είχε δει την ώρα της μάχης όταν την προειδοποιούσε για τον απερχόμενο θάνατο του γιου της. Δεν ήταν μόνη της, στην αγκαλιά της είχε ένα αξιολάτρευτο μικρό αγοράκι ενώ πίσω από αυτούς στεκόταν επιβλητικά ο άντρας που υπέθεσε ότι ήταν ο πατέρας του Φρέντερικ. Αφέθηκε για λίγο στην εικόνα, της προκαλούσε πολύ έντονα συναισθήματα. Όχι μόνο επειδή ένιωθε συμπόνια για την απώλεια του αγοριού αλλά επειδή νοστάλγησε το δικό της πατέρα. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της και βιάστηκε να το κρύψει σαν αυτό να έσβηνε συνάμα και τον πόνο. Προχώρησε στις επόμενες σελίδες και εκεί είδε μία αφιέρωση.

Στον αγαπημένο μου φίλο, θα είμαι για πάντα στο πλευρό σου όπως στάθηκες και εσύ στο δικό μου.
Τόμας.

Η σκέψη πως ο Φρέντερικ είχε στο πλευρό του τόσο καλούς φίλους έκανε εκείνη τη θλίψη μέσα της να ξεθωριάσει. Θυμήθηκε πως δεν είχε δει ποιος ήταν ο τίτλος του βιβλίου και γύρισε ξανά στο εξώφυλλο.

Οι μύθοι της Ελσάντα

Και έτσι ξεκίνησε να διαβάζει. Βρήκε την αρχή του βιβλίου ιδιαίτερα βαρετή αλλά συνέχισε. Διάβαζε αργά, όλοι της το είχαν πει και η ίδια το γνώριζε, έτσι όταν η Σοφία και ο Τόμι ήρθαν να την επισκεφτούν δεν  είχε προχωρήσει ιδιαίτερα.
«Συγνώμη που καθυστερήσαμε, θα πρέπει να πεινάς.» ξεκίνησε να λέει η Σοφία. «Αλλά ο Τόμι ήθελε να σου φτιάξει πρωινό και… είχαμε μερικές ατυχίες.» είπε κοιτώντας αυστηρά το παιδί. Εκείνος όμως πήρε την πιο γλυκιά του έκφραση και κατάφερε να τη λυγήσει.
«Έχω τα γενέθλια μου και δεν το ξέρω;»
«Όχι, αλλά ο Φρέντερικ μου είπε να πως είμαι υπεύθημος για εσένα και δεν πρέπει να σε κουράσω.» της είπε με παράπονο. Η Νεφέλη συμμερίστηκε την αντίδραση της Σοφίας και χαμογέλασε με τη γκριμάτσα και το ύφος του παιδιού.
«Πώς αισθάνεσαι σήμερα;» τη ρώτησε η γυναίκα.
«Αδύναμη.» της είπε την αλήθεια. Είδε την Σοφία να γεμίζει ένα ποτήρι με ένα παχύρευστο πράσινο υγρό το οποίο και της έδωσε. Την κοίταξε διστακτικά αλλά το ήπιε. Είχε απαίσια γεύση και η Νεφέλη έκανε εμετό απευθείας.
«Υποτίθεται ότι έπρεπε να το πιεις.» γκρίνιαξε η Σοφία.
«Το έχεις δοκιμάσει ποτέ;» η έκφραση στο πρόσωπο της της έλεγε πως η απάντηση που έψαχνε ήταν αρνητική.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου