Το επόμενο πρωί η Νεφέλη σηκώθηκε με ένα τίναγμα, μούσκεμα στον ιδρώτα, παρά το χειμωνιάτικο αεράκι που έμπαζε από το παράθυρο. Δε θυμόταν και δεν μπορούσε να είναι σίγουρη, αλλά είχε την ισχυρή πεποίθηση ότι είχε μόλις ξυπνήσει από έναν απαίσιο εφιάλτη. Ήθελε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο της, όμως δεν ήξερε που να πάει. Έτσι αποφάσισε να χτυπήσει την πόρτα του Φρέντερικ. Όμως δεν ήταν εκεί και αυτό την άφηνε μονάχα με μία επιλογή, να πάει στην κουζίνα όπου είχε συναντήσει τα εφτά μέλη του αρχηγείου ελπίζοντας να βρει το αγόρι εκεί.
Όταν άνοιξε την πόρτα βρήκε την κουζίνα όπως ακριβώς την είχε αφήσει χθες. Γεμάτη κόσμο.
«Α… καλημέρα μικρή μου. Πώς κοιμήθηκες;» άκουσε την Σοφία να της λέει.
«Μια χαρά.» είπε ψέματα φορώντας ένα παραπλανητικό χαμόγελο.
«Λοιπόν; Πώς είναι τα πράγματα στην ανατολική κοιλάδα;» τη ρώτησε ο Χάρης. Όμως η Νεφέλη δεν ήξερε τι υποτίθεται πως έπρεπε να απαντήσει.
«Εεμμ… πάνω κάτω τα ίδια με εδώ.» πέταξε στα γρήγορα ελπίζοντας να μην είχε πει κάποια βλακεία.
«Έκανες μεγάλο ταξίδι. Θα πρέπει να ήσουν εξαντλημένη.» συνέχισε η Ρόζα. Ακόμα όμως και αν δε θυμόταν τίποτα από το υποτιθέμενο ταξίδι της, μπορούσε να επιβεβαιώσει τις εικασίες της γυναίκας. «Μα πως σε άφησαν οι γονείς σου να κάνεις τόσο μακρύ δρόμο απροστάτευτη; Θα μπορούσαν να συμβούν ένα σωρό άσχημα πράγματα.»
«Ναι αλλά… δεν έγινε τίποτα. Ξέρω να προσέχω.» είπε ψέματα.
«Χμ, δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από τον Φρέντερικ, είναι ίδιος ο πατέρας του ο μπαγάσας!» πετάχτηκε ο Αντρέας φέρνοντας την Νεφέλη σε δύσκολη θέση.
«Αντρέα!» τον μάλωσε η Σοφία.
«Τί;» αναρωτήθηκε παραξενευμένος.
«Μαζέψου.» του είπε αυστηρά εκείνη. Και παρόλο που ο διαπληκτισμός τους ξεκίνησε από την υπόθεση του Αντρέα πως εκείνη ήταν το κορίτσι του Φρέντερικ, δε σταμάτησε εκεί. Η ιδέα έφερνε την κοπέλα σε αμηχανία, αλλά προτίμησε να μείνει έξω από την μικρή τους συζήτηση.
«Μα δεν είπα τίποτα… καλά.» πρόσθεσε καθώς η Μαργαρίτα τον κάρφωνε αυστηρά με το βλέμμα της. «Αλλά καλύτερα να…»
Παρατήρησε πως ο Τόμας ψαχούλευε εξερευνητικά το τραπέζι, το βλέμμα του ήταν το ίδιο κενό με την πρώτη φορά που τον συνάντησε. Και τότε η Νεφέλη ξαφνικά κατάλαβε.
Ήταν τυφλός.
Υπέθεσε πως έψαχνε το βαζάκι με τη μαρμελάδα το οποίο και η κοπέλα έσπρωξε διακριτικά προς το μέρος του.
«Σε ευχαριστώ πολύ.» η ανταπόκριση του την ξάφνιασε. Αναλογίστηκε πως ήταν δυνατό να το είχε καταλάβει και ένιωθε τύψεις εφόσον δεν ήθελε να τον κάνει να πιστέψει ότι δεν τον είχε ικανό να φέρει εις πέρας κάτι τόσο απλό από μόνος του.
Στο κάτω κάτω, ήταν μέλος του αρχηγείου, κάτι που στη φαντασία της τον έκανε εξαιρετικά ικανό. Όμως ο άντρας δεν έδειχνε ενοχλημένος, αντιθέτως χαμογελούσε προς την κατεύθυνση όπου είχε υποθέσει πως καθόταν η Νεφέλη. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκε που είχε εξαφανιστεί ο Φρέντερικ, ήταν το μόνο άτομο με το οποίο ένιωθε οικεία και ασφαλής.
«Δε μας είπες, πως γνώρισες τον Φρέντερικ;» τη ρώτησε ο Χάρη ενώ η Μαργαρίτα της σέρβιρε ένα πιάτο που μύριζε θεσπέσια. Τότε μόνο η Νεφέλη κατάλαβε πόσο πολύ πεινούσε. «Δεν πιστεύω πως έχει πάει ποτέ του στην ανατολική κοιλάδα.» ευχαρίστησε την Μαργαρίτα με ένα χαμόγελο και εκείνη της το ανταπέδωσε κάνοντας τη να δει πόσο όμορφη πραγματικά ήταν. Η ερώτηση του άντρα ήταν εύκολη, δεν χρειαζόταν να σκαρφιστεί κάποιο ψέμα. Έτσι τους αφηγήθηκε τη μοναδική ιστορία που θυμόταν, αυτή στο δάσος.
«Αναθεματισμένα γιότλυ!» καταράστηκε ο Αντρέας. «Τουλάχιστον έχουν ωραίο κρέας.»
«Για αυτό χρειάζεται τόσος κόπος για να το αποκτήσεις φίλε μου.» του είπε ο Χάρης εν΄η Νεφέλη ρίχτηκε στο πιάτο της αγνοώντας το τι πραγματικά έτρωγε αλλά ευχαριστημένη από το γευστικό αποτέλεσμα.
«Λίγο ακόμη γλυκιά μου;» τη ρώτησε η Σοφία όταν πρόσεξε πως είχε τελειώσει.
«Όχι, ευχαριστώ.» της είπε ευγενικά ενώ σηκώθηκε για να μαζέψει το πιάτο της.
«Δωσ’ τα σε μένα αυτά.» η Μαργαρίτα της πήρε το πιάτο από τα χέρια και το πρόσθεσε σε μία χαοτική στοίβα πάνω στο νεροχύτη. «Σήμερα είναι η σειρά του Αντρέα να τα πλύνει.» συμπλήρωσε με νόημα.
«Μα τα γένια μου! Εγώ δεν τα έπλυνα και την προηγούμενη εβδομάδα;» αναφώνησε ο άντρας.
«Και πέρυσι επίσης. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι η σειρά σου σήμερα.» του είπε αυστηρά η Μαργαρίτα κάνοντας τους υπόλοιπους να γελάσουν με την γκριμάτσα του Αντρέα. Εκείνη τη στιγμή μπήκαν μέσα στην κουζίνα ο Φρέντερικ με τον Τόμι.
«Καλημέρα, τί γίνεται;» χαιρέτησε το αγόρι.
«Ουάου Αντρέα! Θα μου πεις μια ιστορία;» ο Τόμι ρώτησε τον άντρα ενθουσιασμένος ενώ έτρεχε στο πλευρό του.
«Φυσικά και θα σου πω…» ο Αντρέας ξεκίνησε το παραμύθι του αλλά η Νεφέλη είχε στρέψει την προσοχή της αλλού…
«Μαργαρίτα, αυτό το δέμα ήρθε για εσένα.» την ενημέρωσε ο Φρέντερικ.
«Ένα δέμα τόσο δα μικρό από τον δεσμό της τον κρυφό.» είπε ρυθμικά ο Λούνι.
«Έλα τώρα Λούνι, μη λες σαχλαμάρες.» τον μάλωσε εκείνη. «Ζήτησα να μου φέρουν κάτι που είχα ξεχάσει στη βόρεια κοιλάδα.» απολογήθηκε βλέποντας το χαριτωμένο βλέμμα που είχε πάρει τώρα το πρόσωπο του και οφείλονταν στην έκπληξη του για την κατσάδα.
«Τί γίνεται Χάρη; Κανένα νέο;» ρώτησε ο Φρέντερικ τραβώντας μία καρέκλα για να καθίσει.
«Σήμερα σήμαναν λάθος συναγερμό. Ο κόσμος ξεσηκώθηκε και χρειάστηκε πολύ ώρα για να τους ηρεμίσουμε.» το αγόρι κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά και ύστερα έστρεψε την προσοχή του στην Νεφέλη.
«Λοιπόν, τί λες; Πάμε; Έχουμε πολλά να κάνουμε.» η κοπέλα συμφώνησε και τον ακολούθησε ανακουφισμένη. Η έξοδος της από εκεί σήμαινε αυτόματα πως μειωνόταν ο κίνδυνος να της κάνουν ερωτήσεις τις απαντήσεις των οποίων δεν γνώριζε. «Τα λέμε Σοφία… τα λέμε παιδιά.» εκείνη μιμήθηκε το παράδειγμα του και χαιρέτισε τους υπόλοιπους με ένα χαμόγελο. «Λοιπόν; Πώς κοιμήθηκες;» τη ρώτησε ύστερα από λίγο.
«Μια χαρά.» επέμεινε στο ψέμα της. «Πού πάμε;» θέλησε να μάθει.
«Εφόσον δε θυμάσαι τίποτα, καλό θα είναι να ξεκινήσουμε από την αρχή.»
«Από την αρχή;» αναρωτήθηκε.
«Ναι, θα κάνουμε μια βόλτα στην πολιτεία και μετά…»
Μέχρι το μεσημέρι τα δύο παιδιά είχαν εξερευνήσει όλη την πολιτεία. Ο Φρέντερικ είχε σταματήσει για να συζητήσει με τους περισσότερους από τους κατοίκους ενώ την είχε ξεναγήσει σε όλα τα μέρη και τις κρυψώνες του. Μετά από αυτό, κατέληξαν στη μοναδική ταβέρνα να χασκογελούν προσπαθώντας ταυτόχρονα να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους.
«Τί εννοείς ότι θα ξαναπάμε στο δάσος;» απόρησε εκείνη. Δεν της άρεσε αυτή η ιδέα και δε δίστασε να του το δείξει.
«Εδώ δεν μπορείς να προπονηθείς…»
«Να προπονηθώ;» τον διέκοψε με ένα μεγάλο χαμόγελο. «Τέλεια! Τί καθόμαστε;»
«Πρέπει να περιμένουμε την Σοφία.»
«Α…» ένιωθε απογοητευμένη που έπρεπε να περιμένει, ήταν ασυγκράτητη.
«Να τη.» είπε καθώς σηκωνόταν και άφηνε ένα πουγκί με χρήματα πάνω στο τραπέζι. Αυτή του η κίνηση έκανε την Νεφέλη να συνειδητοποιήσει ότι εκείνη δε διέθετε καθόλου χρήματα, ή τουλάχιστον δε θυμόταν κάτι τέτοιο. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να στηρίζεται οικονομικά σε άλλους… πόσο μάλλον όταν δεν τους ήξερε. Τώρα που γνώριζε την πολιτεία ίσως να μπορούσε να βρει κάποια δουλειά. Σκέφτηκε.
Σε αντίθεση με τον Φρέντερικ και την Σοφία, η Νεφέλη ήταν ιδιαίτερα σιωπηλή μέχρι να φτάσουν στο δάσος. Αναλογίζονταν όλα εκείνα τα μέρη που είχε δει σκεφτόμενη αν κάποιος θα δεχόταν να την πάρει στη δούλεψη του. Επιστρέφοντας όμως στην πραγματικότητα, κατάλαβε πως ένα από τα θέματα των συνοδών της ήταν η ίδια. Όλα έδειχναν πως ο Φρέντερικ της είχε εκμυστηρευτεί το μικρό του ψέμα ενώ τώρα και οι δυο τους έδειχναν προβληματισμένοι.
«Εντάξει.» κατένευσε η γυναίκα.
«Σε ευχαριστώ Σοφία.»
«Μη βιάζεσαι. Για να τη διδάξω να χρησιμοποίει τη δύναμη της πρέπει πρώτα να μάθω ποια είναι αυτή και εφόσον δε θυμάται τίποτα, αυτό θα είναι πολύ δύσκολο.»
«Νομίζω ότι μπορεί να ελέγξει τον χρόνο.» της είπε διστακτικά.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε πανικόβλητη. «Αυτό είναι… ασύλληπτο.»
«Την είδα με τα ίδια μου τα μάτια.» τη διαβεβαίωσε το αγόρι.
«…Η προφητεία.» μουρμούρισε με δέος.
«Έλα τώρα Σοφία! Αυτές οι ιστοριούλες είναι για μικρά παιδιά.» της είπε με φωνή γεμάτη αποδοκιμασία.
«Αν δεν κάνω λάθος και εσύ τα πίστευες.» τον μάλωσε για τον τόνο του.
«Όχι πια.» της είπε κοφτά.
«Φρέντερικ ίσως θα πρέπει να αρχίσεις να ξεχνάς, θα…»
«Αααα!» όλα τα βλέμματα στράφηκαν στην Νεφέλη. Η κοπέλα βρισκόταν καθιστή στο έδαφος. Ένα σκιουράκι είχε ξεπροβάλει από κάτι αγκαθωτούς θάμνους τους οποίους το κορίτσι επεξεργαζόταν ανέμελα. Όταν το είδε, τρόμαξε με αποτέλεσμα να οπισθοχωρήσει και να πέσει κάτω. Ο Φρέντερικ χαμογέλασε πλατιά και προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει όμως εκείνη προτίμησε να σηκωθεί από μόνη της ελπίζοντας έτσι να σώσει οτιδήποτε είχε απομείνει από την αξιοπρέπεια της.
«Ας μη χασομεράμε άλλο.» τους είπε η Σοφία που προσπαθούσε σκληρά να μη γελάσει.
«Ήταν ένα πάρα πολύ τρομακτικό σκιουράκι.» την πείραξε ο Φρέντερικ.
«Πολύ αστείο», του είπε στενεύοντας τα μάτια. «…Απλώς ξαφνιάστηκα, ήμουν απορροφημένη.» όταν κατάλαβε πως κάθε της προσπάθεια να εξηγηθεί ήταν μάταιη, του έριξε μία φιλική γροθιά στο στομάχι και τον αγνόησε.
«Λοιπόν, μέχρι να δούμε τι θα γίνει με εσένα, θα πρέπει να μάθεις πολεμικές τέχνες.» συνέχισε η Σοφία. «Σε περίπτωση κινδύνου, θα πρέπει να είσαι σε θέση να αμυνθείς.»
«Χα… δεν… δεν εννοείς ότι πρέπει να παλέψω με εσένα;» της είπε διστακτικά.
«Φυσικά και όχι… πέντε χρόνια νωρίτερα ίσως. Θα παλέψεις με τον Φρέντερικ, εγώ θα βλέπω.» η γυναίκα κάθισε σε έναν κομμένο κορμό με μια αστεία έκφραση στο πρόσωπο. Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν για λίγο διστακτικά.
«Δεν πρόκειται να χτυπήσω κορίτσι!»
«Εγώ δεν σου είπα να την χτυπήσεις, να της μάθεις μόνο. Είσαι ο καλύτερος στη μάχη και εγώ είμαι πολύ γριά για να της δείξω.»
«Καλά… καλά.» κατένευσε αβέβαιος. Η Νεφέλη τον κοιτούσε αμυντικά όσο εκείνος τραβούσε το σπαθί του από τη θήκη που είχε κρεμάσει στην πλάτη του και το κάρφωσε στο χώμα. Έπειτα διάλεξε ένα μεγάλο και χονδρό κλαδί από το έδαφος και της το πέταξε στον αέρα. Εκείνη το έπιασε και το επεξεργάστηκε. «Προσπάθησε να μου επιτεθείς.»
«Μα…»
«Μη φοβάσαι, δε θα σε χτυπήσω.»
«Και ποιος σου είπε ότι φοβάμαι αν θα με χτυπήσεις; Απλά δε θέλω να χτυπήσω εγώ εσένα.» το αγόρι χαμογέλασε ειρωνικά και περίμενε για το χτύπημα της.
Η Νεφέλη δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά και ακολούθησε την προτροπή του. Όμως απέκρουσε την επίθεση της πολύ εύκολα και γρήγορα. Εκείνη όμως προσπάθησε ξανά, με μεγαλύτερη επιτυχία αυτή τη φορά, αλλά σύντομα την αφόπλισε και την έστησε στον πλησιέστερο κορμό δέντρου.
«Έλα εδώ.» της είπε κατεβάζοντας το κλαδί με το οποίο τη στόχευε πριν από λίγο. «Πρέπει να το κρατάς γερά και…»
Οι τρεις τους γύρισαν στον πύργο το βράδυ. Η Νεφέλη ήταν κατάκοπη και σίγουρη πως το επόμενο πρωί θα ήταν γεμάτη μελανιές. Σε αντίθεση με τον Φρέντερικ που έδειχνε σα να είχε μόλις γυρίσει από ένα μικρό περίπατο.
«Αύριο το χάραμα, εντάξει;» τους θύμισε η Σοφία ενώ χάραζε το δρόμο της.
«Όταν λες χάραμα;» τη ρώτησε διστακτικά η κοπέλα. Όμως η μόνη απάντηση που πήρε ήταν ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο.
«Μην ανησυχείς, θα σε ξυπνήσω εγώ.» της είπε το αγόρι με ύποπτο τόνο.
«Αυτό φοβάμαι.» μουρμούρισε εκείνη. «Μήπως υπάρχει κάποιο μέρος που να μπορώ να κάνω μπάνιο… εκτός από την λίμνη;» τον ρώτησε φοβούμενη για την απάντηση.
«Ναι… στον τρίτο όροφο.» της απάντησε προσπαθώντας αρκετά για να μη γελάσει εις βάρος της. «Η τελευταία πόρτα… θα πω στη Μαργαρίτα να σου φέρει ρούχα. Ξεχωρίζεις πολύ με αυτά που φοράς.» συμπλήρωσε κοιτώντας την εξεταστικά.
«Και από πότε το να είσαι ξεχωριστός είναι πρόβλημα;» τον ρώτησε προβληματισμένη από τον τρόπο που την κοιτούσε. Με την άκρη του ματιού της είδε την Ρόζα να στέκετε σε μία γωνία. Η γυναίκα τους χαιρέτησε βιαστικά και έφυγε όταν τα δύο παιδιά της ανταπέδωσαν το χαιρετισμό.
«Η κόρη της Μαργαρίτας έφυγε από την κοιλάδα και άφησε όλα της τα υπάρχοντα πίσω. Για την ακρίβεια, κοιμάσαι στο δωμάτιο της… είναι κάπως εκκεντρική.»
«Η Μαργαρίτα;»
«Όχι η Ρόζα. Φοβάται τα πάντα και έχει γίνει ιδιαίτερα υπερπροστατευτική από τότε που έχασε τον άντρα της. Ήταν και εκείνος μέλος του αρχηγείου, αλλά τον χάσαμε στον πόλεμο.» της είπε απορροφημένος, κοιτώντας το δρόμο που η γυναίκα είχε χαράξει. Το στομάχι της Νεφέλης είχε γίνει κόμπος. Δεν της άρεσε αυτή η συζήτηση και για αυτό χρησιμοποίησε την πρώτη δικαιολογία που της ήρθε στο μυαλό για να αλλάξει θέμα.
«Πόσες ώρες πιστεύεις ότι θα μας πάρει η αυριανή προπόνηση;»
«Γιατί;»
«Έτσι απλά… ρώτησα.» είπε ψέματα.
«Έχεις κάτι άλλο να κάνεις;» τη ρώτησε καχύποπτα.
«Όχι.»
«Δεν χρειάζεται να δουλέψεις, είσαι καλεσμένη μας.» της είπε αδιάφορα αποκωδικοποιώντας το βλέμμα της. «Άλλωστε δε θα μπορώ να είμαι πάντα εδώ για τις προπονήσεις μας, πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτό που έχουμε. Και αν δουλεύεις, θα είναι δύσκολο να συντονιστούμε.»
«Μα…» η Νεφέλη ήθελε να τον ρωτήσει πως ήξερε για το σκοπό της, αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν από τα χείλη της. Ήλπιζε μονάχα ο Φρέντερικ να μην προσέξει πως είχε γίνει κόκκινη από αμηχανία.
«Λοιπόν, πάμε στην κουζίνα; Πεινάω σα λύκος.» συνέχισε πιάνοντας την κοιλιά του που γουργούριζε ανυπόμονα.
Αφού δείπνησαν και αποχαιρέτησε τον Φρέντερικ και τους υπόλοιπους, ξεδιάλεξε μερικά από τα ρούχα που βρήκε στη ντουλάπα του δωματίου της και που η Μαργαρίτα της είχε αφήσει, και πήγε τον τρίτο όροφο για να κάνει ένα μπάνιο.
Όταν έφτασε εκεί, στάθηκε έξω από την πόρτα που της είχε υποδείξει ο Φρέντερικ και χτύπησε διστακτικά. Όμως κανείς δεν απάντησε, έτσι άνοιξε και μπήκε μέσα. Το δωμάτιο ήταν τεράστιο αλλά δεν είχε παράθυρα, μόνο δάδες και κεριά. Μια μικρή πέτρινη πισίνα βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου, στο χείλος αυτής υπήρχαν λεπτές σωληνώσεις που κατέληγαν σε τρεις βρύσες που άδειαζαν στην πισίνα. Μια ξύλινη ντουλάπα με πετσέτες και δοχεία από διαφόρων ειδών σαπούνια και έλαια βρισκόταν στα αριστερά της. Τσάκωσε τον εαυτό της να ενθουσιάζεται από μια τέτοιου είδους πολυτέλεια. Διάλεξε το σαπούνι που της άρεσε, άνοιξε τις βρύσες και έβγαλε τα ρούχα της.
Τελειώνοντας με το μπάνιο της συνειδητοποίησε ότι ένιωθε ακόμα πιο κουρασμένη από πριν, έτσι επέστρεψε στο δωμάτιο της.
***
«Μίλα, τι νέα μας φέρνεις;» σε ένα βραχώδες σκοτεινό μέρος οι απροσδιόριστες φιγούρες δύο αντρών στεκόντουσαν κάτω από το αμυδρό φως του φεγγαριού. Τα αστέρια είχαν κρυφτεί απόψε σε άγνωστα μέρη. Δεν υπήρχαν κτήρια τριγύρω, μόνο εκείνο το κάστρο που αναφαίνονταν μέσα από το σκοτάδι της νύχτας και η εικόνα του οποίου σου έφερνε ρίγη.
«Το κορίτσι ήρθε.»
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε ο άντρας που κοιτούσε το κάστρο σα να περίμενε κάποιο σημάδι.
«Απόλυτα, όμως δεν ξέρει τίποτα.»
«Τότε πρέπει να φροντίσουμε να μάθει.»
«Μα… αυτό είναι ριψοκίνδυνο.»
«Με αμφισβητείς Κόναρ;»
«Όχι… όχι, αυτό θα μου είναι αδύνατον. Να ειδοποιήσω τους άλλους;»
«Όχι, όχι ακόμα. Εσύ φρόντισε αυτά που είπαμε.» η απάντηση του Κόναρ ήταν μια βαθιά υπόκλιση, μετά χάθηκε στο σκοτάδι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου