Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Αυταπάτη

 «Είσαι καλά;»
«Πλησιάζει…»
«Έχουμε σχεδόν φτάσει, έλα.»
«Όχι δεν μπορώ, πήγαινε εσύ. Εγώ θα μείνω πίσω για να τον καθυστερήσω.»
«Δεν πρόκειται να σε αφήσω μόνη σου!»
«Πρόσεχε!!»
«Όχι!! Σεσίλ!!»
Η Νεφέλη σηκώθηκε με ένα τίναγμα μούσκεμα στον ιδρώτα. Θυμόταν πως έτρεχε στο δάσος για να ξεφύγει από… όχι. Ήταν για ακόμα μία φορά ο ίδιος εφιάλτης. Τον έβλεπε κάθε βράδυ εδώ και ένα μήνα. Και όμως, ήταν τόσο αληθινός! Είχε ιδρώσει πολύ… όμως δεν ήταν ιδρώτας, ήταν αίμα. Δεν πονούσε πουθενά και παρ’ όλο που έψαξε για κάποια πληγή, δεν βρήκε τίποτα.
Αν ρωτούσε τον Νίκολα…
Όχι! Σίγουρα όχι! Είναι εχθρός, όχι δάσκαλος, ούτε σύμβουλος και σίγουρα ούτε φίλος!
Άλλωστε ήταν αργά το βράδυ… σε λίγο θα ξημέρωνε. Τα υπόλοιπα κορίτσια στο χαρέμι κοιμόντουσαν.
Ευτυχώς. Σκέφτηκε.
Εκτός από την Μαρία και την Αντζέλικα, δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τις υπόλοιπες. Τσακωνόντουσαν συνέχεια ενώ πολλές φορές δίσταζε να κοιμηθεί έχοντας την υπόνοια ότι ήθελαν να τη σκοτώσουν στον ύπνο της. Για αυτό άλλωστε κοιμόταν πάντα με τη συνοδεία μαχαιριού, ήταν το ίδιο που είχε χρησιμοποιήσει για να σκοτώσει εκείνον το φρουρό…
Ο Τόμι…
Είχε να τον δει δύο μέρες τώρα, δεν άντεχε να τον βλέπει να την εκλιπαρεί να τον βοηθήσει από τη στιγμή που το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον κρατάει ασφαλή. Και όμως, θα ορκιζόταν ότι το αγόρι δεν ήταν έτσι.
Πήρε την απόφαση πως θα τον επισκεπτόταν εκείνη τη στιγμή. Καθάρισε το αίμα, άλλαξε ρούχα και έφυγε σιωπηλά από το δωμάτιο. Ήλπιζε μονάχα να μην ξυπνήσουν μέχρι να επιστρέψει, γιατί τότε θα τους έδινε τροφή για σχόλια και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε δεδομένου ότι για κάποιο λόγο της είχε κολλήσει η ρετσίνα του κατάσκοπου.
Στο δρόμο της για τα μπουντρούμια πέρασε έξω από την τραπεζαρία και στο μυαλό της ήρθαν αναμνήσεις από το βράδυ που ο Κόναρ την είχε τσακώσει να κρυφακούει τη συζήτηση που είχαν για το μεταγιόν. Είχε προσποιηθεί πως έψαχνε τον Νίκολα και το κόλπο της είχε γίνει αποδεκτό από τους περισσότερους… εκτός από τον Κόναρ που περίμενε να μείνουν μόνοι προκειμένου να την απειλήσει.
Η Νεφέλη είχε καταφέρει να φτάσει έξω από το κελί του Τόμι χωρίς να γίνει αντιληπτή από φρουρούς ή άλλους κρατουμένους. Η εξάσκηση με τον Νίκολα της είχε μάθει πως μπορούσε να κινείται γρήγορα και αθόρυβα, σα σκιά. Όμως κάτι παράξενο συνέβη τότε. Ο Τόμι δεν ήταν μέσα. Τη θέση του είχε πάρει ένας άντρας με λιγδωμένα μαλλιά και κουρελιασμένο μανδύα.
Πάγωσε στη θέση της και η καρδιά της πήγε να σπάσει. Προσπάθησε να ηρεμίσει επαναλαμβάνοντας διαρκώς στον εαυτό της πως τον είχαν μεταφέρει σε άλλο κελί, έτσι αποπειράθηκε να κοιτάξει τα υπόλοιπα όταν άκουσε τον ήχο κλειδιών να χτυπάνε μεταξύ τους. Είδε το φρουρό να πλησιάζει και αισθάνθηκε τυχερή όταν είδε πως υπήρχε στην προεξοχή στον τοίχο δίπλα από το κελί που στεκόταν, μπορούσε να κρυφτεί εκεί. Στο διπλανό κελί ο κρατούμενος είχε κρεμαστεί και το πτώμα του μύριζε τώρα έντονα. Ήλπιζε μόνο η μυρωδιά να μην τραβήξει την προσοχή των νεοφερμένων.
«Κόναρ! Ευτυχώς! Δεν αντέχω, είμαι εξαντλημένος… χρειάζομαι νερό.» Άκουσε να λέει ο άντρας που κείτονταν στο κελί που παλιά βρισκόταν ο Τόμι.
«Καλά, θα πω να σου φέρουν. Πόσο καιρό έχει να έρθει το κορίτσι;»
«Δύο μέρες.»
«Άργησε…» μουρμούρισε σκεπτικά. «Έκανες το ξόρκι;»
«Όχι ακόμα… κοιμόμουνα.»
«Κάντο, τί περιμένεις; Τί θα γίνει αν μπει μέσα και σε δει έτσι;» τον αποπήρε ο Κόναρ.
«Προσέχω, δεν έρχεται ποτέ τόσο νωρίς.»
«Άσε τα λόγια και τελείωνε! Χάραξε έξω.»
Η Νεφέλη δεν άντεχε άλλο, η μυρωδιά τρυπούσε τα ρουθούνια της και την έκανε να ασφυκτιά. Κράτησε την ανάσα της ενώ άκουσε τα βήματα του Κόναρ να σβήνουν καθώς έφευγε. Περίμενε για λίγο ακόμα κρυμμένη και όταν βγήκε είδε και πάλι τον άντρα στο διπλανό κελί με την πλάτη του γυρισμένη σε εκείνη. Δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο δεν μπορούσε να τον δει με τη μορφή του Τόμι, άλλωστε υποτίθεται πως είχε επιστρέψει στην απατηλή του αυτή μορφή. Στο μυαλό της τότε ήρθαν τα λόγια του Νίκολα…
Το μυαλό σου μπορεί να σου παίξει πολλά παιχνίδια…
Ένιωθε το θυμό να την πνίγει, όμως αρνήθηκε να αφήσει τα συναισθήματα της να την παρασύρουν. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Νίκολα επέμενε τόσο πολύ σε αυτό του το μάθημα. Έτσι υποδύθηκε.
«Τόμι… Τόμι.» ψιθύρισε.
«Νεφέλη! Σε περίμενα, γιατί άργησες;»
«Συγγνώμη… όμως τώρα είμαι εδώ, μην ανησυχείς. Φαίνεσαι καλά.»
«Δε με πείραξαν… αλλά φοβάμαι. Πότε θα φύγουμε;»
«Δεν ξέρω… σύντομα. Κοιμήσου όμως, εγώ θα ξανάρθω.» είπε ψέματα. Ο άντρας που υποδυόταν τον Τόμι έγνεψε τρομαγμένα και ύστερα ξάπλωσε ξανά.
Η Νεφέλη έφυγε όσο αθόρυβα είχε έρθει, όμως δε γύρισε πίσω στο χαρέμι. Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Αν καθόταν, θα μπορούσε να τους κατασκοπέψει, όμως είχε ήδη μάθει πολλά πράγματα και έπρεπε να ειδοποιήσει τον Φρέντερικ.
Ναι αλλά ο Νίκολα… Ο Νίκολα είναι εχθρός! Δε θα του ζητήσω τη γνώμη του για να φύγω! Ναι, τώρα είναι η ευκαιρία… κανείς δε θα το περιμένει… θα πάρω ένα άλογο και το πρωί θα είμαι στην κοιλάδα… ελπίζω.
Τα γόνατα της λύγιζαν, όμως μάζεψε ό, τι θάρρος της είχε απομείνει και έφυγε. Ήθελε να αποχαιρετήσει την Μαρία και την Αντζέλικα που την είχαν βοηθήσει τόσο πολύ… όμως ήλπιζε να καταλάβουν.
***

«Τί εννοείς, νόμιζες ότι ήταν η σειρά μου;» ακούστηκε έξαλλη η φωνή του Φρέντερικ. «Δηλαδή τώρα δε φυλάει κανείς τα όρια;»
«Έτσι φαίνεται.» είπε η Ρόζα δειλά.
«Έλα τώρα Φρέντερικ, τί σε κάνει να πιστεύεις ότι θα αλλάξει κάτι σήμερα;» του είπε καθησυχαστικά η Μαργαρίτα.
«Μου λες ότι δεν πιστεύεις πως πρέπει να πηγαίνουμε πλέον;»
«Ναι, αυτό ακριβώς σου λέω.» όμως εκείνος απαξίωσε να δώσει μια απάντηση.
«Θα πάω εγώ…» προσφέρθηκε ο Χάρης. «με λίγη τύχη, το ξημέρωμα θα είμαι εκεί.» το αγόρι έφυγε από την κουζίνα και η Μαργαρίτα τον ακολούθησε. Ο πρώτος κοντοστάθηκε για λίγο στη σκάλα του πύργου και ύστερα γύρισε προς το μέρος της.
«Συγγνώμη… με όλη αυτήν την πίεση τελευταία…»
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη… αντιθέτως. Εγώ είμαι αυτή που πρέπει να απολογηθεί.»
«Όχι… έχεις πολλές δουλειές. Δεν είναι δίκαιο να σου ζητάω να ασχοληθείς και με αυτό. Καληνύχτα.»
Όταν έφτασε στο δωμάτιο του θυμήθηκε πως το κρεβάτι του ήταν κατειλημμένο και πως έπρεπε να κοιμηθεί στο πάτωμα. Θα μπορούσε να παραχωρήσει στη φίλη του το δωμάτιο της Νεφέλης, αλλά κάτι τέτοιο θα έκανε την απώλεια της πιο αληθινή. Η αλήθεια ήταν πως δεν έπαυε να κατηγορεί τον εαυτό του για το γεγονός ότι αυτό το δωμάτιο ήταν τώρα άδειο. Πίστευε πως έπρεπε να αντιδράσει νωρίτερα, ή να… κάνει ο, τιδήποτε. Είχε τόσα αναπάντητα ερωτήματα στο μυαλό του, αλλά αυτό που τον βασάνιζε περισσότερο ήταν αν θα την έβλεπε ξανά.
***

Η Νεφέλη δε συνάντησε καμία δυσκολία να φτάσει μέχρι τα όρια. Εκεί όμως συνάντησε τρεις φρουρούς. Πανικοβλήθηκε όταν η προσοχή τους στράφηκε επιτέλους επάνω της, δεν ήξερε τι να κάνει. Οι δύο από αυτούς τράβηξαν τα σπαθιά τους ενώ ο τρίτος έτρεξε να μεταφέρει τα μαντάτα. Το άλογο της τώρα ήταν πολύ ανήσυχο και κάλπαζε διαρκώς. Πρόσεξε πως κοντά τους βρισκόντουσαν δέντρα και επιχείρησε να εφαρμόσει το κόλπο που ο Νίκολα της είχε μάθει.
Οι ρίζες των δέντρων τινάχτηκαν σα μαστίγιο στον αέρα και σύντομα δέσμευσαν τον άντρα που προσπάθησε να το σκάσει με τα νέα. Έπειτα διέταξε το άλογο της να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Το φως ήταν αρκετό για να δει το μονοπάτι από σκιές που σχηματίζονταν. Οι δύο φρουροί την ακολουθούσαν. Ο ένας από αυτούς πλήγωσε το άλογο της με ένα μαχαίρι με αποτέλεσμα το ζώο να σηκωθεί στα δύο του πόδια και να τη ρίξει κάτω.
«Τί έγινε κοριτσάκι; Θέλεις παιχνιδάκια;» κατέβηκαν από τα άλογα και εκείνη σηκώθηκε μεμιάς, έτοιμη να τους αντιμετωπίσει.
«Αν δεν κάνεις ζαβολιές.» του απάντησε.
«Κρίμα, σε αυτό το παιχνίδι οι ζαβολιές είναι κανόνας.»
«Αφού επιμένεις.» τα σπαθιά τους τινάχτηκαν στον αέρα όμως αυτό δεν τους πτόησε.
Ο ένας από αυτούς προσπάθησε να την παραπλανήσει και χάθηκε από το οπτικό της πεδίο όσο είχε τα μάτια της καρφωμένα στο σύντροφο του που σύντομα πέρασε σε καταμέτωπο επίθεση. Τον απέφυγε αλλά τότε άκουσε το φίλο του να την πλησιάζει επιχειρώντας να τη χτυπήσει πισώπλατα. Δεν πρόλαβε να αντικρούσει το χτύπημα και ένιωσε ένα κούτσουρο να χτυπάει τα πλευρά της με δύναμη. Έπεσε στο χώμα και έφτυσε το αίμα που ξεχύθηκε στο στόμα της. Προσπάθησε να τη χτυπήσει ξανά αλλά το κορίτσι του άρπαξε το ξύλο και τον χτύπησε. Την ώρα που ο πρώτος της αντίπαλος προσπαθούσε να συνέλθει από το σοκ την ξαφνικής της επίθεσης, εκείνη χτύπησε και τον δεύτερο. Σύντομα, οι δύο άντρες σωριάστηκαν και η Νεφέλη ανέβηκε ξανά στο άλογο της.
Είχε πλέον βγει έξω από τα όρια και δεν υπήρχαν μυστικά δρομάκια για να της δείξουν το δρόμο, έτσι δεν είχε ιδέα προς τα πού πήγαινε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως έπρεπε να βρει ένα μεγάλο γκρεμό. Από εκεί και πέρα, ήλπιζε να βρει τον Φρέντερικ να περιπλανιέται στο δάσος όπως έκανε την ημέρα που τον γνώρισε.
Θύμισε στον εαυτό της πως δεν είχε χρόνο για φλούδες ελπίδες και πως έπρεπε να βασιστεί στον εαυτό της. Άλλωστε δε θα τους έπαιρνε πολύ χρόνο μέχρι να την ξαναβρούν. Αναρωτήθηκε πως θα ένιωθε ο Νίκολα όταν μάθαινε για τη μικρή της απόδραση, ήταν σίγουρη πως δεν την είχε ικανή για κάτι τέτοιο.

Τα κλαδιά των δέντρων είχαν σχηματίσει ένα ιστό πάνω στον οποίο ήταν μπλεγμένο ένα ανθρώπινο χέρι. Ο ιδιοκτήτης του το είχε αποχαιρετιστεί οικειοθελώς προκειμένου να ενημερώσει τους αφέντες του για την ανταρσία που είχε μόλις λάβει μέρος.
«Τί έκανε λέει;» ούρλιαξε από θυμό ο Φαίδος και βημάτισε εκνευρισμένος μπροστά από το θρόνο του. Σε αντίθεση με τον πατέρα του, ο Νίκολα έδειχνε ατάραχος ενώ ένα χαμόγελο έκπληξης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. «Υποθέτω πως τώρα πρέπει να σε συγχαρώ, έτσι;» συνέχισε στρεφόμενος ειρωνικά στο γιο του. «Καταπληκτική ιδέα να στρέψει όλα όσα της έμαθες εναντίον μας.» όμως ο Νίκολα δεν απάντησε. Σηκώθηκε και χωρίς να αποχαιρετήσει τον πατέρα του, έφυγε από την αίθουσα του θρόνου.
«Θέλω να μου τη φέρετε πίσω ζωντανή ή νεκρή!» τους φώναξε ο Φαίδος.
«Θα κάνουμε ότι είναι δυνατόν άρχοντα μου.» είπε ο άντρας που είχε χάσει το χέρι του ξεψυχισμένα.
***

Εδώ και λίγες ώρες είχε ξημερώσει και ο Τόμι περιπλανιόταν στο δάσος. Ήξερε πως αν ο Φρέντερικ μάθαινε για αυτήν του την εξόρμηση θα έβρισκε τον μπελά του. Όμως ήθελε να βρει την Νεφέλη, να τη φέρει πίσω. Ήθελε επίσης να τους αποδείξει πως μπορούσε να γίνει και εκείνος μέλος του αρχηγείου. Είχε βαρεθεί να του συμπεριφέρονται σα να ήταν μικρό παιδί.
Η αλήθεια όμως ήταν πως από τη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι του στο δάσος, είχε αρχίσει να φοβάται. Είχε ακούσει για τους πέντε θανάτους και αυτό τον έκανε να τινάζεται στον παραμικρό θόρυβο. Ωστόσο είχε αποφασίσει πως θα γυρνούσε πίσω μόνο μαζί με την Νεφέλη.

«Σοφία, μήπως είδες τον Τόμι; Έψαξα παντού αλλά δεν τον βρίσκω πουθενά.» ο Φρέντερικ είχε μόλις μπει στην κουζίνα και βρήκε τη γυναίκα να μαγειρεύει. Τόσο εκείνος, όσο και τα υπόλοιπα μέλη πίστευαν ακράδαντα πως δεν ήταν καθόλου καλή μαγείρισσα. Αλλά κανείς δεν είχε μπει ποτέ στον κόπο να την ενημερώσει. Όχι μόνο για να μην πληγώσουν τα αισθήματα της αλλά και επειδή από το τίποτα, είχαν ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι τους όταν γυρνούσαν κουρασμένοι από τη δουλειά.
«Όχι, κάπου θα κρύβεται… Ξέρεις ότι τις προάλλες με ρωτούσε που βρισκόμαστε με την έρευνα μας και τι σκοπεύουμε να κάνουμε; Έπρεπε να τον δεις να προσποιείται το μεγάλο, ήταν αξιαγάπητος!» του απάντησε με ένα μεγάλο χαμόγελο.
«Καλά θα…» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του και άκουσαν φωνές πανικού να έρχονται από την κύρια είσοδο.
Ο Φρέντερικ και η Σοφία έτρεξαν να δουν τι συνέβαινε. Ένας εύσωμος ηλικιωμένος άντρας με τα καστανά του μάτια να κοιτούν ανήσυχα τα μέλη, στεκόταν τώρα ενώπιων τους.
«Ένα αγόρι… πήγε στο δάσος.» φώναξε ανήσυχος. «Τον βλέπω συχνά με εσένα…» συνέχισε δείχνοντας τον Φρέντερικ. Το αγόρι είχε μείνει στήλη άλατος. Δεν ήξερε τι να κάνει, να θυμώσει ή να πανικοβληθεί; Του είχε ζητήσει τόσες φορές να μείνει μακριά από το δάσος.
«Δεν το πιστεύω…» ψέλλισε η Σοφία. «Πρέπει να τον βρούμε!»
«Εσύ μείνε εδώ.» μουρμούρισε αποφασισμένος ενώ όριζε τον δρόμο του.
***

Ο Τόμι είχε μάθει το δάσος αρκετά καλά, έτσι δεν μπορούσε να χαθεί. Όμως περπατούσε για ώρες, ήταν κουρασμένος και πεινούσε. Ένας απρόσμενος θόρυβος τον έκανε να ξεχάσει κάθε του παράπονο και πάγωσε στη θέση του. Γύρισε αργά προς την εστία του ήχου επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του.
Δύο γιότλυ του έδειχναν τώρα τα δόντια τους. Πισωπάτησε φοβισμένος και τράβηξε ένα μικρό μαχαίρι από τη ζώνη του. Όμως το ξανασκέφτηκε και αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερα να το βάλει στα πόδια.
Τα κλαδιά των δέντρων χτυπούσαν το πρόσωπο και τα χέρια του καθώς προσπαθούσε να τα απομακρύνει. Τα δύο ζώα τον πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο ενώ λίγο αργότερα, σκόνταψε στη ρίζα ενός δέντρου. Γύρισε ανάσκελα και ανασήκωσε το σώμα του στηριζόμενος στους αγκώνες του. Τώρα τα γιότλυ βρισκόντουσαν μόνο μισό μέτρο μακριά του, σύρθηκε προς τα πίσω μέχρι να συναντήσει τον κορμό ενός δέντρου. Εκείνα λύγισαν τα μπροστινά τους πόδια και όρμησαν καθώς ο Τόμι σηκώθηκε ατσούμπαλα και το έβαλε ξανά στα πόδια. Ωστόσο ήξερε πως αυτό δεν αρκούσε και ευχήθηκε να είχε ακούσει τον Φρέντερικ.
Ο ήχος από τις οπλές ενός αλόγου έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη του, ήταν από την πεποίθηση πως κάποιος τον είχε βρει. Ένα μαύρο άλογο ξεπρόβαλε μπροστά του και έκανε τα γιότλυ να υποχωρήσουν για λίγο.
«Τόμι, δώσε μου το χέρι σου! Γρήγορα!» το αγόρι, ξαφνιασμένο στη θέα της Νεφέλης, υπάκουσε.
Όμως τα γιότλυ δεν πτοήθηκαν για πολύ από την ξαφνική της εμφάνιση. Ένα από αυτά τους επιτέθηκε  και η κοπέλα έβαλε το χέρι της για να προστατεύσει το παιδί. Εκείνο τη δάγκωσε και το κορίτσι το τίναξε μακριά. Δεν ήταν σε θέση να δώσει σημασία στον πόνο, έπρεπε να μείνει συγκεντρωμένη. Αυτό της θύμισε τις προπονήσεις που έκανε με τον Νίκολα, θυμήθηκε τα λόγια του όταν της έλεγε πως όλα βρίσκονταν στο μυαλό της και πως θα άντεχε παραπάνω αν τον αγνοούσε.
«Πας από λάθος δρόμο, θα καταλήξουμε σε γκρεμό!» της φώναξε το αγόρι. «Πρέπει να κάνουμε πίσω.»
«Όταν λες πίσω δεν εννοείς…»
«Έλα, μη φοβάσαι, θα σε προστατεύσω εγώ.» η απάντηση του έκανε την Νεφέλη να χαμογελάσει, δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία. Αυτός ήταν ο πραγματικός Τόμι. Διέταξε το άλογο να ακολουθήσει τη διαδρομή που το παιδί της είχε υποδείξει. Όμως όταν το ζώο έκανε μεταβολή, τα δύο γιότλυ κοντοστάθηκαν και ετοιμάστηκαν για επίθεση. Η Νεφέλη όμως τα έκανε να σηκωθούν στον αέρα και ύστερα τα εκσφενδόνισε στους κορμούς. «Ουάου!» αναφώνησε αποσβολωμένος. «Έλα, θα σου δείξω το δρόμο.»
«Και για να έχουμε καλό ερώτημα, τί έκανες στο δάσος; Νόμιζα ότι τα είχαμε πει αυτά.»
«Έψαχνα για εσένα. Και σε βρήκα! Άλλωστε… αν δεν ερχόμουν εσύ θα είχες χαθεί.» συμπλήρωσε θυμίζοντας ένα μικρό παιδί που υποδυόταν πως είχε κιόλας μεγαλώσει.
«Μπορεί, αλλά δεν πρέπει να πας ποτέ ξανά στο δάσος.» του είπε αυστηρά.
«Καλά…» μουρμούρισε μουτρωμένος.

«Αποκλείεται να εγκατέλειψε το παιδί.» ο Νίκολα επανέλαβε προβληματισμένος στον πατέρα του που τν είχε αναζητήσει εκνευρισμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων.
«Ο Κόναρ μου είπε πως το κορίτσι επισκέφτηκε τον κρατούμενο το ξημέρωμα και πως όλα κυλούσαν σύμφωνα με το σχέδιο. Ίσως τελικά να είναι λιγότερο ενάρετη από ότι όλοι μας πιστέψαμε.»
«Ναι ίσως…» όμως ο Νίκολα δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή τις υποθέσεις του πατέρα του.
«Τόσος κόπος… για να τα τινάξει όλα στον αέρα ένα… παιδί!»
«Ίσως να είναι καλύτερα έτσι.»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου