«Αφού δεν ξέρεται τι ακριβώς αντιμετωπίζετε, τι ακριβώς κάνετε όλοι σας εδώ;»
«Προσπαθούμε να το ανακαλύψουμε, να προλάβουμε καταστάσεις ή να τις κουκουλώσουμε. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να ηρεμίσουμε τον κόσμο. Με όλες αυτές τις επιθέσεις και τις φάρσες έχει αναστατωθεί. Επικρατεί χαμός.» ήρθε η απάντηση από την Σοφία. Εκείνη, η Νεφέλη, ο Φρέντερικ και ο Τόμι καθόντουσαν στην κουζίνα και έπαιρναν πρωινό. «Όμως αρκετά χασομερήσαμε, έχουμε πολύ δουλειά να κάνουμε. Πάμε;» το κορίτσι πρόσεξε πως ο Φρέντερικ δε σηκώθηκε μαζί τους, αντί αυτού έμεινε να παίζει με τον Τόμι. Δεν της άρεσε αυτό αλλά υπέθεσε πως είχε δουλειές που έπρεπε να κάνει και πως το πιο πιθανό ήταν να τις προφτάσει αργότερα.
Δεν ένιωθε το ίδιο άνετα με την Σοφία, για την ακρίβεια μερικές φορές τη φοβόταν ακόμα. Η γυναίκα δεν έδειχνε να έχει καμία διάθεση για κουβέντα και αυτό έκανε τη διαδρομή τους ακόμα πιο μεγάλη.
«Ο Φρέντερικ δε θα έρθει σήμερα;» ρώτησε τη γυναίκα μόλις έφτασαν στο δάσος. Οι ελπίδες της πως θα τις έβρισκε αργότερα είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν. Αλλά δεν χρειαζόταν να ακούσει την Μαρία να το λέει. Η απάντηση ήταν γραμμένη στο πρόσωπο της.
Όχι, δε θα ερχόταν.
Δεν της άρεσε αυτό και δεν έκανε καλή δουλειά προσπαθώντας να το κρύψει.
«Όχι, έχει πολύ δουλειά σήμερα.»
«Τί ακριβώς κάνει;»
«Διασταυρώνει τις πληροφορίες που έχουμε, λύνει προβλήματα και επιβάλει ποινές… Είναι πολύ δύσκολη δουλειά. Μπορείς να το αφήσεις κάτω αυτό, δε θα το χρειαστείς σήμερα.» συμπλήρωσε δείχνοντας το κλαδί που η Νεφέλη είχε μόλις μαζέψει από κάτω. «…Αυτό θα είναι δύσκολο.» συνέχισε βυθισμένη στις σκέψεις της. «Α ναι, ακολούθησε με.» λίγα λεπτά αργότερα έφτασαν στο τέλος της διαδρομής τους. Ήταν ένας μικρός καταρράκτης. Η γυναίκα της υπέδειξε ένα μικρό βραχάκι στο οποίο και βρέθηκε να στέκεται κατ’ όπην αιτήματος της.
«Λοιπόν, στάσου εκεί.» η Νεφέλη δεν ήθελε να το κάνει αλλά δεν πίστευε πως η δική της γνώμη είχε τόση σημασία ενώ ήταν σίγουρη πως οι αντιθέσεις της δε θα έβρισκαν τόπο. Έτσι έκανε αυτό που της είχα ζητήσει χωρίς παράπονα.
«Και τι ακριβώς υποτίθεται πως πρέπει να κάνω;»
«Να συγκεντρωθείς φυσικά.» της είπε παραξενευμένη από μια τόσο ανούσια για εκείνη ερώτηση.
«Φυσικά…» μουρμούρισε η Νεφέλη χωρίς να ξέρει αν χλεύαζε τον εαυτό της ή την κατάσταση στην οποία τώρα βρισκόταν.
«Πρέπει να αδειάσεις το μυαλό σου και να εστιάσεις στις αισθήσεις και τους θορύβους γύρω σου… να ξεχάσεις το χώρο και τον χρόνο.»
«Κάτι που δεν μπορώ να κάνω σε ένα άλλο μέρος…; Ποιό ασφαλές ίσως;» γκρίνιαξε.
«Μη λες βλακείες, δεν πρόκειται να πέσεις.»
Η όλη διαδικασία δεν ήταν όσο εύκολη όσο την περιέγραφε η Σοφία. Εικόνες, συνομιλίες και γεγονότα γέμιζαν συνέχεια το μυαλό της προκαλώντας της σύγχυση εφόσον δεν αναγνώριζε κανένα από τα πρόσωπα που έβλεπε.
Ένας όμορφος άντρας την κοιτούσε στοργικά… ένα τσούρμο από κορίτσια χασκογελούσαν… ένα αγόρι κειτόταν αιμόφυρτο, ένα ξανθό αγόρι με γαλανά μάτια και όμορφο χαμόγελο την κοιτούσε ανεξιχνίαστα… Όμορφο χαμόγελο…; Ο Φρέντερικ… Πού ήταν;
Όχι, πρέπει να συγκεντρωθείς! Της θύμισε μια μικρή φωνούλα μέσα της.
«Θες να σου πω μια ιστορία;…»
«Θα έχει καλό τέλος…;» τρόμος άρχισε να την καταβάλει όμως επέμενε στο να αδειάσει το μυαλό της.
«Έλα θα αργήσουμε…»
«Συγχαρητήρια! Τα κατάφερες…»
«Όχι!!» άνοιξε τα μάτια της έντρομη.
Την πονούσε το κεφάλι της και παρόλο που έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο, δεν ήθελε να δοκιμάσει ξανά.
«Θα με εξέπληττες αν τα κατάφερνες με την πρώτη φορά. Και πίστεψε με, κανείς δεν έχει καταφέρει να με εκπλήξει εδώ και πολύ καιρό. Τώρα προσπάθησε ξανά.» άκουσε την Σοφία να της λέει. Όμως η δεύτερη προσπάθεια ήταν ακόμη χειρότερη και από την πρώτη. Μέχρι το απόγευμα που γύρισαν πίσω στον πύργο, δεν είχε καταφέρει τίποτα πέρα από το να κάνει το κεφάλι της καζάνι.
Πεινούσε σα λύκος, αλλά αυτό που ήθελε περισσότερο ήταν να ξαπλώσει. Όταν έφτασαν στην κουζίνα δεν είδε πουθενά τον Φρέντερικ, έτσι έφαγε κάτι στα γρήγορα και αφού αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τα υπόλοιπα μέλη, επέστρεψε στο δωμάτιο της.
Όταν ξύπνησε ήταν ακόμα βράδυ, έτσι σκέφτηκε πως θα μπορούσε να προπονηθεί για λίγο. Όμως δεν μπορούσε να πάει στο δάσος μόνη της. Φοβόταν τα γιότλυ και δεν ήταν σίγουρη ότι είχε μάθει τα μονοπάτια αρκετά καλά. Οπότε έψαξε για κάποιο μέρος μέσα στον πύργο, καταλήγοντας στην κορυφή του.
Έκανε παγωνιά και η μόνη πηγή φωτός ήταν το φεγγάρι και τα αστέρια. Ήταν ντυμένη ανάλαφρα όμως δεν ήθελε να γυρίσει πίσω για να φορέσει κάτι πιο ζεστό. Βολεύτηκε σε μία προεξοχή του κτιρίου και προσπάθησε να εφαρμόσει όλα όσα η Σοφία της είχε υποδείξει.
Οι εικόνες και τα πρόσωπα εμφανίστηκαν ξανά, όμως κατάφερε να τα διώξει. Ο κρύος αέρας μαστίγωνε κάθε εκατοστό του σώματος της, αλλά δεν κρύωνε. Ένιωθε το σκοτάδι να απλώνεται γύρω της, άκουγε τα βήματα κάποιου, κάπου μακριά… ακατάληπτες ομιλίες. Μέχρι που όλα έσβησαν σιγά σιγά και ο ήλιος έκαιγε το πρόσωπο της.
Συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου και πως είχε πλέον έρθει το πρωί. Πεινούσε πολύ και ήθελε να πάει στην κουζίνα ελπίζοντας αυτήν τη φορά να βρει τον Φρέντερικ εκεί. Ο αέρας ήταν πολύ δυνατός. Σηκώθηκε όρθια και βάλθηκε να περπατήσει κατά μήκος της προεξοχής, όμως παραπάτησε. Ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της και σύντομα βρισκόταν στο κενό.
Αλλά δε φοβόταν.
Παρατήρησε πως όλα γύρω της κινούνταν ιδιαίτερα αργά δίνοντας της χρόνο να καταλάβει πως έφτανε στο έδαφος. Δε θα έβλεπε τον Φρέντερικ ποτέ ξανά, δε θα θυμόταν ποια πραγματικά ήταν… τότε όμως ένιωσε τον χρόνο να παγώνει και τα πάντα γύρω της να κόβουν ταχύτητα. Ήταν τότε που πρόσεξε πως ο Τόμι βρισκόταν λίγα μέτρα μόλις μακριά της και παρακολουθούσε έντρομος.
Τότε που σταμάτησε να πέφτει, απείχε ακόμα μισό μέτρο από το χώμα. Και μόνο όταν άκουσε τη φωνή του Φρέντερικ να φωνάζει κάτι από μακριά, σωριάστηκε σαν τσουβάλι με άμμο. Αναρωτιόταν τι είχε μόλις συμβεί και αν η ίδια το είχε προκαλέσει. Σύντομα την περικύκλωσαν ο Φρέντερικ, ο Αντρέας, η Μαργαρίτα και ο Χάρης. Τους κοιτούσε από το έδαφος ξαπλωμένη ανάσκελα, σκεφτόμενη πόσο όμορφο έδειχνε το αγόρι… και πόσο πολύ την πονούσε ο αστράγαλος της.
«Μα τα γένια μου! Τί έγινε;» μίλησε πρώτος ο Αντρέας.
«Ο αστράγαλος μου.» μουρμούρισε κάνοντας ένα μορφασμό πόνου. Ο Χάρης ψαχούλεψε για λίγο το πόδι της επιτείνοντας τον πόνο της αλλά δεν παραπονέθηκε.
«Τον γύρισες, δεν είναι τίποτα.»
«Καλύτερα να πάμε μέσα. Ο Τόμας θα φροντίσει τον αστράγαλο σου.» της είπε στοργικά η Μαργαρίτα.
«Νεολαία σου λένε μετά!» ψέλλισε ο Αντρέας. «Χμ, εμείς δεν είχαμε τέτοιες ευαισθησίες!»
«Όχι, είμαι εντάξει.» είπε ψέματα απευχόμενη να τη θεωρήσουν μυγιάγγιχτη.
«Μη λες ανοησίες! Κοίτα… δεν μπορείς ούτε να το πατήσεις. Μην ακούς τον Αντρέα.» αντέτεινε η Μαργαρίτα βλέποντας την να κάνει μερικά βήματα.
«Είμαι καλά.» επέμεινε. «…Ευχαριστώ.» έκανε μερικά βήματα ακόμη και έπειτα χάθηκαν από το οπτικό της πεδίο. Δεν μπορούσε να καταλάβει και σίγουρα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε μόλις πέσει από ύψος τριάντα μέτρων και ήταν ακόμα ζωντανή.
«Θα μου μάθεις να το κάνω και εγώ αυτό;» η Νεφέλη ξαφνιασμένη, άφησε ένα επιφώνημα και οπισθοχώρησε. Είχε απορροφηθεί από τις σκέψεις της και δεν είχε προσέξει πως ο Τόμι την είχε ακολουθήσει.
«Ποιό;» τον ρώτησε δήθεν παραξενευμένη.
«Μπορείς να πετάς!» της είπε γεμάτος θαυμασμό.
«Δεν πετάω.»
«Αφού σε είδα.» επέμεινε με ένα παραπονεμένο βλέμμα.
«Το είπες σε κανέναν;» τον ρώτησε αγωνιωδώς.
«Όχι.» τη διαβεβαίωσε πρόσχαρα.
«Άουτς!...» ο αστράγαλος της την πονούσε και η διαρκή της προσπάθεια να βρίσκεται σε κίνηση δεν τη διευκόλυνε.
«Κρατάς μυστικό;» της είπε γεμάτος μυστικοπάθεια, κάτι ιδιαίτερα αστείο για ένα παιδάκι της ηλικίας του. Όμως η Νεφέλη κατέπνιξε εκείνο το χαμόγελο και προσπάθησε να φανεί όσο πιο σοβαρή γινόταν. «Και εγώ έχω πει ψέματα. Είχα πάει στο δάσος, ο Φρέντερικ μου είχε πει να μην το κάνω όμως, εγώ δε φοβάμαι… έτσι πήγα. Αλλά με βρήκε ένα γιότλυ. Του ξέφυγα επειδή πήδηξα από τον καταρράκτη αλλά χτύπησα το πόδι μου και όταν γύρισα στο χωρίο είπα ότι έπεσα από ένα δέντρο. Ο Φρέντερικ δε με πίστεψε αλλά εγώ δεν του είπα την αλήθεια.» κατένευσε με βλέμμα νικητή.
«Είσαι πολύ γενναίος Τόμι… όμως δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν. Πρέπει να ακούς τον Φρέντερικ και να μου υποσχεθείς ότι σε εμένα, δε θα πεις ποτέ… μα ποτέ σου ψέματα.» του είπε σε αυστηρό τόνο.
«Εντάξει… αν υποσχεθείς ότι θα κρατήσεις το μυστικό μου.»
«Στο υπόσχομαι.» του είπε και αφού του χαμογέλασε ενθαρρυντικά, κάθισε στο γρασίδι ανίκανη να περπατήσει άλλο. Ο Τόμι ακολούθησε το παράδειγμα της.
«Το ήξερα.» ο Φρέντερικ είχε μόλις ξεπροβάλει από πίσω τους και όλα στο πρόσωπο του έδειχναν πως είχε ακούσει τη μικρή τους συζήτηση. «Μήπως μου κρύβεται και κάποιο άλλο μυστικό εσείς οι δύο…; Θα το μάθω αργά ή γρήγορα.» τους προειδοποίησε. Η Νεφέλη πρόσεξε πως ο Τόμι είχε πάρει ένα παραπονεμένο και συνάμα ένοχο βλέμμα που βρήκε πολύ αστείο.
«Όχι.» είπε μέσα από τα στραβά του δοντάκια.
«Γιατί δεν πας να παίξεις;» τον παρότρυνε το αγόρι.
«Πάντα αυτό λέτε εσείς οι μεγάλοι όταν θέλετε να μείνετε μόνοι σας.» γκρίνιαξε καθώς έφευγε.
«Και μακριά από το δάσος.» του υπενθύμισε ο Φρέντερικ ενώ το παιδί μουρμούραγε κάτι ακατάληπτο. «Έχει πρηστεί.» συνέχισε στρέφοντας την προσοχή του στον αστράγαλο της.
«Δεν πειράζει.» είπε με πείσμα η κοπέλα.
«Ο Τόμας είναι…» επέμεινε αλλά η Νεφέλη τον διέκοψε ξανά.
«Είμαι καλά.» τον διαβεβαίωσε εσφαλμένα.
«Σε έψαχνα.»
«Ήμουν στην…»
«Οροφή, το ξέρω. Τι έκανες εκεί πάνω;»
«Εξάσκηση.»
«Δε σε είδα να κατεβαίνεις.» συνέχισε με τόνο που η Νεφέλη εξέλαβε ως υπαινικτικό.
«Πήγα από άλλο δρόμο.» είπε προσπαθώντας πολύ να μην ακουστεί ένοχη.
«Υπάρχει μόνο ένας δρόμος.» η Νεφέλη υπέθεσε πως προσπαθούσε να ρίξει άδεια για να πιάσει γεμάτα, οπότε πέρασε στην επίθεση.
«Πας στοίχημα;»
«Ναι.» της είπε με περίσσεια σιγουριάς. «Κανείς δεν ξέρει αυτόν τον πύργο και το δάσος καλύτερα από εμένα.» η Νεφέλη κατάλαβε πως έπρεπε να πει την αλήθεια, αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είχε υποδυθεί την καμπόσα έτσι…
«Και εγώ σου λέω ότι υπάρχουν δύο επιλογές. Ο δικός σου δρόμος και… πέφτοντας.» το αινιγματικό βλέμμα του έριξε την άμυνα της, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί οπότε πέρασε σε μία καλύτερη περιγραφή των όσων προσπαθούσε να του πει.
«Μπορείς να σταματήσεις τον χρόνο.» συμπέρανε αδιάφορα όταν εκείνη τελείωσε.
«Και αυτό είναι καλό, έτσι;»
«Ναι, υποθέτω. Όμως πρέπει να μάθεις να το ελέγχεις.» συνέχισε αυστηρά.
«Εσύ;»
«Εγώ τι;»
«Εσύ δεν… έχεις μαγεία;» είπε προσέχοντας τα λόγια της προκειμένου να μην ακουστεί σαχλή.
«Όχι.»
«Μα νόμιζα…»
«Οι περισσότεροι εδώ πέρα είναι γνώστες της μαγείας. Γνωρίζουν τα μυστικά και την ιστορία της, αλλά είναι ανίκανοι να την χρησιμοποιήσουν. Το χάρισμα αυτό σπανίζει πλέον.»
«Και τί θα κάνετε αν δεχτείτε επίθεση;»
«Θα αμυνθούμε, δεν χρειαζόμαστε μαγεία για αυτό. Μελετάμε τις πολεμικές τέχνες εδώ και αιώνες. Είναι μια τέχνη το ίδιο αρχαία με τη μαγεία, αυτή είναι η άμυνα μας.»
«Μα αν ο εχθρός σας χρησιμοποιήσει μαγεία;»
«Το ίδιο ισχύει και για εκείνους. Κάθε νεοφερμένος μάγος καλείται να διαλέξει την πλευρά που θα υποστηρίξει… όπως ο κάθε ένας από εμάς. Προς το παρόν έχουμε το πλεονέκτημα. Αλλά αυτός ο πόλεμος υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει μέσα στα χρόνια. Άλλοτε είναι στάσιμος, με κάποια από τις δύο πλευρές να έχει το πάνω χέρι και άλλοτε είναι κρίσιμος. Κάθε πλευρά προσπαθεί να στρατολογήσει το μάγο ή τη μάγισσα με όποιο μέσω μπορεί… Τί συμβαίνει;» τη ρώτησε προσέχοντας για πρώτη φορά την έκφραση αμφιβολίας στο πρόσωπο της.
«Είναι… έτσι πάντα;»
«Τί εννοείς;»
«Άσπρο ή μαύρο; Καλό ή κακό; Αυτό είναι όλο; Τί γίνετε παραπέρα;» τα λόγια της τον προβλημάτιζαν, αλλά δεν έδειχνε ικανός να απαντήσει.
«Δε θα χασομεράμε εδώ όλη μέρα, έχουμε δουλειά να κάνουμε.» της είπε αυστηρά καθώς σηκωνόταν. Αφότου όμως έκανε μερικά βήματα κατάλαβε πως η κοπέλα δεν τον ακολουθούσε. «Θα κάθεσαι να με κοιτάς σα χάνος;» η Νεφέλη θίχτηκε και αφού φανέρωσε αυτό της το συναίσθημα με μια γκριμάτσα, σηκώθηκε και τον ακολούθησε.
Κατέληξαν σε έναν μικρό στάβλο που φιλοξενούσε δύο άλογα, ένα κάτασπρο και ένα πουά.
«Ξέρεις να ιππεύεις;» τη ρώτησε.
«Ε… δε θυμάμαι.» του απάντησε σκεπτική.
«Σωστά… συγγνώμη.» απολογήθηκε με ένα γλυκό χαμόγελο.
«Δεν πειράζει.» είπε χαμογελώντας μπροστά στην αμηχανία του. «Λοιπόν;»
«Είναι εύκολο…» αφού της υπέδειξε ό, τι έπρεπε να ξέρει πάνω στα άλογα και την ιππασία, της πρότεινε να δοκιμάσει. Και τα πήγαινε καλά… για πρώτη φορά. Έτσι ο Φρέντερικ ένιωσε αρκετά σίγουρος για να της ζητήσει να κάνουν μια βόλτα στο δάσος με τα άλογα.
Η Νεφέλη δέχτηκε ενθουσιασμένη. Συμπέρανε ότι λάτρευε αυτά τα τετράποδα και είχε ονομάσει το δικό της Φεγγαροτό.
«Μη βιάζεσαι τόσο. Πρέπει να προσέχεις το περιβάλλον γύρω σου, αν σε κυνηγάει κάποιο άγριο ζώο δε θα είσαι σε θέση να αμυνθείς εγκαίρως και θα κατασπαράξει το άλογο σου.»
«Καλά, μόνο σταμάτα να γκρινιάζεις.» τον πείραξε γλυκά.
«Όταν σταματήσεις να συμπεριφέρεσαι τόσο επιπόλαια.» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Τί σχέση έχει η ιππασία με την υποτιθέμενη μάθηση μου; Δε μου εξήγησες.»
«Χρησιμοποιούμε τα άλογα καθημερινά, πρέπει να είσαι σε θέση να ιππεύεις.»
«Δεν έχετε άλλου είδους οχήματα;» τον ρώτησε παραξενευμένη.
«Οχήματα; Τί είναι αυτό;» το κορίτσι παραξενεύτηκε από την ερώτηση του αλλά δεν ήταν σίγουρη για την απάντηση, ένιωθε πολύ μπερδεμένη.
«Πόσο χρονών είμαι;» τον ρώτησε αγνοώντας εκείνη τη φωνούλα στο πίσω μέρος του μυαλού της που της έλεγε πόσο σαχλή μπορεί να ακουγόταν.
«Υποθέτω κάπου στα δέκα εφτά.»
«Εσύ;»
«Είκοσι τρία.»
«Που το ξέρεις;»
«Ότι είμαι είκοσι τρία;»
«Όχι, ότι εγώ είμαι δέκα εφτά. Τί άλλο ξέρεις για εμένα;»
«Εεε… τίποτα, το μάντεψα.» της είπε μπερδεμένος.
«Πες μου κάτι για τους παράλληλους κόσμους.» είπε αλλάζοντας εσκεμμένα θέμα και βιάζοντας ένα χαμόγελο στα χείλη ελπίζοντας να κρύψει την απογοήτευση της.
«Σαν τί;»
«Υπ… ααα!!» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και το άλογο της σηκώθηκε στα δύο πισινά του πόδια, χλιμίντρισε ανήσυχα και άρχισε να τρέχει.
Ο Φρέντερικ απέμεινε να την κοιτάζει για κλάσματα του δευτερολέπτου προτού την ακολουθήσει ανήσυχος. Ο Φεγγαροτός όμως έτρεχε ολοένα και πιο γρήγορα, το κορίτσι κρατιόταν σφιχτά από επάνω του εφόσον κάθε προηγούμενη προσπάθεια της να τον σταματήσει είχε αποδειχτεί μάταιη. Η μόνη σκέψη που δικαιολογούσε ένα τέτοιο περιστατικό ήταν πως το ζώο είχε αισθανθεί κάποιο αγρίμι εκεί κοντά, και αυτό τη φόβιζε. Τα μάτια της είχαν δακρύσει από τον αέρα που μαστίγωνε το πρόσωπο της ενώ η βλάστηση πύκνωνε τώρα ολοένα και περισσότερο.
Αναρωτιόταν που ήταν ο Φρέντερικ και για ποιο λόγο δεν είχε σταματήσει ακόμα αυτό το αναθεματισμένο άλογο. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της και τον βρήκε να την ακολουθεί κατά πόδας, ωστόσο έχανε έδαφος. Έτσι, όταν τον είδε να στρίβει υπέθεσε πως προσπαθούσε να κόψει δρόμο.
Και τότε της συνέβη κάτι παράξενο, ο φόβος της υποχωρούσε καθώς ο Φεγγαροτός αύξανε ταχύτητα και μια αίσθηση ανεξήγητης ευφορίας ξεχείλιζε από κάθε κύτταρο της. Ένιωθε πως ήταν ένα με το άλογο. Όμως τώρα ένας γκρεμός έβαζε τέλος στη διαδρομή τους.
Μπορούσε να δει τα συντρίμμια μιας παλιάς γέφυρας αλλά το άλογο δε σταμάταγε. Η Νεφέλη υπέθεσε πως ο Φεγγαροτός ήθελε να πηδήσει στην άλλη όχθη, όμως αυτή απείχε τουλάχιστον είκοσι μέτρα. Είχε απομείνει μονάχα μισό μέτρο και ήλπιζε πως τελικά το ζώο θα άλλαζε γνώμη… Όμως πήδησε.
Ήταν τρελό, έρεπε να κρατηθεί σφιχτά αν ήθελε να έχει πιθανότητες να παραμείνει στο άλογο. Αντί αυτού, τέντωσε τα χέρια της στον αέρα, και κλείνοντας τα μάτια της αφέθηκε και χαμογέλασε.
Ένα τράνταγμα και ένα δυνατός πόνος στην ωμοπλάτη της την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Άνοιξε τα μάτια της και κατάλαβε πως βρισκόταν ξαπλωμένη στο χώμα ενώ από πάνω της στεκόταν ο Φεγγαροτός λαχανιασμένος. Είχε πέσει κατά τη διάρκεια της προσγείωσης και είχε χτυπήσει σε μια πέτρα. Σηκώθηκε για να δει που βρισκόταν, όμως δεν αναγνώρισε το μέρος. Έψαξε με το βλέμμα της για τον Φρέντερικ αλλά δεν τον βρήκε πουθενά και έτσι προχώρησε.
«Νεφέλη; Θα… Εδώ είσαι, σε έψαχνα παντού, είσαι καλά;» ένα κύμα ανακούφισης την πλημμύρισε όταν είδε το πρόσωπο του φίλου της, αλλά πριν προλάβει να του απαντήσει εκείνος συνέχισε. «Έλα, πρέπει να βιαστούμε!»
«Περίμενε να φέρω τον Φεγγαροτό.»
«Γρήγορα!»
«Έλα Φεγγαροτέ.» του είπε το κορίτσι πιάνοντας τον από τα χαλινάρια και χαϊδεύοντας του την ράχη. Όμως το άλογο δεν ήθελε να κουνηθεί. «Έλα λοιπόν.» συνέχισε πιο ανυπόμονα αυτήν τη φορά. Όμως ο Φεγγαροτός χλιμίντρισε και πισωπάτησε.
«Νεφέλη δεν έχουμε χρόνο!» της είπε το αγόρι αρπάζοντας την από το μπράτσο και παροτρύνοντας την να τρέξει. Εκείνη τον ακολούθησε υπάκουα παρά τον σουβλερό πόνο στην πλάτη της.
Όταν επιτέλους σταμάτησαν, το κορίτσι στηρίχτηκε με τις παλάμες στα γόνατα της και προσπάθησε να ανασυντάξει τη δύναμη της. Η αλήθεια όμως ήταν πως πονούσε πολύ. Κοίταξε γύρω της και συμπέρανε πως βρισκόντουσαν ακόμα πιο βαθιά μέσα στο δάσος.
«Φρέντερικ, τι συμβαίνει;» απαίτησε να μάθει. Παραξενεύτηκε όταν είδε το αγόρι να της χαμογελάει… Δεν ήταν ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, γεμάτο ζωηράδα και ομορφιά. Ήταν σκοτεινό, υποχθόνιο και αυτάρεσκο και αυτό την έκανε να νοιώσει την ακατανίκητη επιθυμία να το βάλει στα πόδια, να απομακρυνθεί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου