Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Φυλαχτό

Οι μέρες περνούσαν και η Ναταλί γινόταν ολοένα και πιο ενοχλητική ενώ ο Φρέντερικ είχε μείνει στάσιμος. Δεν μπορούσε να τον καταλάβει, εκείνος την είχε φιλήσει όμως απέφευγε να προχωρήσει πέρα από αυτό. Δεν ήξερε και πολλά πράγματα για την κοινωνία τους, ίσως να έπρεπε να περιμένει το γάμο αν ήθελε το αγόρι της να γίνει λίγο πιο τολμηρό, αλλά στο δικό της κόσμο τρεις εβδομάδες μέσα σε μία σχέση σήμαιναν πως υπήρχε πολύ μεγαλύτερη οικειότητα στο ζευγάρι. Εξακολουθούσαν να κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο, αλλά εκείνος επέμενε να κοιμάται στο πάτωμα. Ωστόσο, αυτή του η στάση την ανακούφιζε κρυφά και ξυπνούσε το ρομαντισμό της εφόσον στη μορφή του Φρέντερικ έβλεπε ένα γλυκό ιππότη.
Εκείνη την ημέρα είχε σχεδόν φτάσει στο τέλος του βιβλίου που διάβαζε. Ο τρόπος γραφής ήταν αλλιώτικος από αυτόν στη δική τους λογοτεχνία, μια διαφορά που δεν είχε αποφασίσει ακόμα αν της άρεσε ή όχι. Παραξενεύτηκε και ένιωσε άβολα όταν διάβασε για το μύθο που αναφερόταν σε εκείνη αλλά της άρεσε που η παρουσία της είχε χαραχθεί στην ιστορία τους.
Αποφάσισε πως έπρεπε πλέον να σηκωθεί από το κρεβάτι, ένιωθε πολύ καλύτερα και ήθελε να πάρει τον Τόμι και να κάνουν μία βόλτα με το άλογο μέσα στην κοιλάδα.
Ο Φρέντερικ δούλευε, όπως κάθε πρωί και η Ναταλί είχε προφασιστεί κάποια δικαιολογία για να τον συνοδεύσει. Προσπαθούσε σκληρά να δείξει την εμπιστοσύνη της αλλά ένιωθε πως αποτύγχανε τον περισσότερο καιρό. Όσο εκείνη έφτιαχνε στο μυαλό της σενάρια που ήθελαν την Ναταλί να τρέπεται σε άτακτο φυγή, ο Τόμι της αφηγούταν μία περιπέτεια του. Είχε χάσει ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας αλλά πίστευε πως είχε βγάλει το νόημα από τα λίγα που είχε ακούσει.
Σταμάτησαν όταν συνάντησαν ένα τσούρμο από παιδιά που έπαιζαν δίπλα σε ένα χώρο κατασκευής. Ο Τόμι κορδώθηκε για λίγο στους φίλους του με την αφορμή πως η Νεφέλη, ένα τόσο όμορφο κορίτσι, σύχναζε μαζί του. Αυτό εξόργισε ένα ξανθό αγόρι λίγο μεγαλύτερο από εκείνον.
Δεν κατάλαβε πως ξεκίνησε ο καυγάς αλλά έσπευσε να τους χωρίσει. Ωστόσο δεν πρόλαβε να πιάσει τον Τόμι όταν ο υποτιθέμενος φίλος του τον έσπρωξε με δύναμη σε ένα ετοιμόρροπο σκέπαστρο κάτω από το οποίο στεκόταν κόσμος.
Η κατασκευή κατέρρεε και η Νεφέλη προσπάθησε να τη συγκρατήσει με το νου της. Όταν την είδε να τυλίγεται στις φλόγες υπέθεσε πως είχε εστιάσει τη συγκέντρωση της υπερβολικά. Σύντομα όλα τυλίχτηκαν στις φλόγες και όλοι έσπευσαν να βοηθήσουν. Εκείνη ανέλαβε να απομακρύνει τα παιδιά και περίμενε μέχρι να δει πως κανείς δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά, μετά βοήθησε να σβήσουν τη φωτιά και ύστερα ζήτησε από τον Τόμι να φύγουν από εκεί, ανήσυχη από τα εχθρικά βλέμματα των υπολοίπων.
«Εσύ το έκανες αυτό;» τη ρώτησε το αγόρι μετά από αρκετά λεπτά άβολης σιωπής.
«Έτσι νομίζω.» του απάντησε σκεπτόμενη ξανά τα γεγονότα.
Δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Θυμόταν ότι ένιωθε πιεσμένη και ήξερε πως δεν είχε συγκεντρωθεί αρκετά ώστε να συγκρατήσει το σκέπαστρο, πόσο μάλλον να το κάνει να πιάσει φωτιά. Το μόνο συμπέρασμα που μπορούσε να βγάλει ήταν πως είχε γίνει δυνατότερη. Όμως τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ εξασθενημένη για να προπονηθεί, ακόμα και τώρα ένιωθε αδύναμη. Εκτός και αν… ο Φρέντερικ της είχε πει πως αν το σώμα της πέθαινε στον κόσμο της τότε θα γινόταν δυνατότερη. Έκανε τους υπολογισμούς και διαπίστωσε πως στον κόσμο της είχαν περάσει μόνο μερικές ώρες από τότε που είχε ξεκινήσει όλη αυτή η ιστορία, έτσι απέκλισε το ενδεχόμενο ο πατέρας της να θέλησε κατά κάποιο τρόπο να την αφήσει να φύγει.
Τότε όμως θυμήθηκε πως ο Νίκολα είχε επισκεφτεί τον κόσμο της πριν από αρκετές μέρες. Εκείνος θα μπορούσε να αναγκάσει ή να πληρώσει κάποιον να το κάνει. Έτσι εκείνη θα άνηκε για πάντα στον κόσμο τους. Ήταν σίγουρη πως γνώρισε ότι αυτό θα την έκανε δυνατότερη, εκείνο που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν το λόγο που ήταν πρόθυμος να δώσει τόση δύναμη στον εχθρό του. Αναρωτήθηκε αν πίστευε ότι θα γυρνούσε πίσω, ότι θα διάλεγε το μέρος του επειδή πίστευε ότι είχε υποτιμήσει την σκοτεινή της πλευρά… ή είχε κάποιο άλλο σχέδιο.
Ήταν τόσο απορροφημένη από τις σκέψεις της που δεν κατάλαβε ότι είχαν επιστρέψει. Παραξενεύτηκε όταν είδε πως ο Φρέντερικ και η Ναταλί είχαν επιστρέψει όπως επίσης και από το γεγονός ότι όλοι γνώριζαν για το περιστατικό με τη φωτιά. Η Ναταλί την κοιτούσε επιθετικά ενώ ο Φρέντερικ και ο Αντρέας την περίμεναν να ζυγώσει. Ένιωθε ένοχη αλλά δεν ήθελε να δώσει στην Ναταλί τροφή για σχόλια οπότε έδιωξε αυτό το συναίσθημα από το πρόσωπο της.
«Γύρισες νωρίς.» του είπε αμήχανα.
«Είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι η μόνη αλλαγή στο πρόγραμμα σου.» αντέτεινε με νόημα.
«Φρέντερικ, έπρεπε να το δεις!» αναφώνησε ο Τόμι. «Έβαλε φωτιά σε ένα κιόσκι!»
«Τόμι!» τον μάλωσε. «…δεν το έκανα επίτηδες.» μουρμούρισε.
«Και μετά λες ότι εγώ δημιουργώ προβλήματα.» του είπε η Ναταλί ειρωνικά.
«Μα τα γένια μου, τί σκεφτόσουνα;» τη ρώτησε αποσβολωμένος ο Αντρέας.
«Ήθελα μόνο να το σταματήσω.» του εξήγησε. «…Πρέπει να… πρέπει να δυναμώνω.» είπε κοιτώντας τον Φρέντερικ. Και εκείνος κατάλαβε τι εννοούσε. Συνοφρυώθηκε και την κοίταξε προβληματισμένος. «Ελπίζω να μη βρω τον μπελά μου.» συμπλήρωσε αντιλαμβανόμενη για πρώτη φορά αυτήν την διάσταση της πραγματικότητας.
«Όχι, δε θα βρεις τον μπελά σου, ήταν ατύχημα. Όλοι κατάλαβαν πως ήθελες να βοηθήσεις… απλά ίσως δεν έχουνε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο… δυνατή πραγματικά είσαι. Και αυτό προκαλεί… άγχος και… ξέρεις, ίσως αρχίσουν να μιλάνε για σένα.» της εξήγησε ο Αντρέας διστακτικά.
«Τέλος πάντων.» κατένευσε η Ναταλί κάνοντας μία γκριμάτσα. «Πάω να ετοιμάσω τα πράγματα μου.» συνέχισε κοιτώντας τον Φρέντερικ. Η Νεφέλη χάρηκε όταν συνειδητοποίησε πως η Ναταλί επιτέλους θα έφευγε, αλλά το αγόρι επισκίασε αυτό της το συναίσθημα όταν ένευσε καταφατικά και την ακολούθησε. Η Νεφέλη πείσμωσε και αρνήθηκε να τους αφήσει μόνους τους ξανά. «Τί νομίζεις ότι κάνεις;» τη ρώτησε ενοχλημένη.
«Πάω στο δωμάτιο μου.» της είπε χαρούμενη που η απάντηση της της έδινε το προνόμιο να τους ακολουθήσει. Κανείς τους δε μίλησε έως ότου όλοι φτάσουν στο διάδρομο έξω από τα δωμάτια τους.
Η Νεφέλη κοπάνισε την πόρτα της αδιαφορώντας αν η αντίδραση της θα έφτιαχνε τη μέρα της Ναταλί. Κάθισε στο κρεβάτι και πήρε στα χέρια της το βιβλίο που διάβαζε τόσο καιρό σκεφτόμενη να το τελειώσει. Δεν ήθελε να σκέφτεται και αυτή ήταν η μόνη ιδέα που ταίριαζε με το σχέδιο της. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε απροειδοποίητα και μέσα το δωμάτιο μπήκε ο Φρέντερικ.
«Μπα, τελειώσατε;» γκρίνιαξε κρατώντας τα μάτια της στο βιβλίο εφόσον είχε επιτέλους φτάσει στις τελευταίες λέξεις.
«Διαβάζεις το βιβλίο μου;» τη ρώτησε παραξενευμένος. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το κορίτσι αναρωτήθηκε αν έπρεπε να τον είχε ρωτήσει προτού πάρει τα πράγματα του.
«Συγγνώμη.» του είπε ενοχικά. «…δεν σκέφτηκα… εννοώ πως έπρεπε να σε ρωτήσω. Το ξεκίνησα επειδή δεν είχα τι να κάνω…» όμως δεν της άρεσαν οι δικαιολογίες, οπότε σταμάτησε να μιλάει. «Συγγνώμη.»
«Δε με πειράζει, απλά δεν περίμενα ότι θα σου άρεσε να διαβάζεις.»
«Και τι σε έκανε να το πιστεύεις αυτό;» η αλήθεια ήταν πως της άρεσε να διαβάζει βιβλία, απλά προτιμούσε να μην το κάνει συχνά γιατί επηρεαζόταν πολύ από αυτά.
«Δεν ξέρω, απλά το υπέθεσα.» της είπε αδιάφορα. «… έχω και άλλα αν θες.»
«Ναι… ωραία.» του είπε αδιάφορα. «Ποιά είναι η Ελσάντα…; Το βιβλίο λέει: μύθοι της Ελσάντα.»
«Ο κόσμος μας. Είναι παλιά ονομασία, δεν την χρησιμοποιούμε πλέον. Κυρίως επειδή έχουμε χωριστεί σε δύο πλευρές, σε δύο κόσμους. Δεν τον αντιλαμβανόμαστε πλέον ως ένα κομμάτι.» η πραγματικότητα αυτή την έθλιβε και δεν ήθελε να νιώθει έτσι, οπότε…
«Λοιπόν, φεύγει επιτέλους;» το αγόρι ξεφύσησε αγανακτισμένο από την παιδιάστικη συμπεριφορά της. Αυτό την έκανε να αναρωτηθεί αν ο λόγος που δεν ήταν όσο θερμός όσο είχε υποθέσει εκείνη ότι έπρεπε να είναι, ήταν επειδή πίστευε πως ήταν μονάχα ένα παιδί. Έτσι σηκώθηκε ευθύς αμέσως και τον φίλησε με πάθος. Τον έφερε προ εκπλήξεως και μπορούσε να καταλάβει ότι δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Οπότε πήρε την πρωτοβουλία να τον ρίξει στο κρεβάτι. Του έδωσε να καταλάβει πως ήθελε να γίνει λίγο πιο τολμηρός. Τότε ήταν που την σταμάτησε.
«Τί σε έπιασε;» τη ρώτησε με ένα πονηρό χαμόγελο.
«Εσένα τι έπιασε; Εσύ θα έπρεπε να θέλεις… ξέρεις.» εκείνος όμως σοβάρεψε και ανακάθισε ρίχνοντας τη στο πλάι.
«Είσαι μικρή ακόμα.» η απάντηση του την εξόργισε και την έκανε να ντρέπεται την ίδια στιγμή.
«Και τι περίμενες να γίνει όταν με φίλησες;»
«Μπορώ να περιμένω.» της είπε αδιάφορα… θυμώνοντας την ακόμα περισσότερο. Δεν κατάλαβε πότε άναψε τη φωτιά στο πάτωμα και σίγουρα δεν ήξερε τι να κάνει, έτσι ανακουφίστηκε όταν είδε τον Φρέντερικ να την σβήνει με ένα σεντόνι. «Έχεις κάποιο απωθημένο με τη φωτιά;» τη ρώτησε αγανακτισμένος.
«Δεν το ήθελα.» μουρμούρισε μετανιωμένη.
«Αυτό είναι το πρόβλημα μου με εσένα, ξέρω ότι ποτέ δεν το θες.» της είπε με παράπονο.
«Πρόβλημα;» επανέλαβε ενώ ασυναίσθητα τύλιγε τα χέρια της γύρω από τον εαυτό της. Ο Φρέντερικ την πλησίασε μετανιωμένος για τα λόγια του αλλά δεν έδειχνε να ξέρει τι να κάνει. «Δεν ήθελα να γίνω… πρόβλημα.» συνέχισε απαγορεύοντας στον εαυτό της να κλάψει.
«Δεν εννοούσα αυτό.» η Νεφέλη τον κοίταξε εξεταστικά και ύστερα τον πλησίασε για ακόμα μία φορά δειλά. «Μην το κάνεις αυτό.» της ζήτησε καθώς είχε αρχίσει να λυγίζει. Εκείνη όμως τον αγνόησε και κάθισε στα πόδια του ενώ συνέχιζε να τον φιλάει. Όταν πέρασε τα χέρια του γύρω της νόμιζε ότι θα την σταματούσε, όμως ανταποκρίθηκε στις προσπάθειες της ξαπλώνοντας τη στο κρεβάτι.
Κάτι επάνω του την τραβούσε σαν μαγνήτης και ήταν περίεργή για τα επερχόμενα, αλλά δεν πίστευε ότι ήταν έτοιμη. Όμως δεν ήθελε να τον σταματήσει, αυτό θα την έκανε παιδί στα μάτια του… και θα αποδείκνυε πως είχε δίκιο για εκείνη, πως ήταν όντως πολύ μικρή. Ωστόσο δεν το μετάνιωσε. Ήταν επίπονο και πολλές φορές δεν ήξερε τι να κάνει με τον εαυτό της, αλλά της άρεσε.
«Υποθέτω ότι τώρα με φορτώθηκες για τα καλά.» ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα προκειμένου να τον αφήσει να παίξει με τα μαλλιά της ενώ ταυτόχρονα χάιδευε την πλάτη της. Το ζεστό του άγγιγμα την έκανε να ανατριχιάζει ενώ η αίσθηση ότι βρισκόταν δίπλα της την αναστάτωνε.
«Δεν μπορώ να καταλάβω, δεν ήσουν αναίσθητη παραπάνω από μία μέρα. Γιατί πέθανε το σώμα σου;»
«Δεν πέθανε το σώμα μου, με σκότωσαν.» του είπε μελαγχολικά. Ήταν επιλογή της, και θα διάλεγε αυτήν την κατάληξη ξανά. Αλλά δεν μπορούσε να μη στεναχωρηθεί, άλλωστε τώρα δε θα έβλεπε ποτέ ξανά τον πατέρα της.
«Νομίζεις ότι ο Νίκολα ζήτησε να σε σκοτώσουν; Αποκλείεται, ξέρει ότι αυτό θα σε κάνει δυνατότερη.» της είπε σίγουρος για την απάντηση του.
«Είμαι σίγουρη ότι ήταν εκείνος, απλά δεν ξέρω τον λόγο.»
«Τί συνέβη μεταξύ σας;» τη ρώτησε μετά από ένα λεπτό σιωπής. Τη ζήλευε και αυτό έφερε ένα θαμπό χαμόγελο στα χείλη της.
«Τίποτα, είμαι απλά άλλο ένα πιόνι στο παιχνίδι του… Αυτό σημαίνουν τα πάντα για εκείνον, ένα παιχνίδι.»
«Και για εσένα;» συνέχισε όταν η απάντηση της δεν τον έπεισε.
«Πώς μπορείς να με ρωτάς μετά από… ξέρεις, αυτό που κάναμε.» τον ρώτησε ενοχλημένη. Αν όμως αυτή η πράξη από μέρους της δε σήμαινε κάτι για εκείνον, δεν πρέπει να είχε και πολύ καλή άποψη για το άτομο της. Ανακάθισε στο κρεβάτι τυλίγοντας τα σκεπάσματα γύρω της και έψαξε για την απάντηση του στο πρόσωπο του. Έδειχνε μετανιωμένος, αλλά εξακολουθούσε να είναι αβέβαιος. «Δεν τον μισώ… και σίγουρα δε θέλω να πάθει κάτι κακό.» κατένευσε ηττημένη από τον προβληματισμό του. «Απλά… με πρόσεχε πολύ όσο ήμουν εκεί, με το δικό του τρόπο.»
«Σε πρόσεχε γιατί σε χρειαζόταν! Ποτέ του δε θα σε…» η αναστάτωση του θόλωσε τη σκέψη του και ετοιμαζόταν να πει κάτι που δεν ήθελε.
«Ποτέ του τι;» θέλησε να μάθει.
«Πρέπει να συνοδεύσω την Ναταλί. Θα αργήσω να γυρίσω.»
«Θα πας στην Ναταλί; Τώρα;» τον ρώτησε εξαγριωμένη. Εκείνος έδειχνε να καταλαβαίνει την αιτία του θυμού της αλλά δε φαινόταν πρόθυμος να κάνει κάτι για αυτό. Αντιθέτως, ντύθηκε και έφυγε χωρίς να πει λέξη. Η Νεφέλη σηκώθηκε και εκείνη και ετοιμάστηκε για να βρει τους υπόλοιπους απαξιώνοντας να του δώσει περισσότερη σημασία.
Τότε όμως ένιωσε μια περίεργη ζάλη ενώ είχε την εντύπωση πως όλο το δωμάτιο δονούταν. Μια φωνή ήχησε στο κεφάλι της και η όψη του Νίκολα σε ένα γνώριμο τοπίο εμφανίστηκε στιγμιαία μπροστά στα μάτια της.
Θέλω να σε δω…
Η πρώτη της σκέψη ήταν πως δεν υπήρχε περίπτωση να πάει, αλλά η ιδέα του άντρα να την περιμένει μάταια τη λύγισε. Ο Φρέντερικ είχε δίκιο, είχαν αναπτύξει μια παράδοξη σχέση όσο εκείνη βρισκόταν πέρα από τα όρια. Δεν της άρεσε που το παραδεχόταν και δεν της άρεσε η επιλογή της να εκπληρώσει το αίτημα του Νίκολα… αλλά θα το έκανε πιο πολύ για να εκνευρίσει τον Φρέντερικ.
Η τοποθεσία που βρισκόταν ήταν κοντά στα όρια του πύργου. Αυτό την έκανε να αισθάνεται άβολα και ασφαλής την ίδια στιγμή. Άβολα επειδή δεν ήθελε να την δει κάποιος από το αρχηγείο και ασφαλής γιατί μπορούσε να βρίσκεται κάτω από το τοίχος πολύ εύκολα αν κάτι δεν πήγαινε καλά.
***

Ο Νίκολα βρισκόταν ήδη εκεί όταν η Νεφέλη έφτασε και όλα έδειχναν πως ήταν μόνος του. Ήταν ιδιαίτερα ανήσυχη και ήθελε να γυρίσει πίσω, κάτι το οποίο και αποπειράθηκε να κάνει. Αλλά ο Νίκολα την πρόλαβε και τη σταμάτησε πριν απομακρυνθεί αρκετά.
«Δεν είσαι όσο προβλέψιμη όσο πίστευα.» της είπε αρπάζοντας τα χαλινάρια από το άλογο της και κρατώντας τα μαζί με τα δικά του.
«Αυτό θα το πάρω σαν κομπλιμέντο, τώρα άσε με να φύγω!» γκρίνιαξε μη θέλοντας να πεζέψει και να αφήσει τον Φεγγαροτό πίσω.
«Μην ανησυχείς, δε θα σε αναγκάσω να κάνεις κάτι που δε θέλεις, άλλωστε ήρθες μέχρι εδώ.» η Νεφέλη παρέμεινε σιωπηλή και περίμενε για εκείνον να ξεκινήσει τη συζήτηση. Τσάκωσε τον εαυτό της να νοσταλγεί τους καυγάδες και τα πειράγματα τους. «Ξέρω ότι με κατασκόπευες, υποθέτω λοιπόν ότι είσαι πλέον νεκρή στον κόσμο σου.» η δήλωση του δεν την ξάφνιασε. Αντιθέτως, έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της, επιβεβαίωνε τις υποψίες της. «…Δεν παύεις να με ξαφνιάζεις.» συμπλήρωσε μπερδεμένος από την αντίδραση της.
«Γιατί το έκανες;» τον ρώτησε σοβαρεύοντας ξαφνικά.
«Τί σε κάνει να πιστεύεις ότι θα σου πω;»
«Τί θέλεις από εμένα;» του φώναξε θυμωμένη από την υπεροψία του.
«Είδα τον κόσμο σου, τη μητέρα σου…»
«Δεν είναι μητέρα μου.» τον σταμάτησε κοφτά. Δεν είχε κάτι εναντίον της Μαρίας αλλά δε θα δεχόταν με τίποτα στον κόσμο να την ονομάζουν μητέρα της. «… αυτό ήθελες να μου πεις;» συνέχισε μετανιώνοντας για το ύφος της.
«Δεν άνηκες ποτέ σου εκεί Σεσίλ.» ήθελε να του ζητήσει να σταματήσει να τη φωνάζει έτσι, όμως ήξερε πως θα ήταν μάταιο, οπότε περίμενε υπομονετικά να ακούσει τα όσα έπονταν. «Ανήκεις εδώ, μαζί μου.»
«Τί εννοείς;» η εξομολόγηση του την έκανε να αισθάνεται άβολα… αν φυσικά είχε καταλάβει καλά τι εννοούσε. Αυτό της το συναίσθημα καταπολέμησε σύντομα η περιέργεια εφόσον ένιωθε πως ο άντρας είχε να της πει κάτι… ήθελε να της πει κάτι, αλλά δε θα το έκανε.
«Αλήθεια, αναρωτήθηκες ποτέ γιατί παραμένεις ακόμα ουδέτερη; Πίστευα ότι αν άνηκες εξ’ ολοκλήρου σε αυτόν τον κόσμο, η επιλογή σου θα γινόταν εμφανής. Αλλά δεν άλλαξε τίποτα. Γιατί;» μονολόγησε.
«Περίμενε… τί εννοούσες πριν;»
«Γιατί με παρακολουθούσες;» της είπε ξαφνικά, σα να είχε μόλις θυμηθεί πως δεν ήταν μόνος του.
«Ξέρεις κάτι; Είσαι ανυπόφορος!» θυμωμένη κατέβηκε από το άλογο της και έβγαλε τα χαλινάρια από τον Φεγγαροτό για να φύγει.
«Δε μου απάντησες.» της είπε αδιάφορος για τις προσπάθειες της.
«Εσύ δεν έχεις απαντήσει ούτε σε μία από τις ερωτήσεις που σου έκανα!»
«Εγώ σε φώναξα, αν ήθελες να κάνεις ερωτήσεις να μου το ζητούσες εσύ.»
«Σχετικά με αυτό, τι ακριβώς έκανες; Εννοώ, μπορείς να μπαίνεις στο μυαλό μου όποτε θες; Να μου βάζεις… ιδέες;» τον ρώτησε αναστέλλοντας για λίγο τη φυγή της. Ο Νίκολα έδειχνε να βρίσκει την ερώτηση της αστεία και στάθηκε για λίγο για να την παρατηρήσει.
«Όχι, δεν μπορώ να σου βάλω ιδέες.» είπε γελώντας ειρωνικά.
«Και δεν το λες… μόνο και μόνο για να με ηρεμίσεις και να μη σε υποψιάζομαι;»
«Σου έχω πει ποτέ ψέματα;» της είπε σοβαρεύοντας ξαφνικά.
«Όχι, και αυτό είναι παράξενο… ξέρεις, γιατί είσαι ο κακός.»
«Ώστε αυτό είμαι;» τη ρώτησε χαμογελώντας. Αυτό όμως της θύμισε το όνειρο που είχε δει με εκείνον, το μεταγιόν που κρεμόταν από τον λαιμό του και έπειτα, τα λόγια του. Την είχε ρωτήσει αν τον παρακολουθούσε ενώ η ίδια είχε νιώσει πως ο Νίκολα είχε καταλάβει την ύπαρξη της σαν αυτή να στεκόταν μόλις δίπλα του.
…Φορούσε το φυλαχτό γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να ζήσει κάτω από τα τείχη του πατέρα του.  Δεν το σκέφτηκε λεπτό. Τον έριξε κάτω από το άλογο και προσπάθησε να βρει το φυλαχτό. Εκείνος είχε έρθει προ εκπλήξεως αλλά προσπάθησε να την εμποδίσει. Η Νεφέλη όμως επέμεινε και μόνο όταν του έσκισε την μπλούζα κατάφερε να βρει αυτό που έψαχνε.
«Το ήξερα!» αναφώνησε πανηγυρικά. Ο Νίκολα κάθισε για λίγο ακόμα ξαπλωμένος στο έδαφος κοιτώντας τον ουρανό εκνευρισμένος από την ατημέλεια του. «Για αυτό με σκότωσες; Για να βεβαιωθείς ότι ο πατέρας σου δε θα καταφέρει τίποτα;»
«Δε θα με ρωτήσεις γιατί βασανίζομαι; Γιατί κρύβομαι από όλους και από όλα;» τη ρώτησε ειρωνικά;
«Όχι… δηλαδή, νομίζω ότι καταλαβαίνω. Υποτίθεται ότι έπρεπε να ανήκεις εκεί και πρέπει να θεωρείς χαζό το ότι δεν μπορείς. Άσε που θέλεις να το παίζεις σκληρό καρύδι και μυστήριος… έχεις και ένα ολόκληρο χαρέμι στα πόδια σου.» τον πείραξε. Όμως ύστερα σοβάρεψε, ένιωθε την ανάγκη να τον φιλήσει… να τον κάνει να παρασυρθεί. Κοίταξε μακριά λες και αυτή της η κίνηση θα έδιωχνε αυτή την σκέψη.
Ήταν ερωτευμένη με τον Φρέντερικ, δεν μπορούσε να σκέφτεται έτσι για κάποιον άλλο. Και σίγουρα όχι για τον Νίκολα. Το στομάχι της σφίχτηκε, αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως μία άπιστη. Μετάνιωνε για τις σκέψεις της και ένιωθε… πληγωμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τον ίδιο της τον εαυτό.
«Είσαι περίεργη.» της είπε συνοφρυωμένος καθώς σηκωνόταν. «Εκεί που νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να πεις ή να κάνεις για να με ξαφνιάσεις…» δεν ολοκλήρωσε τη φράση του, έμεινε να την κοιτάζει σκεπτικός.
«Μόνο αυτό έχεις να πεις;»
«Όχι… κάντο.»
«Συγγνώμη;»
«Θέλεις να με φιλήσεις, κάντο.»
«Πώς τολμάς;» του είπε κορδώνοντας το σώμα της. Η αντίδραση της τον έκανε να ξεκαρδιστεί στα γέλια και αυτό την ενόχλησε. Ήθελε τον Φρέντερικ… εκείνος τη σεβόταν. «Σταμάτα!» του είπε όταν βαρέθηκε να τον ακούει να γελάει.
«Είσαι τόσο αθώα.» κατάφερε να της πει.
«Όχι δεν είμαι.» διαφώνησε με σθένος. Εκείνος όμως την αγνόησε και την πλησίασε για να χαϊδέψει το πρόσωπο της.
«Το θέλω αυτό… μόνο για εμένα.» η Νεφέλη δεν μπορούσε να καταλάβει πως μπορούσε να εκφράζει μια τόσο έντονη επιθυμία ενώ έδειχνε τόσο απαθής. Ευθύς αμέσως και σα να την τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα, έφυγε μακριά του και ίππευσε το αχαλίνωτο πλέον άλογο της.
Όμως δεν ήθελε να τον αφήσει έτσι.
«Δεν έχεις σκεφτεί ποτέ σου να έρθεις μαζί μας;»
«Ο γιος του Φαιδού κάτω από τα δικά σας τείχη; Δεν το νομίζω.» της είπε μελαγχολικά.
«Μα αν μπορείς να περάσεις τα ξόρκια…»
«Σημαίνει ότι βρήκαν κάποιον σατανικό τρόπο να περάσω στη δική σας πλευρά.» τη διέκοψε κοφτά.
«Θα μιλήσω εγώ για εσένα.»
«Πέρασες ένα μήνα μαζί μας, θα πιστέψουν ότι σε στρέψαμε εναντίον τους και τόσο καιρό προσπαθείς να τους ξεγελάσεις. Παρεμπιπτόντως… σου πηγαίνει το κλειδί.»
«Δε θέλω να γυρίσεις πίσω.» του είπε σοβαρά.
«Χα! Μην ανησυχείς, ξέρω να προσέχω.»
«Ήθελες να μου πεις κάτι… ακόμα δεν έχω καταλάβει τι ήταν αυτό.» συνέχισε σε μία προσπάθεια της να αλλάξει το θέμα.
«Δεν πειράζει. Ας το αφήσουμε εδώ… προς το παρόν.»
«Όχι, θέλω να μάθω.» του είπε με πείσμα.
«Πήγαινε πίσω μικρή.» δεν θα του άλλαζε γνώμη, το έβλεπε στα μάτια του, αλλά δεν της άρεσε που το έβαζε κάτω.
«Πώς μπορώ να σου μιλήσω…; Ξέρεις, όπως έκανες εσύ.»
«Αρκεί να με σκέφτεσαι, τα υπόλοιπα θα τα κάνω εγώ.» η θλίψη στη φωνή του την ενοχλούσε, όχι μόνο επειδή δεν ήθελε να είναι η αιτία για αυτό του το συναίσθημα αλλά και γιατί αυτό την έκανε να αισθάνεται ακόμα πιο ένοχη όσο αφορούσε τον Φρέντερικ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου