Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Προδοσία

 «Λίγο ακόμα.» την καθησύχασε το αγόρι. Η Νεφέλη ψηνόταν στον πυρετό ενώ κρατιόταν μετά βίας από το άλογο της, η πληγή της την είχε εξαντλήσει. «Κοίτα! Ο Φρέντερικ!» το αγόρι είχε μόλις σελώσει το άλογο του και ήταν έτοιμος να φύγει. Όμως όταν τους είδε πέζεψε και έτρεξε προς το μέρος τους. «Κοίτα Φρέντερικ, τη βρήκα!» αναφώνησε χαρούμενος. Η Νεφέλη άφησε ένα βεβιασμένο χαμόγελο και τον βοήθησε να κατέβει.
Είδε τον Φρέντερικ να αγκαλιάζει με θέρμη το μικρό και μετά έπεσε από το άλογο της ζαλισμένη. Τα πάντα γύρω της έγιναν ένα συνονθύλευμα εικόνων και ήχων και ύστερα όλα σκοτείνιασαν.

Σηκώθηκε με ένα τίναγμα ανήσυχη από όλα εκείνα τα άγνωστα πρόσωπα που τάραξαν τον ύπνο της.
«Μαμά… π…» βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση… όμως είχε θυμηθεί τα πάντα.
Όπως ότι προερχόταν από έναν κόσμο όπου είχαν εφευρεθεί τηλέφωνα και αυτοκίνητα. Είχε γονείς και συγγενείς, ωστόσο δεν μπορούσε να πει ότι είχε έστω και έναν πραγματικό φίλο. Λίγες μόνο μέρες πριν πίστευε πως είχε την ανάγκη να θυμηθεί και τώρα που τα είχε καταφέρει δεν την ενδιέφερε η ζωή που κάποτε είχε. Την ένιωθε ψεύτικη και κενή. Είχε την ανάγκη να μιλήσει με τον Φρέντερικ για αυτό… είχε την ανάγκη να τον δει.
Και αυτό είχε σκοπό να κάνει.
Αψήφησε το πονεμένο της σώμα που την πρόσταζε να μείνει στο κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο για να δει μια κοπέλα με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια να βγαίνει από το δωμάτιο του. Η άγνωστη την κοίταξε εξεταστικά, σχολιάζοντας με το βλέμμα της κάθε εκατοστό του σώματος της. Η Νεφέλη αναρωτήθηκε τι δουλειά είχε να βγαίνει από το δωμάτιο του Φρέντερικ αλλά αποφάσισε να φυλάξει την ερώτηση της για αργότερα.
«Ψάχνεις κάτι;» τη ρώτησε νιώθοντας ενοχλημένη από τον τρόπο που την κοιτούσε.
«Ναι, ψάχνω κάτι, κάτι αξιοσημείωτο. Αλλά δε βλέπω τίποτα.» της απάντησε η ξένη γεμάτη κακία.
«Ποιό είναι το πρόβλημα σου;» αντέτεινε η Νεφέλη θιγμένη. Όμως δεν πήρε απάντηση. Η κοπέλα την κοίταξε για ακόμα μία φορά και ύστερα έφυγε. Ήθελε να αντιδράσει, αλλά δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Και αυτό την άφηνε να στέκετε στο διάδρομο μπροστά από την πόρτα του Φρέντερικ, έτοιμη να χτυπήσει και με τα μάτια καρφωμένα στο νοητό μονοπάτι που είχε χαράξει εκείνο το ενοχλητικό κορίτσι. Έτσι δεν πρόσεξε το αγόρι όταν αυτό άνοιξε την πόρτα και χτύπησε το στήθος του αντί για το κουφάρι του ξύλου.
«Σ… συγγνώμη.» του είπε στρέφοντας το βλέμμα της στο πάτωμα για να μην τη δει να κοκκινίζει.
«Δεν πειράζει.» της είπε με ένα χαμόγελο, περνώντας το χέρι του γύρω από το σβέρκο της. «Με ήθελες κάτι;»
«Εε… ναι… Ποιά είναι αυτή…; Εννοώ, έχεις χρόνο;» μετάνιωσε που ακούστηκε σα ζηλιαρόγατα, αλλά δεν της άρεσε καθόλου αυτή η κοπέλα.
«Και εγώ ήθελα να σου μιλήσω.» της είπε σοβαρεύοντας.
«Φρέντ… σε θέλει ο Αντρέας. Λέει ότι είναι επείγον.» εκείνη η κοπέλα είχε γυρίσει διακόπτοντας τη συνομιλία τους.
«Εντάξει, έρχομαι… εε…» στράφηκε αμήχανα προς το μέρος της προσπαθώντας να βρει τα λόγια του.
«Θα τα πούμε το βράδυ.» τον διαβεβαίωσε θέλοντας να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση και αναγκάζοντας τον εαυτό της να χαμογελάσει. Περίμενε να τον δει να χάνετε συμπεραίνοντας πως η κοπέλα δεν τον ακολούθησε. Αντί αυτού, επέλεξε να έρθει προς το μέρος της, αρπάζοντας την βίαια από το μπράτσο.
«Μείνε μακριά του.» γρύλισε προτού κάνει μεταβολή και φύγει ξανά. Η συμπεριφορά της έκανε την Νεφέλη να αναρωτηθεί τι ρόλο έπαιζε η καινούρια της φίλη στη ζωή του Φρέντερικ, τι είχε συμβεί με αυτήν τον τελευταίο μήνα. Ένιωσε ένα βάρος στο στήθος της… και την κοιλιά της να γουργουρίζει. Έτσι την αγνόησε και κατέβηκε στην κουζίνα ελπίζοντας να μην τη συναντήσει ξανά.
Εκεί βρισκόταν μόνο ο Τόμας. Δεν μπορούσε να περιγράψει το συναίσθημα που την πλημμύρισε όταν συνειδητοποίησε για τα καλά πως ήταν πλέον πίσω. Ένιωθε… όμορφα, ήταν ανακουφισμένη, ήρεμη. Κοίταξε το χώρο γύρω της σα να αναγνώριζε σε αυτόν το σπίτι της και άφησε ένα χαμόγελο.
«Καλημέρα.»
«Καλημέρα.» αντέτεινε ο άντρας. «Πώς κοιμήθηκες;»
«Όχι και τόσο καλά.» δεν ήθελε να καθίσει, ήθελε πρώτα να χορτάσει το χώρο με τα μάτια της. Έτσι έμεινε να στέκεται αμήχανα.
«Δε νομίζω πως έπρεπε να σηκωθείς.» της είπε στοργικά.
«Νιώθω καλύτερα… και ήθελα να σας μιλήσω.»
«Είμαι όλος αυτιά.» της είπε γλυκά.
«Δεν μπόρεσα να μάθω πολλά, ήταν πολύ προσεκτικοί και… με κρατούσαν απασχολημένη τον περισσότερο καιρό.»
«Ναι… η Μαργαρίτα ανέφερε τα σημάδια από το μαστίγωμα.» σχολίασε πικραμένος. «Ο Φρέντερικ έγινε έξω φρενών.» αυτό την έφερε προ απροόπτου. Ήλπιζε πως τα όσα είχαν συμβεί εκεί να μην έβγαιναν παραέξω. Δεν ήταν λάθος της που κάποιος την είχε μαστιγώσει… που κάποιος την είχε χτυπήσει τόσο βάναυσα. Όμως ντρεπόταν για αυτό και δεν ήθελε κανένας άλλος να το μάθει.
«Δεν εννοούσα…»
«Συγγνώμη, φυσικά και δε μου πέφτει λόγος, τι ήθελες να μου πεις;» πρόσθεσε δείχνοντας να καταλαβαίνει πως ένιωθε.
«Μα… τέλος πάντων.» το προσπέρασε προσπαθώντας να του δείξει πως δεν είχε και τόση σημασία. «Δεν ξέρετε ολόκληρο το μύθο. Και αυτό που ψάχνουν τόσο καιρό είναι ένα μεταγιόν, το κλειδί για κάποια πύλη.»
«Δηλαδή πήγες για να τους κατασκοπεύσεις;» την πείραξε με σκοπό να κρύψει το αρχικό του συναίσθημα. Η Νεφέλη δεν ήταν σίγουρη αν αυτό ήταν έκπληξη ή αποδοκιμασία.
«Όχι! Όχι… νόμιζα πως κρατούσαν τον Τόμι. Είπαν πως θα τον σκότωναν… δε θέλω να παίξω την ηρωίδα, δεν είμαι… αλλά θα τον σκότωναν.» αυτή ήταν η στιγμή που φοβόταν περισσότερο όσο καιρό έλλειπε. Η στιγμή που έπρεπε να τους αντιμετωπίσει και να τους εξηγήσει το λόγο της απουσίας της. Δεν ήξερε αν θα την πίστευαν… δεν ήξερε τι θα πίστευαν για εκείνη. Και αυτό της έτρωγε το σαράκι.
«Παραπλάνηση.» μουρμούρισε στον εαυτό του. «Όμως εσύ δεν είσαι καλά και για αυτό δεν ευθύνονται τα τραύματα σου, έτσι δεν είναι;» παρόλο που δεν μπορούσε να δει, ήταν σα να έβλεπε κατευθείαν μέσα από εκείνη. Και αυτό ήταν παράξενο. Σκέφτηκε.
«Όχι… δηλαδή, δεν ξέρω. Νιώθω λίγο μπερδεμένη. Τόμας… τί γίνετε;»
«Πέρασες αρκετά, δικαιούσαι να μάθεις.» ξεκίνησε να λέει σκεφτικός. «Προσπαθούν να ανοίξουν την πύλη που συνδέει τον κόσμο μας με αυτόν των καταραμένων. Υποθέτω πως ο Φρέντερικ σου έχει ήδη μιλήσει για τους παράλληλους κόσμους. Βασισμένος σε αυτό, θα συνεχίσω λέγοντας σου πως υπάρχουν οχτώ πύλες. Πύλες που ναι μεν φυλάγονται, αλλά δεν είναι απόρθητες. Κάθε μία οδηγεί και σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. Προς το παρόν, αυτές οι πύλες είναι κάτω από την επίβλεψη μας. Αλλά αν ποτέ περάσουν στα χέρια κάποιου πιο… φιλόδοξου, θα έχουμε πρόβλημα. Για φαντάσου κάποιον που έχει στα χέρια του την προηγμένη τεχνολογία του κόσμου σου ή γνώση πάνω στην ιατρική και άλλες επιστήμες που δεν έχει υπάρξει εδώ, ένας τέτοιος άνθρωπος θα ήταν πολύ ποθητός σε μία κοινότητα που έχει μείνει αιώνες πίσω. Θα αποκτούσε δύναμη που θα του έδινε τη δυνατότητα να πάρει τον ολοκληρωτικό έλεγχο των ζωών μας.»
«Πώς ξέρεις από ποιον κόσμο προέρχομαι;» τον ρώτησε ανήσυχη.
«Απλά… το ξέρω.»
«Και…»
«Και… υπάρχει μία πύλη ακόμα. Η ένατη πύλη. Αυτήν αναζητούν οι εχθροί μας. Το κλειδί για αυτήν έχει χαθεί. Ξέρουμε πως βρίσκετε στον κόσμο μας, όμως κανείς δεν ξέρει που. Όταν βρεθεί το κλειδί, εσύ θα αποτελέσεις τη γέφυρα που θα ενώσει τους δύο αυτούς κόσμους.»
«Ο μύθος… το χαμένο κομμάτι.» είχε επιτέλους αρχίσει να ενώνει όλα τα κομμάτια του πάζλ. «Και τότε οι πύλες του αποκρυφισμού θα ανοίξουν και θα φανερώσουν αυτό που χρόνια κρατούσαν κρυμμένο. Μόνο με μία θυσία θα μπορέσουν να κλείσουν ξανά.» μουρμούρισε αφηρημένα.
«Ώστε τελικά θα ανοίξουν.» συμπέρανε θλιμμένα.
«Δεν είναι απαραίτητο ο μύθος να βρει αληθινός, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε φοβισμένη από τα συμπεράσματα.
«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι μύθος;»
«Γιατί… έτσι τον αποκαλούν οι περισσότεροι.»
«Όχι, είναι προφητεία. Ο χρόνος μετατρέπει τα γεγονότα σε μύθους, και όντως… νομίζω πως έχει περάσει ένας αιώνας. Ο προ πάππους σου ήταν χαρισματικός μάντης. Εκείνος προέβλεψε την προφητεία, για αυτό ο πατέρας σου έφυγε. Ήθελε μία καλύτερη μοίρα.»
«Ο προ πάππους μου; Πώς γίνεται αυτό; Νόμιζα πως η τελευταία διαμάχη ανάμεσα σας ήταν πρόσφατα. Η Ρόζα δεν έχασε τον άντρα της εκεί;»
«Ο χρόνος κυλάει διαφορετικά. Και τα γεγονότα που συμβαίνουν σε κάθε χρόνο αλλάζουν συνέχεια αυτήν την κλίμακα. Έτσι άλλοτε ο χρόνος εδώ θα κυλάει πολύ αργά για τον κόσμο σου και μία μας μέρα θα μπορούσε να ισοδυναμεί με ένα τους λεπτό ή το αντίστροφο. Ποτέ δεν μπορείς να το προβλέψεις. Όμως τον τελευταίο καιρό έχουμε καταφέρει να το σταθεροποιήσουμε. Και ο χρόνος εδώ κυλάει πολύ γρήγορα για τον κόσμο σου.» δεν της φάνηκε περίπλοκο, το αντίθετο. Όμως ένιωθε παράξενα στην ιδέα πως όλη της η ζωή τον τελευταίο μήνα ήταν ίσως κάτι λιγότερο από μία μέρα στον κόσμο της.
«Είσαι και εσύ μάντης, έτσι;» άλλαξε θέμα.
«Μπορώ να προβλέψω μόνο κάποια πράγματα.»
«Τότε ήξερες ότι θα ερχόμουνα… αλλά δεν είπες τίποτα.» συμπέρανε μπερδεμένη.
«Πολλές φορές είναι προτιμότερο να αφήνεις τα πράγματα στη φυσική τους πορεία, να μην επεμβαίνεις… να σωπαίνεις. Να σου πω την αλήθεια, τις περισσότερες φορές αισθάνομαι πως είμαι ένας μεγάλος υποκριτής. Για την ακρίβεια, κατσάδιασα τον Φρέντερικ που δε μας είχε μιλήσει για εσένα ενώ εγώ ήξερα από την αρχή τι συνέβαινε. Όμως τις περισσότερες φορές πρέπει απλά να παίξεις το ρόλο σου σε μία κακόγουστη παράσταση. Οι άνθρωποι γίνονται πολύ απρόβλεπτοι όταν αποκτούν γνώση που δεν τους ανήκει.»
«Και ήξερες πως θα με πάρουν;» τον ρώτησε θλιμμένα.» το πρόσωπο του Τόμας έγινε σκυθρωπό και τα μάτια του έχασαν τη λιγοστή σπιρτάδα που τους είχε απομείνει.
«Αυτό… πρέπει να με πιστέψεις, δεν το ήξερα.» της είπε μετανιωμένος. Και αυτό θα έκανε. Δεν την ενδιέφερε καμία εναλλακτική πέρα από αυτό. Άλλωστε έδειχνε τόσο ειλικρινής.
«Σε πιστεύω… Και τι θα κάνουμε τώρα;»
«Πολύ φοβάμαι πως οι πληροφορίες που μου μετέφερες είναι πολύ σημαντικές για να τις κρατήσω για τον εαυτό μου. Ίσως ήρθε η ώρα μου να μιλήσω.» είπε επαναφέροντας τον εαυτό του σε τάξη. Όμως υπήρχε κάτι πολύ σημαντικό που ήθελε να τον ρωτήσει πριν τον αφήσει να φύγει.
«Τόμας… μήπως ξέρεις ποια είναι αυτή η ξανθιά κοπέλα…» η Νεφέλη μετάνιωσε για τα λόγια της. Αν μη τι άλλο, ο άνθρωπος ήταν τυφλός.
«Αναφέρεσαι στη Ναταλί,» τη διευκόλυνε αισθανόμενος την αμηχανία της. «είναι μια φίλη του Φρέντερικ. Ήρθε από τη βόρεια κοιλάδα, φέροντας νέα θανάτου.»
«Δηλαδή θα φύγει σύντομα;» αναρωτήθηκε προσπαθώντας να κρατήσει τον ενθουσιασμό της για τον εαυτό της.
«Δεν ξέρω, θα ήθελες;» τη ρώτησε με ένα περιπαιχτικό χαμόγελο.
«Μη με ρωτάς αν δε θες να σου πω ψέματα.» μουρμούρισε.
«Μάλλον πρέπει να σε αφήσω, αλλά αν δεν απατώμαι η Σοφία θα έρθει σύντομα.» της είπε ευγενικά και σηκώθηκε από την καρέκλα του.
«Καλή σου μέρα.» του είπε γλυκά ενώ τράβηξε μία καρέκλα για να καθίσει.
«Επίσης, όμορφη δεσποσύνη.» δεν έμεινε για πολύ ώρα ακόμη μόνη προτού ο Τόμι μπει στην κουζίνα τρέχοντας.
«Να και ο ήρωας μου! Τί σκαρώνεις πάλι;» τον ρώτησε καχύποπτα.
«Θέλεις να παραβγούμε μέχρι τον αχυρώνα;»
«Δε νομίζω ότι είσαι αρκετά γρήγορος.» του είπε δήθεν σκεπτικά.
«Θα είναι ο πιο εύκολος αγώνας!» της είπε σηκώνοντας τα χεράκια του στον αέρα.
«Έτσι έ;»
Και έτσι οι δυο τους άρχισαν να τρέχουν σκορπώντας τον πανικό στο δρόμο τους. Η Νεφέλη έφτασε πρώτη όμως την τελευταία στιγμή έκανε πως κουράστηκε υπερβολικά και σταμάτησε κάνοντας έτσι τον Τόμι νικητή.
«Φαίνετε πως ήμουν αρκετά γρήγορος.» κοκορεύτηκε.
«Ναι, μάλλον. Ένα βραβείο για τον νικητή;» του είπε ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια της για μία αγκαλιά.
«Ναι!!» φώναξε και έτρεξε κατά πάνω της.
«Δε μου λες… τί ξέρεις για αυτήν την Ναταλί;» του είπε αμέσως μετά, σκύβοντας στο έδαφος δίπλα του για να τον αντιμετωπίσει επί ίσους όρους.
«Δεν τη συμπαθώ και δεν ξέρω γιατί τη συμπαθεί ο Φρέντερικ.» της είπε ξαφνικά με ύφος μεγάλου, απεγνωσμένος. Η Νεφέλη έπρεπε να δαγκώσει το κάτω χείλος της για να μη γελάσει με την αστεία του φατσούλα. «Πριν από ένα χρόνο έμενε στην κοιλάδα μας όμως βρήκε καλύτερη δουλειά και έπρεπε να φύγει για λίγο καιρό. Ο Φρέντερικ ήταν χάλια… μια φορά τους είχα δει να φιλιούνται… στο στόμα. Ήταν αηδιαστικό.» συμπλήρωσε με ύφος συνομωσίας.
Όμως ένας από τους φίλους του ήρθε και τον παρέσυρε μαζί τους. Αφήνοντας έτσι την Νεφέλη μόνη να περιπλανιέται στην πολιτεία, στα μέρη που είχε πάει κάποτε με τον Φρέντερικ.
Η διάθεση της είχε χαλάσει. Τίποτα δεν έδειχνε να έχει αλλάξει… εκτός από τους ανθρώπους που έδειχναν ανήσυχοι. Στο διάβα της σχημάτιζαν πηγαδάκια και μιλούσαν πίσω από την πλάτη της, όμως δεν τους έδινε σημασία.
Έπρεπε να είναι ευτυχισμένη, είχε επιστρέψει και είχε βρει τη μνήμη της… Όμως δεν ήταν. Ο Φρέντερικ ήταν μαζί με την Ναταλί. Η σκέψη αυτή την αρρώσταινε, εκείνο το πλάκωμα στο στήθος της βάραινε και ένιωθε μόνη.
Αποφάσισε πως έπρεπε να ξεχαστεί, έτσι πήγε στην οροφή του πύργου με σκοπό να προπονηθεί. Είχε προσέξει πως ήταν αρκετά καλή στη μετακίνηση αντικειμένων, αλλά δυσκολευόταν να ελέγξει την φωτιά και το νερό.
***

Ένας νάνος με πυρόξανθα μαλλιά και γαλανά μάτια βημάτιζε ανήσυχος σε ένα σοκάκι μακριά από το μαύρο τους παζάρι. Ο φρουρός κρατούσε το χέρι του στη λαβή του σπαθιού που φυλούσε κάτω από το παλτό του και είχε τα μάτια του επάνω στον Χάρη.
Την προσοχή και των δύο τώρα τράβηξε ο καβαλάρης που ερχόταν προς το μέρος τους.
«Σου είπα ότι ήθελα να τη δω!» γρύλισε ο Χάρη στο νεοφερμένο.
«Και τι θα κάνεις;» τον προκάλεσε ο Κόναρ.
«Θέλω να δω αν είναι καλά.» συνέχισε μειώνοντας διπλωματικά τις εντάσεις.
«Με πληγώνεις, δεν σου φτάνει ο λόγος μου;» τον ειρωνεύτηκε.
«Όχι!» ξεστόμισε χωρίς ενδοιασμούς.
«Σε διαβεβαιώ, δε θα καταφέρεις τίποτα με τις κολακείες. Όμως βλέπεις… η κόρη σου δεν ήθελε να με ακολουθήσει, νομίζω ότι με φοβάται.»
«Αν έχεις πειράξει έστω και μία τρίχα της…» ξεκίνησε να λέει κάνοντας απειλητικά μισό βήμα μπροστά.
«Τί;» τον προκάλεσε. «Τί θα κάνεις;» και τότε ο Χάρης διέκρινε πως δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σωπάσει. «Τέλος πάντων, όσο μου φέρνεις πληροφορίες, η Αντζέλικα θα είναι ασφαλής.» ο Κόναρ κατένευσε χάνοντας το ενδιαφέρον του. «Λοιπόν;»
«Η κοπέλα γύρισε χθες το μεσημέρι, όμως δεν κατάφερα να της μιλήσω. Κοιμόταν όλη μέρα.» μουρμούρισε.
«Θέλω να τη φέρεις πίσω σε εμένα… ή να τη σκοτώσεις.» του δήλωσε κοφτά.
«Μα αν τη σκοτώσω…»
«Άσε τις λεπτομέρειες σε εμένα και φρόντισε να είσαι προσεκτικός αν δε θες η κόρη σου να πεθάνει αργά… και βασανιστικά.» πρόσθεσε αντλώντας ικανοποίηση από όλο αυτό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου