Ο Φρέντερικ είχε πάρει το μήνυμα του Νίκολα και πορεύονταν ήδη για το δάσος. Δεν του άρεσε που είχε μπει μέσα στο κεφάλι του αλλά ανησυχούσε για την Νεφέλη, ανησυχούσε πολύ. Δεν είχε καταφέρει να μάθει τι είχε συμβεί αλλά είχε ακούσει πως το τείχος του Φαίδου είχε πέσει και μπορούσε μόνο να υποθέσει πως το δεύτερο σκέλος του σχεδίου τους δεν είχε πάει και τόσο καλά.
Το δρόμο του τώρα έκλεινε μια στρατιά. Κατέβηκε από το άλογο του και τράβηξε το σπαθί του, παρόλο που ήξερε πως δεν μπορούσε να τους αντιμετωπίσει όλους. Άκουσε τις οπλές αλόγων να ζυγώνουν αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει την πλάτη του στους υπόλοιπους αντιπάλους του, έτσι χύθηκε στη μάχη.
«Πόσο καιρό έχουμε να το κάνουμε αυτό;» αναρωτήθηκε ο Λούνι. Εκείνος και ο Τόμας στάθηκαν πλάτη με πλάτη βοηθώντας το φίλο τους.
«Αν εννοείς να παλέψουμε πλάτη με πλάτη… πρέπει να ήμασταν παιδιά ακόμη, ψάχναμε το όγδοο κλειδί.» του απάντησε ο Τόμας.
«Τί κάνετε εσείς εδώ;» τους μάλωσε ο Φρέντερικ. «Πρέπει να ετοιμάσετε το στρατό.»
«Ο Αντρέας και η Μαργαρίτα θα τα καταφέρουν μια χαρά και χωρίς εμάς. Δεν μπορώ να πως τα ίδιο και για εσένα.» ήρθε η απάντηση από τον Τόμας.
«Ξέρεις, τώρα που το σκέφτομαι…» ξεκίνησε να λέει ο Λούνι. «εμείς πήραμε τη θέση στο αρχηγείο επειδή βρήκαμε το κλειδί, δε θα έπρεπε να δώσουμε στην Νεφέλη την τελευταία θέση; Εκείνη βρήκε το ένατο κλειδί.»
«Τη θέση την πήρε η Ναταλί, ξεπέρασε το.» αντέτεινε ο Φρέντερικ.
«Εγώ; Θέλω να δω πως θα το ξεπεράσεις εσύ όταν το μάθει εκείνη… αν δεν το ξέρει ήδη.» τον πείραξε.
«Εγώ πάλι νομίζω ότι θα τη γλιτώσει πολύ φτηνά. Έχουν αρχίσει να γίνονται φίλες.» επενέβη ο Τόμας που εκείνη την ώρα έριχνε και τον τελευταίο τους αντίπαλο αναίσθητο.
«Σου έδωσαν να πιεις τίποτα χαλασμένο;» τον ρώτησε ο Λούνι που καβαλούσε και πάλι το άλογο του. «Που πάμε;» ρώτησε τον Φρέντερικ ξαφνικά σοβαρός.
«Στη λίμνη.» τους είπε χαράζοντας το δρόμο ορμώμενος.
***
«Είσαι καλά;»
«Ο πατέρας σου…»
«Έχεις παραισθήσεις.»
«Όχι…» του είπε και με όση δύναμη της είχε απομείνει τον έσπρωξε μακριά από εκείνη την ανθρωπόμορφη σκιά που είχε δει να ξεπροβάλει από το δάσος.
Είδε το μανιασμένο πρόσωπο του Φαίδου να συσπάται από οργή ενώ άλλαξε την πορεία του στρέφοντας τη λεπίδα του σπαθιού του προς εκείνη αντί για το γιο του. Η Νεφέλη έκλεισε τα μάτια της φοβισμένα και όταν δεν ένιωσε τίποτα, τα άνοιξε και πάλι. Ο Νίκολα είχε καρφώσει τον πατέρα του πισώπλατα εμποδίζοντας τον έτσι από το να πειράξει την Νεφέλη. Το νεκρό του σώμα έπεσε κενό δίπλα της κοιτώντας τη με ορθάνοιχτα μάτια.
«Έχουμε σχεδόν φτάσει.» της είπε παράδοξα ήρεμα για κάποιον που είχε μόλις αναγκαστεί να σκοτώσει τον πατέρα του.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω, θα μείνω για να το καθυστερήσω. Πήγαινε εσύ, φέρε την πύλη εδώ.» του είπε προσπαθώντας να κρύψει τον φόβο της.
«Δε θα σε αφήσω εδώ!» της δήλωσε αυστηρά. Όμως το κορίτσι δεν είχε το κουράγιο να του απαντήσει. Συγκρατούσε τις δυνάμεις της για να διώξει εκείνο το συναίσθημα. Όμως χανόταν… το μυαλό της ξέφευγε.
«Νεφέλη!!» η οικεία φωνή του Φρέντερικ έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της, παρόλο που ακουγόταν ανήσυχος, τρομαγμένος.
Είδε τη θολή του φιγούρα να τρεμοπαίζει μπροστά στα μάτια της και ταράχτηκε όταν συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο του.
«Σήκωσε την.»
«Ανοίξτε την πύλη.»
«Δεν μπορεί να πάει μόνη της…»
Ένιωθε μπερδεμένη, στεκόταν ακόμα στο δάσος αλλά τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Κοίταξε γύρω της ξανά και διαπίστωσε ότι όλα ήταν σάπια, έρημα.
«Κατάρα… γύρευε πόσο καιρό θα με αφήσουν εδώ.» γκρίνιαξε. Τους είχε σταματήσει, το ένιωθε. Αλλά δεν μπορούσε να ζήσει σε εκείνο το μέρος μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, ο χρόνος στην Ελσάντα κυλούσε πολύ πιο αργά από ότι πίσω από την ένατη πύλη.
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι αυτό το μέρος είναι ασφαλές.» ο Φρέντερικ στεκόταν ακριβώς από πίσω τη και κοιτούσε τώρα τριγύρω του με αηδία.
«Τί κάνεις εσύ εδώ;» δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Χαιρόταν που το αγόρι ήταν μαζί της, αλλά υποτίθεται πως δεν μπορούσε να περάσει σε αυτόν τον κόσμο αν δεν είχε περάσει πρώτα από την όγδοη πύλη.
«Θα προτιμούσες να έρθει ο Νίκολα;» τη ρώτησε δήθεν αδιάφορα. Την άρεσε τόσο πολύ να τον βλέπει να ζηλεύει που η πρώτη της αντίδραση ήταν να χαμογελάσει και να πηδήσει στην αγκαλιά του. Όμως το αγόρι άφησε ένα επιφώνημα πόνου και η Νεφέλη κατέβηκε από επάνω του για να τον περιεργαστεί. Μια μεγάλη και βαθιά γρατζουνιά απλώνονταν κατά μήκος των πλευρών του.
«Έχεις χτυπήσει.» του είπε με παράπονο.
«Δεν είναι τίποτα.» είπε κρύβοντας την πληγή του με το χέρι του. Όμως η Νεφέλη δεν του έδωσε σημασία.
«Πρέπει να βρούμε κάτι για να στο καθαρίσω.» την επόμενη κιόλας στιγμή η Ορόρα εμφανίστηκε από το πουθενά μπροστά από την Νεφέλη. Το κορίτσι αναπήδησε τρομαγμένο και πισωπάτησε μερικά βήματα. «Μακάρι να σταματούσες να μου το κάνεις αυτό.» είπε πιάνοντας την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά από την τρομάρα της. Τότε όμως συνειδητοποίησε πως ο Φρέντερικ μπορούσε να τη δει και πως το πρόσωπο της γυναίκας δεν είχε πλέον πληγές. Ήταν καθαρό, πανέμορφο. Τώρα μπορούσε να δει επάνω της τα όμορφα χαρακτηριστικά που είχε κληροδοτήσει στο γιο της.
Ένιωθε αμήχανα, δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί. Η Ορόρα και ο Φρέντερικ κοιτάζονταν στα μάτια και ήταν σα να είχαν μια βουβή, προσωπική συζήτηση. Ξάφνου η γυναίκα έκανε το πρώτο βήμα, αλλά ο Φρέντερικ πισωπάτησε αμυντικά. Η μητέρα του όμως επέμεινε, έκανε άλλο ένα βήμα… και ακόμα ένα. Μέχρι που τον πλησίασε αρκετά για να αγγίξει το πρόσωπο του.
Δάκρυα χαράς κύλησαν στα μάτια της και χαμογέλασε στοργικά στον Φρέντερικ. Το δικό του πρόσωπο όμως ήταν δύσκολο να το διαβάσεις. Υπήρχε παράπονο στα μάτια του και πόνος.
«Τί νομίζεις ότι κάνεις;» άκουσαν την εκνευρισμένη φωνή της Αντζέλικα να ηχεί μέσα στο δάσος. Η Νεφέλη έφερε μερικούς κύκλους γύρω από τον εαυτό της ανήσυχη και ύστερα τη βρήκε να στέκεται σε απόσταση αναπνοής από εκείνη. «Δεν μπορείς να την αφήσεις να τον αγγίξει!» της φώναξε. Παραξενεύτηκε όταν η κοπέλα δεν πέρασε σε κάποιου είδους επίθεση, μπορούσε να δει στα μάτια της πόσο ήθελε να της χιμήξει, να ξεσκίσει τη σάρκα της… αλλά ήταν ανίκανη για κάτι τέτοιο.
Και τότε το κατάλαβε.
Η Αντζέλικα δεν μπορούσε πλέον να την πειράξει, κανείς τους δεν μπορούσε. Ήταν η καρδιά αυτού του κόσμου. Μπορεί να δυσκολευόταν να τους ελέγξει, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν εσκεμμένα σε επίθεση εναντίον της.
«Και γιατί αυτό;» τη ρώτησε παγερά.
«Γιατί… έτσι. Είναι νεκρή, έχασε αυτό το δικαίωμα.» και αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Νεφέλη είδε στο πρόσωπο της Αντζέλικα κάτι που θύμιζε το κορίτσι που είχε πρωτογνωρίσει σε εκείνο το χαρέμι. Ζήλευε. Σκέφτηκε.
«Βάζω στοίχημα ότι θα ήθελες και εσύ να τον αγγίξεις.» η Αντζέλικα γινόταν ολοένα και πιο νευρική, πιο κινητική. Ήταν λες και αυτή της η αντίδραση προσέλκυσε τον όχλο από φθαρμένες ανθρώπινες μορφές που τους περικύκλωσε. Ο Φρέντερικ πήρε αμυντική θέση ενώ η Ορόρα πρόταξε το στήθος της για να τον προστατεύσει.
«Φύγετε!» η Νεφέλη δεν αναγνώριζε την ίδια της την φωνή. Όμως εκείνη ήταν αυτή που οργισμένη διέταξε το πλήθος να διαλυθεί. «Τώρα!» άντλησε μια παράδοξη ικανοποίηση όταν τους είδε να εκτελούν τις εντολές της. Δεν μπορούσαν να την παρακούσουν, όσο και αν η Αντζέλικα προσπάθησε.
Όλος αυτός ο θυμός, όλο αυτό το μίσος που τώρα πήγαζε από μέσα της, ξαφνικά την τρόμαξε. Θυμήθηκε τον πατέρα της, την είχε παρομοιάσει σαν το φως στα σκοτεινά του μονοπάτια. Και όμως εκείνη ένιωθε περισσότερο σαν το σκοτάδι την προκειμένη στιγμή. Η θύμηση του Τόμας να στέκεται μπροστά από τον καθρέφτη του πύργου ήρθε στο μυαλό της.
Ο μεγαλύτερος του φόβος ήταν το σκοτάδι. Και όμως, ζούσε με αυτό κάθε του μέρα, κάθε του στιγμή έδινε μάχη και έβγαινε πάντα νικητής. Παρ’ όλα αυτά, δε θα μπορούσε ποτέ του να απαλλαγεί από αυτόν του το φόβο. Ήταν καταδικασμένος να τον κουβαλάει μέσα του. Για πάντα. Και αυτό την ταρακούνησε, γιατί εκείνη καλούταν να αντιμετωπίσει τους φόβους της πολύ λιγότερες φορές. Και δεν μπορούσε να τα βγάλει εις πέρα; Αρνήθηκε, αρνήθηκε να αφήσει τον άλλο της εαυτό να τη φοβίσει. Αρνήθηκε να υποχωρήσει.
Και τότε ένιωσε το θυμό και το μίσος της να υποχωρούν. Ένιωσε και πάλι σα να ήταν κάτι φωτεινό. Και αυτή τη φορά ήταν σίγουρη για τον εαυτό της, αυτή τη φορά ένιωθε δυνατή.
Γύρισε προς το μέρος του φίλου της και της μητέρας του και χαμογέλασε δειλά.
«Μήπως υπάρχει κάποιο μέρος που να μπορέσουμε να περιποιηθούμε την πληγή αυτού του μπουμπουνοκέφαλου;» είπε γέρνοντας το κεφάλι της προς το μέρος του Φρέντερικ. Η Ορόρα χαμογέλασε βρίσκοντας την ονομασία που απέδωσε στο γιο της διασκεδαστική, αλλά ο ίδιος δεν το βρήκε τόσο αστείο. «Μη με κοιτάς έτσι, μου χρωστάς ακόμα εξηγήσεις.» του είπε αμυντικά. Η Ορόρα όμως δεν έδειχνε διατεθειμένη να τους οδηγήσει. Αντί αυτού, ακούμπησε την πληγή του γιου της και την αμέσως επόμενη στιγμή, αυτή είχε εξαφανιστεί. «Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί δεν χρειάζεστε μηχανήματα για μεταμόσχευση.» μουρμούρισε εντυπωσιασμένη.
«Είσαι πολύ παράξενη.» της είπε η γυναίκα με ένα γλυκό χαμόγελο. Αυτό ήταν κάτι που ο Φρέντερικ βρήκε αστείο. Η κοπέλα τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια της αλλά αυτό δεν έδειχνε να τον πτοεί ούτε στο ελάχιστο. «Μου αρέσει.» συνέχισε στρεφόμενη προς τον γιο της. Τουλάχιστον αυτό του έκοψε το γέλιο. Σκέφτηκε το κορίτσι όταν τον είδε να σοβαρεύει ξαφνικά. «Σ’ αγαπάω… πρέπει να φύγω.»
«Τί; Όχι, μείνε.» την παρακάλεσε τρομαγμένος από αυτήν την επιλογή.
«Έχουν δίκιο, δεν μπορώ να είμαι κοντά σου… να σε αγγίζω. Είσαι ζωντανός. Δεν αποδυναμώνει μόνο εμένα, αλλά ταράσσει τους κόσμους. Και πρέπει να προσέχεις τις ισορροπίες.» πρόσθεσε μιλώντας τώρα στην Νεφέλη.
«Με εμένα δεν είχατε πρόβλημα.» σχολίασε με πικρία.
«Εσύ ήσουν εδώ για τη δοκιμασία, μια τέτοια επαφή ήταν επιτρεπτή. Τώρα η καρδιά έχει δοθεί. Ήρθες εδώ με τον Φρέντερικ επειδή ψάχνατε καταφύγιο, αλλά αυτό αλλάζει τα πράγματα. Πρέπει να φύγετε σύντομα, πρέπει να κρατάς τις ισορροπίες.»
«Δεν ξέρω καν τι σημαίνει αυτό… και έπειτα, δεν μπορούμε να φύγουμε αν δεν τελειώσει ο πόλεμος.»
«Θα τελειώσει, σε λίγο. Θα το καταλάβεις.»
«Τί εννοείς;» όμως δεν επρόκειτο να πάρει απάντηση. Η γυναίκα κοίταξε το γιο της για μία τελευταία φορά και εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα με νοσταλγία αναμεμιγμένη με χαρά. Αυτή του η αντίδραση επιβεβαίωνε ένα μόνο πράγμα για την Νεφέλη.
Δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
«Αντίο μικρέ μου.»
«Αντίο.» της είπε με φωνή φορτισμένη. Και ύστερα η γυναίκα χάθηκε μέσα στις σκιές του δάσους.
Για μία ακόμη φορά, η κοπέλα δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Ένιωθε την ανάγκη του Φρέντερικ να σταματήσει τη μητέρα του, παρ’ όλα αυτά ήταν τόσο στυφνός, τόσο ακίνητος. Δεν ήξερε αν ήταν από τα άτομα που ήθελαν κάποιον δίπλα του όταν κάτι τους έκανε ευάλωτους, ήξερε μόνο ότι προσπαθούσε πολύ για να μη δείχνει τις αδυναμίες του. Έτσι αποφάσισε να είναι ο εαυτός της. Πήγε κοντά του και κράτησε το χέρι του ενώ ταυτόχρονα το τύλιγε γύρω από εκείνη. Στην αρχή δεν αντέδρασε, ύστερα όμως την κράτησε κοντά στο στήθος του και την τράβηξε παροτρύνοντας τη να καθίσουν στη βάση μιας ελιάς.
«Εξακολουθώ να μην ξέρω για πιο λόγο είμαστε εδώ.» της είπε μετά από λίγο.
«Δεν σου είπε ο Νίκολα;» τον ρώτησε παραξενευμένη.
«Δεν είχαμε χρόνο για εξηγήσεις.» εκείνη αφέθηκε για λίγο στα μάτια του και ύστερα βολεύτηκε ξαπλώνοντας επάνω του.
«Τους τραβούσε ο πόλεμος… και όλα εκείνα τα συναισθήματα που απορρέουν από αυτό. Έχανα τον έλεγχο.»
«Εννοείς ότι… ό, τι και αν ζει εδώ, μπορεί να…»
«…Με κάνουν ότι θέλουν; Είμαι η γέφυρα ανάμεσα σε εκείνους και στην Ελσάντα. Θα μπορούσαν να με χρησιμοποιήσουν… ήθελαν να με χρησιμοποιήσουν. Και ο Φαίδος ήξερε ότι θα συνέβαινε αυτό. Πίστευε ότι θα έχανα τον έλεγχο και πως εκείνοι θα μπορούσαν να μείνουν προστατευμένοι κάτω από τα τείχη τους. Ο Κόναρ όμως δεν ήθελε να ρισκάρει άλλο, εκείνος ήταν αυτός που ήθελε να με σκοτώσει και σκόπευε να το κάνει πίσω από την πλάτη του Φαίδου. Αλλά υπολόγιζαν χωρίς τον ξενοδόχο.»
«Ξέρεις ότι δεν καταλαβαίνω τις παροιμίες σου, έτσι;» τη ρώτησε αβέβαιος.
«Σωστά…» είπε αραδιάζοντας ένα χαμόγελο. «…ξέχνα το λοιπόν. Η ουσία είναι πως, δεν μπορούσα να το ελέγξω και ο Νίκολα είπε πως ο μόνος τρόπος να το σταματήσω θα ήταν αν έμενα… εδώ, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος ή να με σκοτώσετε. Αλλά δεν είχα την πύλη.»
«Και ο Φαίδος…»
«Μας τέλειωσε… ο Νίκολα… και η Ναταλί, βοήθησαν σε αυτό.»
«Η Ναταλί… δεν την είδα μαζί σας.» είπε ξαφνικά ανήσυχος.
«Είναι καλά… ελπίζω.» του είπε νιώθοντας ένοχη που καθόταν αμέριμνη ενώ εκείνη υπέφερε. «Ο Νίκολα της έκανε… κάτι σαν ξόρκι. Είπε ότι θα την κρατούσε ζωντανή… αλλά θα υπέφερε.»
«Ξόρκι… μου λες ότι χτυπήθηκε;» σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βηματίζει ανήσυχα. Η αντίδραση του την έκανε να ζηλέψει, αλλά δεν ήθελε να υποκύψει σε αυτό το συναίσθημα.
«Ναι… προσπάθησε να… την χτύπησε ο Φαίδος.» είπε αποφεύγοντας να μην αναφέρει το όνομα του Νίκολα για ακόμη μία φορά. «Αλλά θα γίνει καλά.» όμως αυτό δεν έδειχνε να τον καθησυχάζει ιδιαίτερα, έτσι η Νεφέλη αποπειράθηκε να αλλάξει το θέμα. «Δε μου είπες όμως, πώς κατάφερες να έρθεις εσύ εδώ; Δεν υποτίθεται πως έπρεπε να έχεις περάσει πρώτα από την όγδοη πύλη;» η ερώτηση της τον ημέρεψε, αλλά αυτό δεν την καθησύχασε όπως περίμενε. Αντιθέτως, την παραξένεψε.
«Εγώ βρήκα το κλειδί Νεφέλη… ήμουν παιδί, φυσικά και πέρασα την πύλη. Προσπάθησα να σου το πω… για αυτό δεν άντεχα να είμαι κοντά σου. Αλλά ήμουν εγωιστής, δεν μπόρεσα να μείνω μακριά σου.» ήταν σίγουρη πως ο συνειρμός του είχε μία λογική και πως προσπαθούσε να της εξηγήσει κάτι, αλλά δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
«Και το καλό που σου θέλω να μην το κάνεις, αλλά δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς.»
«Έπρεπε να είμαι εγώ αυτός που θα κάνει τη δοκιμασία. Αλλά τους άφησα να με πείσουν να πας εσύ… γιατί ο μύθος μιλούσε για εσένα.» είπε σκυθρωπά.
«Χαίρομαι που σε έπεισαν.» είπε στην ανάμνηση της δοκιμασίας.
«Πώς μπορείς να το λες αυτό;» αναρωτήθηκε και με δύο δρασκελιές την πλησίασε και γονάτισε μπροστά της για να κρατήσει το πρόσωπο της.
«Στο είπα, σε αγαπάω. Νομίζεις ότι θα το προτιμούσα αν… τα τραβούσες εσύ όλα αυτά; Άλλωστε ο Τόμας έχει δίκιο, ο μύθος γράφτηκε για εμένα, δεν προσπαθείς να μου κλέψεις την δόξα μου, έτσι;» τον πείραξε.
«Εγώ δε σου είπα ότι ο Τόμας ήταν αυτός που με έπεισε.» της είπε μπερδεμένος.
«Δεν χρειάστηκε, ακούγεται σαν τα λόγια που θα έλεγε ο Τόμας. Για την ακρίβεια μου ακούγονται δικαιολογίες, που σημαίνει ότι κάποιος ήξερε πως θα πέθαινες αν πήγαινες εκεί και ο μόνος που θα μπορούσε να το ξέρει, είναι ο Τόμας.» του ξήγησε το σκεπτικό της.
«Σκέφτεσαι πάντα έτσι;» τη ρώτησε σαστισμένος.
«Ναι.» ένα δροσερό αεράκι φύσηξε κάνοντας μια κλαίουσα ιτιά να πέσει στην αντίληψη της. Ήταν πανέμορφη, όχι όπως τα υπόλοιπα σάπια δέντρα, αλλά γέρικη και τα κλαδιά της… σχημάτιζαν μια πύλη.
«Τώρα…» άκουσε τη φωνή της Ορόρας κάπου μέσα στο σφύριγμα του ανέμου και σηκώθηκε μεμιάς αρπάζοντας τον Φρέντερικ από το χέρι. Έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και πέρασαν μέσα από τη νοητή πύλη.
«Τί συμβαίνει;» τη ρώτησε το αγόρι σαστισμένο όταν δεν μπόρεσε να προσέξει καμία διαφορά.
«Δεν το βλέπεις; Γυρίσαμε.» είπε δείχνοντας του κλαδιά των δέντρων που δεν ήταν πλέον σάπια.
«Δεν υποτίθεται ότι έπρεπε να μείνουμε εκεί… παραπάνω;» η ρώτησε προβληματισμένος.
«Πάμε στο αρχηγείο καλύτερα.» όμως το αγόρι δεν την άφησε να προχωρήσει. Της ζήτησε να κάνει ησυχία ενώ εκείνος προχωρούσε προς μια κατεύθυνση στα δεξιά του.
Άκουσαν μία αστεία παιδική κραυγή και ύστερα ο Τόμι ξεπρόβαλε μέσα από έναν θάμνο με σκοπό να επιτεθεί στον Φρέντερικ.
«Τόμι, τι κάνεις εδώ;» του είπε αυστηρά. Το παιδί σταμάτησε σαστισμένο και κοιτούσε μία εκείνον και μία την Νεφέλη.
«Γυρίσατε!» αναφώνησε χαρούμενος ενώ έτρεξε να αγκαλιάσει τον Φρέντερικ. Εκείνος ανακάτεψε τα μαλλιά του και έσκυψε για να τον κοιτάξει ως ίσο.
«Πόσες φορές θα σου πως ότι δεν μπορείς να έρχεσαι στο δάσος; Ειδικά το βράδυ και ειδικά τώρα που έχουμε πόλεμο.
«Μα δεν έχουμε πόλεμο.» του είπε χαρούμενα. «Νικήσαμε. Ο Νίκολα και η Ναταλί νικήσαν τον Φαίδο και όλα πήγαν όπως το σχέδιο σας.» είπε κοιτώντας την Νεφέλη.
«Πόσο καιρό λείπουμε;» τον ρώτησε εκείνη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου