Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν δέκα. Όλοι οι ασθενείς βρισκόντουσαν στα κρεβάτια τους εδώ και ώρα. Ελάχιστοι ήταν οι επισκέπτες που είχαν επιλέξει να διανυκτερεύσουν στο πλευρό των αγαπημένων τους προσώπων και είτε είχαν αποκοιμηθεί, είτε έμεναν άγρυπνοι φρουροί κρατώντας τους το χέρι και ψιθυρίζοντας παρηγορητικά λόγια. Το νοσοκομείο έμοιαζε πλέον έρημο, με αποτέλεσμα οι ομιλίες από εκείνο το γραφείο να ηχούν στους διαδρόμους.
Ήταν μικροσκοπικό, ίσα που χωρούσε μια βιβλιοθήκη, ένα παλιό γραφείο και δύο ετοιμόρροπες ξύλινες καρέκλες. Ένας άντρας με πλούσια ξανθά μαλλιά και καλοσυνάτο πρόσωπο, μαζί με τη γυναίκα του, μια κομψή κυρία με κόκκινα κοντά μαλλιά, είχαν στρέψει την προσοχή τους στην ηλικιωμένη γιατρό που στεκόταν μπροστά από το μοναδικό παράθυρο και παρατηρούσε μία παρέα αγοριών να καταστρέφουν την παιδική χαρά στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Ήταν μικρόσωμη, τα κοντά γκρίζα μαλλιά της αναδείκνυαν ακόμα περισσότερο τα καταγάλανα μάτια της. Στην άσπρη ρόμπα που φορούσε ήταν καρφιτσωμένο το καρτελάκι με την ταυτότητα της: ΝΕΥΡΟΛΟΓΟΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΑΡΤΗ.
«Μήπως θα τη βοηθούσε κάποιου είδους εγχείρηση;» τη ρώτησε η γυναίκα.
«Θα ήταν μάταιο. Από εδώ και πέρα εξαρτάτε καθαρά από εκείνη.» της απάντησε η γιατρός.
«Και πότε πιστεύεται ότι θα ξυπνήσει από το κώμα;» πήρε το λόγο ο άντρας. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε πολύ για να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Η γιατρός δίστασε για λίγο, όμως ήταν σα να αποφάσισε από τη μία στιγμή στην άλλη πως δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο στον εαυτό της και ξάφνου το πρόσωπο της έμεινε και πάλι κενό.
«Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Μπορεί να ξυπνήσει σύντομα, μπορεί όμως να της πάρει χρόνια... και υπάρχει πάντα η πιθανότητα να μην ξυπνήσει ποτέ.» ήθελε παραμείνει ανέκφραστη, αλλά η εικόνα του πατέρα να μορφάζει στις λέξεις της, τη λύγισε. Πόσο τον λυπόταν, πόσο μισούσε τη θέση στην οποία βρισκόταν.
«Πο... ποτέ;» επανέλαβε με κομμένη την ανάσα. Η γυναίκα του προσπάθησε να του δώσει κουράγιο κρατώντας του το χέρι, αλλά η κίνηση της δεν είχε κανένα αποτέλεσμα.
«Δυστυχώς, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Εικασίες και προσευχές.» αντέτεινε η Χριστίνα.
«Ευχαριστούμε.» είπε η γυναίκα, έδειχνε να θυμώνει από κάτι που προς το παρόν για εκείνη έμοιαζε με την ανικανότητα της γιατρού να της δώσει μία λύση. Σηκώθηκε αποφασιστικά αλλά λίγο προτού φύγει... «Μήπως αυτό θα βοηθήσει;» είπε βγάζοντας ένα άσπρο φακελάκι από μια θήκη στην τσάντα της.
«Εννοείται πως όχι!» τη διαβεβαίωσε η γιατρός θιγμένη. «Είναι αργά. Χρειάζεστε ξεκούραση.» συνέχισε κοφτά. «...Όλοι χρειαζόμαστε.»
«Θα μείνουμε.» βιάστηκε να την ενημερώσει ο άντρας που μέχρι πρότινος δεν έδειχνε να συμμετάσχει.
«Και οι δύο;» τους ρώτησε μπερδεμένη.
«Καλύτερα να μείνω εγώ, εσύ γύρνα στη δουλειά σου.» του είπε η γυναίκα. «Θα σε ενημερώσω αν συμβεί κάτι. Έχεις να κοιμηθείς δύο μέρες. Θα μιλήσω με το αφεντικό μου και…»
«Δε θα φύγω Μαρία.» αντέτεινε κουρασμένα.
«Δεν οφείλει σε τίποτα να μείνουμε και οι δυο μας εδώ.» όλα έδειχναν πως ο άντρας επρόκειτο να αντιδράσει, όμως κάτι από τη στιγμή που άνοιξε το στόμα του αβέβαιος για το σορό των λέξεων στον μυαλό του που θα μπορούσαν να συντάξουν κάποια πρόταση, κουράστηκε.
«Καλά…» κατένευσε ηττημένος. «μείνε εσύ.» πρόσθεσε και κινήθηκε χαμένος προς την πόρτα. «Ευχαριστούμε γιατρέ, καληνύχτα.» συνέχισε και έπειτα έφυγε αφήνοντας τις δύο γυναίκες μόνες.
«Καλό σας βράδυ.» αντέτεινε η γιατρός.
«Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πως συνέβη.» μουρμούρισε η Μαρία. Τη μία στιγμή μιλούσαμε για τη σχολή που σκόπευε να δηλώσει στο μηχανογραφικό της και την επόμενη…» η φωνή της έσπασε και τα χέρια της έτρεμαν. «Λιποθύμησε και χτύπησε το κεφάλι της.»
«Δεν οφείλει να το σκέφτεσαι, μόνο κακό μπορείς να κάνεις στον εαυτό σου.» της είπε στοργικά. Όμως η Μαρία δεν ήταν σε θέση να μιλήσει, οπότε έγνευσε καταφατικά και έφυγε από το γραφείο με το κεφάλι της σκυμμένο.
Βάδιζε στον έρημο διάδρομο και σταμάτησε μπροστά από την τρίτη πόρτα στα αριστερά της. Για μια στιγμή δίστασε, ύστερα όμως μπήκε στο δωμάτιο. Υπήρχαν τέσσερα κρεβάτια, μόνο τα δύο χρησιμοποιούνταν. Στο ένα βρισκόταν ξαπλωμένο ένα όμορφο κορίτσι με κόκκινα μακριά σγουρά μαλλιά ενώ στο άλλο ένα μικροκαμωμένο κοριτσάκι γύρω στα εφτά. Είχε ξανθά ίσια μαλλιά και γαλανά μάτια που φώτιζαν το κατάχλομο προσωπάκι της. Δίπλα σε εκείνη καθόταν αγουροξυπνημένη η μητέρα της ακούγοντας με προσοχή τον εφιάλτη που η κόρη της τής αφηγούταν.
«… και μετά έπεσα κάτω και ξύπνησα.»
«Ηρέμισε, πέρασε…» η γυναίκα την καθησύχαζε ενώ χάιδευε το μάγουλο της. «ήσουν πολύ γενναία.» η Μαρία τις χάζεψε για λίγο και έπειτα κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι της προγονής της για να αλλάξει τον ορό, δεν ήταν μεγαλύτερη από δέκα εφτά.
«Τί έπαθε το κοριτσάκι;» η γλυκιά φωνούλα του κοριτσιού την απέσπασε βίαια από τις σκέψεις της, αλλά της χαμογέλασε γλυκά και μετά της απάντησε.
«Θα κοιμάται για πολύ καιρό.» της είπε τρυφερά.
«Ναι, αλλά αν κοιμάται δε θα μπορεί να παίζει με άλλα παιδιά.»
«Ναι, σωστά. Δεν μπορεί.» ψιθύρισε προσπαθώντας σκληρά να χαλιναγωγήσει τα συναισθήματα της, να μην τα αφήσει να αποτυπωθούν, να μην τα αφήσει να τρομάξουν τη μικρή. «Εσύ γιατί είσαι εδώ;»
«Χτύπησα.»
«Μην ανησυχείτε, θα γίνει καλά.» η μητέρα της καθησύχασε την Μαρία. «Με λένε Μαριάννα, η αδερφή μου έπεσε σε κώμα μετά από ένα αυτοκινητιστικό. Συνήλθε μετά από μια εβδομάδα.»
«Το ελπίζω… με λένε Μαρία.»
«Εμένα με λένε Ιουλία.» επενέβη το κοριτσάκι με φωνή γεμάτη παιδικότητα και με μία αστεία χροιά. «Πώς λένε την κόρη σας;»
«Θάλεια.»
«Γιατί δεν την ξυπνάτε;» της πρότεινε η Ιουλία.
«Γιατί δεν μπορώ.» η Μαρία απάντησε με φωνή που τελικά έσπασε.
«Θέλετε να σας βοηθήσω;» προθυμοποιήθηκε θορυβημένη από την θλίψη της γυναίκας.
«Πολύ φοβάμαι πως ούτε εσύ μπορείς.»
«Και αν βλέπει εφιάλτη;»
«Αρκετές ερωτήσεις έκανες αγάπη μου. Θα κουράσεις την κυρία.» πήρε το λόγο η Μαριάννα. «Γιατί δεν πέφτεις πάλι για ύπνο; Εγώ θα ζητήσω από του αγγέλους να σου στείλουν ένα όμορφο όνειρο αυτή τη φορά.»
«Εντάξει.» συμφώνησε κατσούφικα. «Καληνύχτα μαμά,» συνέχισε φιλώντας τη γλυκά στο μάγουλο. «καληνύχτα κυρία Μαρία, καληνύχτα Θάλεια.» και αφού βολεύτηκε στο κρεβάτι της, έκλεισε σφιχτά τα μάτια και καμώθηκε να κοιμηθεί.
«Αν χρειαστείτε κάτι, μη διστάσετε να με ξυπνήσετε. Θα χαρώ πολύ να βοηθήσω.» προσφέρθηκε η Μαριάννα.
«Ευχαριστώ πολύ, καληνύχτα.» της είπε συγκινημένη από την πρόταση της γυναίκας.
«Καληνύχτα.» αντέτεινε χαμογελώντας της ζεστά.
***
Ο ήλιος έκαιγε το πρόσωπο της, ένιωθε το σώμα της βαρύ και μουδιασμένο. Άνοιξε τα μάτια της και έτριψε με το χέρι της το μέτωπο της. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Περίμενε λίγα λεπτά και έπειτα το επιχείρησε ξανά, με επιτυχία αυτή τη φορά. Ωστόσο ένιωθε πολύ αδύναμη, έκανε δύο βήματα και έπεσε κάτω.
Κοίταξε ολόγυρα, βρισκόταν σε μία έρημη παραλία από άμμο περιτριγυρισμένη από πανύψηλα δέντρα. Άνεμος φύσηξε αερίζοντας τα κόκκινα μαλλιά της και τα πράσινα μάτια της φώτιζαν το λευκό της δέρμα.
Σηκώθηκε ξανά και με σταθερά βήματα αυτή τη φορά, κατευθύνθηκε προς το δάσος πίσω της. Δεν ήξερε που βρισκόταν και δεν ήθελε να μείνει άπραγη περιμένοντας για βοήθεια. Όμως όσο περισσότερο περπατούσε τόσο περισσότερο πύκνωνε η βλάστηση κάνοντας την πρόσβαση της ακόμα πιο δύσκολη.
Δεν άργησε να χάσει την αίσθηση του χρόνου όπως και του προσανατολισμού της.
«Γιατί κάνεις κύκλους;» άκουσε μία παιδική φωνή να της λέει. «Κάνεις κύκλους και εδώ ώρα περνάς συνέχεια από το ίδιο σημείο.» ήταν ένα μελαχρινό αγόρι με ιδιόρρυθμο και αστείο βλέμμα. Κρυβόταν πίσω από έναν κορμό δέντρου αλλά τώρα όλα έδειχναν πως έχει αποκτήσει το θάρρος που χρειαζόταν για να την πλησιάσει.
«Τότε γιατί δε μου δείχνεις εσύ το σωστό δρόμο;» η παρουσία του την έφερε προ εκπλήξεως, δεν ήξερε πως έπρεπε να αντιδράσει.
«Άργησες.»
«Με περιμένατε;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Πριν μία σελήνη.»
«Γιατί;»
«Τόμι, τι στο καλό κάνεις εδώ πέρα; Δε σου είπα…» ένα ψιλό αγόρι με μαύρα μαλλιά και γκριζωπά μεγάλα μάτια ξεφύτρωσε πίσω από κάτι αγκαθωτούς θάμνους. Της άρεσε το παρουσιαστικό του αλλά την παραξένευσε το σπαθί που φιλούσε στην θήκη που είχε κρεμάσει στην πλάτη του. Πρόσεξε πως ανάμεσα σε εκείνους και την ίδια υπήρχαν σοβαρές ενδυματολογικές διαφορές με τους πρώτους να χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο πανί και δέρμα, σε αντίθεση με εκείνη που φορούσε τζιν και συνθετικά.
«Κοίτα Φρέντερικ, ήρθε!» αναφώνησε το αγόρι. Ο νεοφερμένος κοίταξε με ύφος αινιγματικό το κορίτσι που ήταν τώρα πιο μπερδεμένο από ποτέ.
«Είσαι… καλά;» τη ρώτησε εκείνος βλέποντας παραξενευμένος πως τσιμπούσε τον εαυτό της.
«Γιατί πονάω;»
«Γιατί τσιμπάς τον εαυτό σου.» της θύμισε ο Φρέντερικ.
«Κοιμάμαι…» μουρμούρισε συγχυσμένη.
«Εμένα μου φαίνεσαι ξύπνια.» της είπε αδιάφορα.
«Ποιός είσαι εσύ; Τί είναι αυτό το μέρος; Γιατί με περιμένατε και γιατί εγώ δε θυμάμαι τίποτα;» ξέσπασε.
«Ας πάμε καλύτερα στο…» ξεκίνησε να λέει ο Φρέντερικ.
«Δεν πάω πουθενά μαζί σου!» τον διέκοψε αγριεμένη.
«Συστηθήκαμε, δεν είμαστε πλέον άγνωστοι.» πήρε το λόγο το παιδί. «Αυτός είναι ο Φρέντερικ και…»
«Εσείς μπορεί να συστηθήκατε αλλά εγώ δεν ξέρω ούτε καν το όνομα μου.»
«Θα σου…»
«Τόμι σταμάτα.» του είπε ο Φρέντερικ κοφτά.
«Μα…»
«Είπα όχι.»
«Μα πρέπει να της πούμε…»
«Θα βρούμε άλλο τρόπο. Έλα, πάμε. Θα σε συμβούλευα να κάνεις και εσύ το ίδιο.» συνέχισε αναφερόμενος σε εκείνη.
«Πλάκα μου κάνεις;!» αναφώνησε το κορίτσι. Του είχε μόλις εξομολογηθεί πως δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα και εκείνος την άφηνε μόνη της μέσα στο δάσος; Σκέφτηκε. Εντάξει, είχε προσφερθεί να τη βοηθήσει και εκείνη είχε αρνηθεί. Αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία.
«Όχι, έλα Τόμι.» έπρεπε να πιέσει πολύ τον εαυτό της αλλά στο τέλος έβαλε στην άκρη την περηφάνια της και τον σταμάτησε.
«Περίμενε.»
«Τί είναι πάλι;» τη ρώτησε μπουχτισμένος.
«Δεν ξέρω που να πάω.» μουρμούρισε ενώ αγκάλιαζε τον εαυτό της από αμηχανία.
«Και εγώ τι θες να κάνω;»
«Να με πας… κάπου.»
«Νόμιζα ότι δεν ήθελες να πας πουθενά μαζί μου.» την ειρωνεύτηκε.
«Περνιέσαι για έξυπνος, έτσι δεν είναι;» τον αποπήρε.
«Όχι, ξέρω ότι είμαι έξυπνος;» της είπε με ύφος αυτάρεσκο.
«Πολύ καλά.» είχε πεισμώσει και τώρα χάραζε μία πορεία στην τύχη αρνούμενη να παραδεχτεί πως χρειαζόταν πραγματικά τη βοήθεια που τόσο απερίσκεπτα είχε απορρίψει. Πριν όμως προλάβει να απομακρυνθεί, εκείνος τη σταμάτησε.
«Αυτός ο δρόμος φτάνει σε γκρεμό.» η κοπέλα σταμάτησε και προσπάθησε να απαρνηθεί το πείσμα της. Αλλά δεν ένιωθε πως είχε αποτέλεσμα.
«Μπορείς απλά να έρθεις μαζί μας.» της είπε απρόθυμα. Εκείνη έκανε μεταβολή σκοπεύοντας αυτή τη φορά να τον ακολουθήσει, τότε όμως άκουσε έναν αποκρουστικό θόρυβο που την έκανε να παγώσει.
«Τρέξτε!» τους φώναξε ο Φρέντερικ.
Ευθύς αμέσως, ο Τόμι και η κοπέλα άρχισαν να τρέχουν ακολουθώντας τον. Όμως τα διάφορα παρακλάδια και οι βράχοι που ξεφύτρωναν από εδώ και από εκεί, έκαναν δύσκολο το διάβα της. Και παρόλο που ήταν σαστισμένη, ένιωθε επιτακτική την ανάγκη να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα. Αλλά το σώμα της ήταν αδύναμο και δεν της το επέτρεπε. Σε μία προσπάθεια να προσδιορίσει την απειλή κοίταξε πάνω από τον ώμο της με αποτέλεσμα να σκοντάψει και να κυλήσει σε μια πλαγιά. Έπειτα ένιωσε το σώμα της να αιωρείται στον αέρα προτού πέσει στο ποτάμι.
Κολύμπησε μέχρι την όχθη και στάθηκε στο βραχώδες έδαφος, την προσοχή της τράβηξε μια σκιά που κινούταν πίσω από τα δέντρα. Δεν άργησαν να της αποκαλυφθούν οι μορφές δύο άγριων ζώων που θύμιζαν λύκους. Ωστόσο τα πρόσωπα τους διέφεραν και τα νύχια των ποδιών τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλα και μυτερά. Ένα από αυτά έκανε ένα βήμα μπροστά βγάζοντας ταυτόχρονα έναν βρυχηθμό όμοιο με τον θόρυβο που είχε ακούσει πρωτύτερα και την είχε προδιαθέσει να το βάλει στα πόδια. Κοίταξε γύρω της αναζητώντας για κάποια διέξοδο ή ένα όπλο, όμως το ζώο της χίμηξε. Το απέφυγε αφήνοντας ταυτόχρονα μία κραυγή. Εκείνο έπεσε στο νερό από όπου και κολύμπησε μέχρι την απέναντι και πλησιέστερη όχθη. Πρέπει να είχε χτυπήσει στα βράχια κατά τη διάρκεια της πτώσης του γιατί αιμορραγούσε, γεγονός που έκανε την κοπέλα να νιώσει οίκτο.
Το πρόβλημα όμως έμενε καθώς το δεύτερο από τα δύο ζώα ήταν ακόμα εκεί και τώρα στεκόταν μπροστά της ακόμα πιο απειλητικό από πριν. Ξάφνου ένα μαχαίρι χτύπησε το λύκο στο πόδι κάνοντας τον να υποχωρήσει δύο βήματα. Ο Φρέντερικ βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα μακριά. Το δεξί του μπράτσο ήταν πληγωμένο αλλά αυτό δεν έδειχνε να τον πτοεί. Στην θέα του το ζώο φάνηκε να διστάζει, όμως σύντομα τράπηκε σε φυγή.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε κατευθυνόμενος προς το δέντρο όπου είχε καρφωθεί το μαχαίρι του.
«Ο Τόμι…»
«Μην ανησυχείς για αυτόν…» όμως πριν προλάβει να αποσώσει τη φράση του η Νεφέλη άφησε μία κραυγή και τέντωσε τα χέρια της στον αέρα παρορμητικά σε γωνία ορθή με το σώμα της. Ένα από εκείνα τα πλάσματα είχε ξεπηδήσει πίσω από ένα θάμνο και επρόκειτο να του επιτεθεί. Αλλά ακινητοποιήθηκε στον αέρα. Ήταν σα να είχε παγώσει ο χρόνος παρόλο που τα δύο παιδιά μπορούσαν ακόμα να κινηθούν.
«Πώς το έκανες αυτό;» τον ρώτησε το κορίτσι.
«Δεν το έκανα εγώ, εσύ το έκανες.» αντέτεινε κοιτάζοντας τη δύσπιστα.
«Όχι.» του είπε αβέβαιη για την τροπή της συζήτησης.
«Έλα πάμε να φύγουμε.» την παρότρυνε δείχνοντας απρόθυμος να το συνεχίσει.
«Θα μου πεις τουλάχιστον ποιο είναι το όνομα μου;»
«Νεφέλη.» γρύλισε περισσότερο παρά απάντησε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου